Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Έτσι όπως οι δερβίσηδες στροβιλίζονται μες στην αλήθειά τους δίχως να νοιάζονται




Αληθινό είναι ό,τι σπαταλιέται

δίχως εμφανείς λόγους

Ό,τι εκσφενδονίζεται στο μηδέν

δίχως ουρές και ίχνη

Ό,τι υπάρχει από σύμπτωση

δίχως να καυχιέται γι' αυτό

δίχως να νοιάζεται αν θα μπορεί

για πάντα να μη καυχιέται γι' αυτό


ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ, Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι, Λιβάνης 1995

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Το δικαίωμα στην Παράδεισο. Πολύ μ' αρέσει...


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ


XXVII


Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μού μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.


Μια μέρα που ένιωθα να μ' έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το' κοψα και το' φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ' αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ' ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραποστόλου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μού έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.


Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή.

Ήταν ένα δικαίωμα.


Ο Ναυτίλος του ΕΛΥΤΗ

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Οι ποιητές να μαρτυρούν


Χρόνους εφτά είχες να τον διαβάσες και τον ξανάβρες σκονισμένο τον ποιητή πάνω στο ράφι.
Είπες να τον δεις απ' την αρχή. Να παραβλέψεις τις πρότερες υπογραμμίσεις να τον δεις ως σελίδα κενή. Σού άρεσε και πάλι. Σκιερή η μάνα που πάει κι έρχεται μες στις σελίδες του κι ο λόγος μυστικός -τις περισσότερες φορές σε αφήνει μετέωρο. Μοιράζομαι το α' και αποσιωπώ την αρχή και το τέλος της συλλογής, που ίσως είναι και τα πιο δυνατά.
Τα φυλάω για άλλη φορά.


α'


Ήταν που τυλιγότανε

πέρα στις πάχνες το νησί

και μέσα φώτιζε το σπίτι.

Φέγγανε και τα χέρια της μητέρας

γύρω απ' το καιούμενο άστρο των ημερών μου

άσ' το να σβήσει!

Ήταν και που μ' ευλόγησε

στρώνοντας ύστερα τραπέζι

κινήσεις γεωμετρικές

όπως όταν θα πεις μεγάλα ή ευχαριστώ.

Έξω η αυλή με οικόσιτα φυτά

νύξη της τελευταίας φυλακής μου

και κάτω

δεν ένιωθες πως ήταν πλάκες κάτω

μαλάκωνε το πάτωμα ν' ανέβει

κι ο στεναγμός των πεθαμένων.

Μπορεί κι ο έρωτας να φύσαγε αργότερα στ' ανθοδοχεία

χτυπώντας μέσα στους καθρέφτες

το νόμισμα της σελήνης του.

-Πάρε με, μάνα, τρίζει το σπίτι

δε σφάξανε κοκόρι στα θεμέλια του

και δε μας θέλει.

-Σώπα, παιδάκι μου,

είναι το βλέμμα σου που θα' χει

του αθώου ζώου την υπομονή.

Κι είναι η ζωή σου που θα πάρει

του κυπαρισσιού τη μοναξιά την όρθια.

......................................................................

Ό,τι πρόλαβα πήρα

απ' την αλμύρα των πρώτων ημερών

κυρίως την υπόνοια

πώς δένεται το δάκρυ.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΑΝΑΣΣΗΣ, Τα οικόσημα, Το Ροδακιό 2000



Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Το λιβάδι που δακρύζει ή Ο Ιππότης με τη Λυπημένη Όψη


Όταν έχω να κάνω με τον Δον Κιχώτη, αιφνίδια εισβάλλει στη σκέψη μου ο Ουναμούνο και ό,τι αυτός είδε στο πρόσωπό του.
Κείμενο από τα πλέον αγαπημένα που συγκινεί αμείωτα. Είναι που το πρόσωπο τούτου του Χριστού μας συγκινεί ή μας βολεύει; Δεν ξέρω. Νιώθω όμως ότι από όλα τα σχήματα που του έχουνε δώσει, τούτο θα είναι το πιο αληθινό.



"Ξαφνικά αισθάνθηκε ότι η άβυσσος στην οποία έπεφτε, η άβυσσος του θανάτου, άρχιζε να φωτίζεται, αλλά με ένα φως που δεν έριχνε σκιά. [....] Ήταν σαν όλα να φωτίζονται και σαν κι αυτά τα έγκατα της γης να γίνονταν φως. Ήταν ακόμα σαν το φως αυτό να έρχεται από έναν ουρανό τελείως σκεπασμένο με αστέρια, όπου πάντα υπήρχαν μόνο αστέρια. Και ήταν ένα φως ανθρώπινο και θεϊκό μαζί. Ήταν ένα φως θεϊκής ανθρωπινότητας. Ο Ιππότης βύθισε το βλέμμα του σε αυτή τη γλυκιά διάχυση φωτός, τη χωρίς σκιά, και ανακάλυψε μια μορφή που γέμισε την καρδιά του με μια σοβαρότητα ολόφωτη. Είναι που έβλεπε τον Ιησού, το Χριστό, το Λυτρωτή. Και τον έβλεπε με τον μανδύα του από πορφύρα, με το αγκάθινο στεφάνι του και με το καλαμένιο σκήπτρο, όπως τότε που το Πιλάτος, ο μεγάλος γελωτοποιός, τον έδειξε στο πλήθος λέγοντας "Ίδε ο άνθρωπος!".

[...] Όταν ο Ιππότης πλησίασε, ο Χριστός άφησε να πέσει ο πορφυρός μανδύας και το καλαμένιο σκήπτρο του και άνοιξε τα χέρια του, όπως τα άνοιξε και πάνω στο σταυρό. Και ο Ιππότης άνοιξε κι αυτός τα χέρια του σαν εσταυρωμένος. [...] Έπεσε στην αγκαλιά του Λυτρωτή που θα τον έκρινε.

[...] Και ο Δον Κιχώτης ακούμπησε το κεφάλι του στον αριστερό ώμο του Χριστού, στη μεριά της καρδιάς και άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε.... [....]. Τα δάκρυά του κυλούσαν πάνω στον ώμο του Χριστού. Και ανακατεύονταν με τα δάκρυα του ίδιου του Λυτρωτή. Τα δάκρυα του τρελού της Ισπανίας ανακατεύονταν με τα δάκρυα Εκείνου που ήταν τρελός για την οικογένειά του. (Μκ 3, 21). Και οι δύο τρελοί έκλαιγαν".


MIGUEL DE UNAMUNO, Η μακαριότητα του Δον Κιχώτη, Δονκιχωτισμός και Θερβαντισμός, Άπαντα 6

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Κι ανάμεσά μας ένας ποιητής



Παρασκευή 19 Ιουνίου στο Αρχαιολογικό της Φλώρινας

Η ποίηση μού έλεγε ο Λάσκαρης εκφράζει το ανείπωτο.
Αυτό που δεν μπορεί να σταθεί αλλιώς. Που ψάχνει χώρο μέσα της για να υπάρξει.
Ο ποιητής είναι κατά βάση δυστυχής λέω εγώ. Εκφράζει το ανείπωτο και γράφει το ανέφικτο. Δυστυχής λοιπόν.
Ο Τίτος Πατρίκιος βρέθηκε στη Φλώρινα καλεσμένος του διευθυντή του εκεί Αρχαιολογικού Μουσείου και της Ένωσης Φιλολόγων. Καλεσμένος και του Μεταπτυχιακού τμήματος Δημιουργικής Γραφής στο οποίο ηγείται ο άλλος ποιητής -της μεθορίου αυτός- Μίμης Σουλιώτης. Βραδιά χαμηλών τόνων με λίγα λόγια και αρκετή ποίηση που μας υπέβαλε ακόμα κι αν δεν ήταν μες στις προθέσεις της. Ο ελάχιστος πατρίκειος λόγος έχει τη δύναμη να ακούγεται εξαιρετικά οικείος, σχεδόν συντροφικός. Αγαπητικός εν τέλει. Θέλει να παραμυθήσει. Πρώτα τον εαυτό του. Και η παραμυθία διαχέεται και στους άλλους. Ποίηση δραστική που λέει και ο Βαλτινός, που ωστόσο δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα. Καμία ποίηση δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα. Οδηγεί μόνο στον ίδιο το λόγο.
Ευτυχώς που οι στίχοι δεν ανατρέπουν καθεστώτα μάς είπε χτες ο ποιητής. Γιατί ό,τι ανατρέπει ένα καθεστώς είναι αναγκασμένο να πάρει τη θέση του. Φανταστείτε να γινόταν η ποίηση καθεστώς! Λίγα μάς είπε με την εξαιρετικά διακριτική και τρυφερή παρουσία του. Διάβασε και τρία νέα ποιήματα που έχουν κάτι από τη χάρη των παλιών μα έχουν ενδυθεί το πέρασμα του χρόνου. Και τούτο τα κάνει ιδιαίτερα και πλέον αγαπητά. Τον θέλουμε το λόγο του. Δε χορτάσαμε. Τούτο τον οικείο λόγο των ποιητών που τον αποθέτουν στα πόδια μας με κάτι παραπάνω από το αίμα τους τον έχουμε ανάγκη. Ας μας άφηνε την ψευδαίσθηση είπα μέσα μου. Ας μας άφηνε τουλάχιστον τούτη. Όμως όχι. Δε μας άφησε ούτε αυτή. Τα τελευταία του ποιήματα ήταν γυμνά, όπως γυμνός απομένει κανείς στη ζωή και έτσι προχωρά. Ούτε βαυκάλημα ούτε και τίποτα. Ωστόσο, παραμυθία μόνη η ποίηση. Που μας οδηγεί στην αλήθειά της. Ας είναι λοιπόν και έτσι.

Ένα από τα ποιήματα που απαγγέλθηκαν χτες ήταν και τούτο. Τα άλλα δεν τα θυμάμαι.


ΟΤΑΝ ΚΟΠΑΖΕΙ Ο ΘΟΡΥΒΟΣ Ι


Για το ψωμί, το δίκιο, την αλήθεια, ίσως και να μη

φτάνει μια ζωή,

μα τη ζωή μου την ένιωσα ζωή μες στον αγώνα αδέρφια.

Και για να μάθω να μιλώ όταν ο τρόμος τα στόματα

βουβαίνει

να μάθω ν' ανορθώνομαι όταν θεριεύει ο θάνατος

για να μπορώ τα ίδια τα λάθη μας ν' αντέχω

πόσες αδυναμίες έπρεπε να κατανικήσω

με πόσες πρέπει κάθε στιγμή ν' αντιπαλεύω...

Όμως μονάχα τούτη συγχωρέστε μου:

όταν κοπάζει ο θόρυβος και μένω μοναχός

μ' ένα μου αγαπημένο πρόσωπο

για την αγάπη του που ολόκληρος διψάω

δεν μπορώ ν' αγωνιστώ.

Αν την επιδιώξω τη χάνω.

Αν τη διεκδικήσω τη σκοτώνω.

Αδέρφια μου συγχωρέστε με, μα η αγάπη

που πιο βαθιά γυρεύω

πρέπει να μού δοθεί μονάχη.


ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΤΙΤΟΣ, Μαθητεία ξανά (1959-1962), Οι ρίζες και η βροχή



Και ένα από αυτά που ακούστηκαν το ΜΟΝΟ ΣΕ ΜΕΝΑ μελοποιημένο από την ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ:



Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Ταρκόφσκι ξανά


Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου,

στην παρακμή

μιας πικρής πολύ ζωής,

γεμάτος θλίψη

μπήκα

στο άφυλλο και ανώνυμο δάσος.

Ήταν ως την άκρη πλυμένο

με λευκό σαν γάλα

γυαλί ομίχλης.

Πάνω στα σταχτιά κλαριά

κύλησαν δάκρυα καθαρά

που μόνο τα δέντρα στάζουν παραμονές

χειμώνα που αποχρωματίζονται τα πάντα.

Και τότε έγινε θαύμα:

στο ηλιοβασίλεμα

αντιφέγγισε από το σύννεφο το γαλανό χρώμα,

και φωτεινή ακτίνα δραπέτευσε σαν μέσα στον Ιούνιο

απ' τις μελλοντικές ημέρες στο παρελθόν μου.

Κι έκλαιγαν τα δέντρα στις παραμονές

των αγαθών έργων και των γιορταστικών γενναιοδωριών,

των ευτυχισμένων τρικυμιών που στροβιλίζονται στο γαλάζιο,

κι έσυραν τα πετούμενα τον κυκλικό τους χορό,

καθώς τα χέρια πάνω στα πλήκτρα

πήγαιναν από το χώμα ως τις ψηλότερες νότες.


ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ, Χρόνος, Ίνδικτος

Λέει ο Κωσταβάρας


ΑΝΘΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ



Δεν είναι αλήθεια πως η αγάπη έχει ένα όριο πάντα.

Δεν υπακούει σε λογικά παραγγέλματα.

Ούτε και γράφεται με όρθια, στρογγυλά, καλοβαλμένα γράμματα.



Υπάρχει ή δεν υπάρχει.



Φυτρώνει όπου και να' ναι. Ακόμα και στην έρημο.

Ακόμα και μέσα απ' τη ραγισματιά της πέτρας.



Πετάει λουλούδι αμάλαγο, στο χρώμα της φωτιάς.

πλακώνει κρύο φθινόπωρο, πέφτει κακός χειμώνας

μαδούν τα φύλλα του, σκορπίζουν

κι εκεί που όλοι νομίζουν πως μαράθηκε

μέσα απ' το αχ, το δάκρυ, το παράπονο

σκάζει βλαστάρι πράσινο στην πρωινή δροσιά

ξανά ανοίγει το άνθος του, στις μέλισσες, στις πεταλούδες.



Κι από ψηλά ο ήλιος το κοιτάει, χαμογελάει κι αφήνεται.

γέρνει σε άσπρο σύννεφο.



Εκεί που του έχει στρώσ' η αγάπη του.



Για λίγο να ξεκουραστεί, να ξεχαστεί στο στήθος της.

Να μπει απ' τον ύπνο στ' όνειρο, να νιώσει ευτυχισμένος.



ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, Στο βάθος του χρώματος, Νεφέλη 1993

Θραύσμα λόγου ερωτικού


Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια

σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,

για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια,

ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.


ΣΕΦΕΡΗΣ, Λόγος Ερωτικός

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009


ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ


Σιγά σιγά σε δεσμεύω,

κάπου σε καθηλώνω,

τότε σού αποσπώ κάθε έρεισμα.


Σηκώνω άκρη άκρη το δέρμα σου.

Προβάλλει

επιφάνεια κομματιασμένη,

κακοφορμισμένες ουλές,

τρομαχτικό τοπίο φεγγαριού.

Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί πως είχες τόσα τραύματα.


Προχωρώ με προσοχή.

Μπορεί να σε πονέσω.

Κι υπάρχουν κάτι πληγές ανοιχτές

δεν κλείνουν, πυορροούν

και το δέρμα κολλάει.

Κολλάει το δέρμα στις πληγές

κι εσύ φωνάζεις κι οδύρεσαι.


Τρομάζω. Σκέφτομαι την υποχώρηση.

Ποιος ξέρει με πόσο τίμημα

έχεις πληρώσει την κάποια επούλωση.

Όμως πρέπει να τα δω όλα.

Να σου δέσω μια μια τις πληγές,

να σού δροσίσω τα μάτια.

Να ξεσκονίσω τη χρυσή κόμη

των ονείρων σου.


Χρόνια τώρα αυτό το φεγγάρι,

κάθε νύχτα,

ξεκλειδώνει την πόρτα,

ουρλιάζει σα σκύλος.

Μακρόσυρτα περιμένει.


ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ, Έγκλειστοι, 1961



ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ


Εκολλήθη η ψυχή μου στην ψυχή σου δίπλα

και συνετάφη εκ της ώρας πρώτης

και σέρνεται ως την ενάτη

σε ήχο πλάγιο του δευτέρου

τον μελαγχολικό

κι η ακολουθία τούτη

δεν τελειώνει

μ' όλες τις ώρες που προβλέπονται

παρά σέρνεται και κείνη

ως σκιά

και δεν είναι επιτάφιος

παρά αποκαθήλωση

μα το σώμα δεν κατεβαίνει

στο σταυρό μένει

και αιωρείται

και το μαρτύριο τούτο

δεν αναπαύεται

και δεν είσαι Προμηθέας να τ' αντέξεις

ούτε Χριστός ν' αναστηθείς

παρά Λάζαρος

ένας Λάζαρος χωστός

με τους ήλους στα χέρια

που κανείς δεν προβλέπεται

να κατεβάσει

ούτε και να τον αναστήσει.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Της Αλυπίας είναι η χώρα, 2009

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

15 Ιουνίου 1994 ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ


ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ




ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ




ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ




ΜΙΑ ΜΝΗΜΗ




ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Το ημερολόγιο των ημερών




15 Ιουνίου 1922. Ημερ.Πολυδούρη






"Δεν βαστώ πεια, κείνο που με βασανίζει δεν είναι αμφίβολο, όχι δεν έχω πλέον το δικαίωμα να βάζω ένα ερωτηματικό αμφιβολίας σε κάθε μου σκέψι για κείνον. Το βλέμμα μου, η ψυχή μου τον αναζητούν παντού και πάντα. -Είναι εδώ; ξέρει ότι είμαι εδώ; Τότε γιατί δεν έρχεται να με ιδή έτσι από ένα φιλικό καθήκον αλλά πάλι όχι! δεν είνε εδώ. Θα τον συναντούσα τυχαίως κάπου αν ήταν στην ίδια πόλη εδώ και πέντε μήνες -θα πάω να τον ζητήσω στην διεύθυνσι που ξέρω. Δεν θα μάθη ποία τον ζητούσε αν είνε εδώ, αν όχι, θα μάθω εγώ πού βρίσκεται τουλάχιστον".






ΣΕ ΜΙΑ ΔΕΣΜΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ, Μαρία Πολυδούρη






Χτες ήτανε μπουμπούκια



σεμνά, δίχως καμάρι κι' υποσχέσεις.



Σήμερα τόσο ωραία



πρωί-πρωί όπως τάειδα, ταράχτηκα...



Μέσ' στο άνοιγμά τους βόσκει



μια βίαιη δύναμη πούνε σαν τη νειότη.



Κ' η νειότη αυτή που τρέχει,



τεντώνει τα σαρκώδη φύλλα ως τόξα



Κι' ως τη ρίζα τ' ανοίγει



και ξεχύνει της πρόκλησης το μύρο,



μόλις μ' ένα φυλλάκι διπλωμένο



την παρθένα ομορφιά τους κρύβει.



Η πεταλούδα θάρθη.



-τ' όνειρο μέσ' στη μέθη τους περνάει.



Το ριγηλό θε να σηκώση φύλλο



και την καρδιά τους θάβρη.



Μα ω της κάμαράς μου



ωραίοι εξόριστοι, θα σας παιδέψη



του ονείρου σας η πλάνη.



Το λίγωμά σας μάταιο θα περάση.



Τα μάτια μου ακλουθάνε



της σάρκας σας το αόρατο ανατρίχιασμα



κ' η ερωτική σας νάρκη



με το μύρο περνάει μέσ' στην καρδιά μου....



Η πεταλούδ' αν είμαι



που σας λείπει, ανοίχτε στων χειλιών μου



τη λαύρα, τη μισόκλειστη καρδιά σας.



Ή αν θέλετε, θα βιάσω



με μι' άγνωστη λαχτάρα στη γενιά σας



το ανθένιο μυστικό σας,



τη λατρευτή που σας ορθώνει νειότη...



Η ανάσα μου, η πνοή σας



δεν ξέρω τι σας έγυρε τα φύλλα...



τι μούσβησε το φως μέσα στα μάτια....






[ΣΑΝ ΔΕΣΜΑ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ...], Κ.Γ.Καρυωτάκης






Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα



είδα το βράδυ αυτό.



Κάποια χρυσή, λεπτότατη



στους δρόμους ευωδιά.



Και στην καρδιά



αιφνίδια καλοσύνη.



Στα χέρια το παλτό,



στ΄ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.



Ηλεκτρισμένη από φιλήματα



θα' λεγες την ατμόσφαιρα.



Η σκέψις, τα ποιήματα,



βάρος περιττό.






Έχω κάτι σπασμένα φτερά.



Δεν ξέρω καν γιατί μάς ήρθε



το καλοκαίρι αυτό.



Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,



για ποιες αγάπες,



για ποιο ταξίδι ονειρευτό.



Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι της σήμερον


ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ'



Ο Πειρασμός



[...]



Αλαφροϊσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι' δες'

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

Ούδ' όσο καν' η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,

Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

Κι' όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.



ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η ψυχή μου την ψυχή σου αναζητά μες στην αιωνιότητα και δεν την έχει


ΣΗΜΑΔΙ


Ακόμη το άρωμά σου μένει στων χεριών μου την αφή,

ανέγγιχτο από τα καθημερινά, κι ολοένα

σαν ήλιος ρέει στων μαλλιών σου ανάμεσα τις νύχτες.


Ίσως να μη μπορέσω πια να ξαναϊδώ τα χέρια σου.

κήπος ωστόσο μέσα μου πάντα γλυκός ανθίζει,

σημάδι απ' άλλην ομορφιά κι άλλην αφή.


ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ


Τις διαστάσεις, τον καιρό, το κλίμα με τις αλλαγές του,

τέλος, τον πυρετό υπάρχει κάποιο μέτρο

να τα υπολογίσουμε.

Όμως με ποιον

τρόπο να μετρήσω εγώ την απουσία σου,

όταν δεν περιμένω να σε ιδώ παρά μονάχα

εδώ σ' αυτούς τους στίχους και στην έρημη πια μνήμη;


Π.Β.ΠΑΣΧΟΣ, Μικρή αιωνιότητα, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης 2001


Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

"Κρεμάς" ένα ποίημα σα για να ζήσει τη ζωή που κρύβει μέσα του


αρχή


απ΄το θορυβώδες αχνοκίτρινο τραμ νούμερο τρία με τους ξύλινους πάγκους τα μπρούντζινα
χερούλια και τις δερμάτινες χειρολαβές μόλις πήγαινε να πάρει τρίζοντας την επόμενη
στροφή ήτανε δεκαπέντε του νοέμβρη κι ούτε λόγος για χιόνι τότε τον είδα να προχωράει τα
χέρια στις τσέπες λίγο σκυφτός οι ώμοι σηκωμένοι έτσι τον είχα δει συχνά αλλά ποτέ τόσο
ευάλωτο τόσο πληγωμένο τόσο ανυπεράσπιστο τέτοιος άνθρωπος δεν χρειάζεται ν' ανοίξει το
στόμα του έτσι όπως τρέχει πέρα δώθε θα τον πιάσουν σίγουρα έβλεπα όλα τα μαχαίρια
γυμνά πάνω του στραμμένα τον έβλεπα να τρέχει στον έρημο δρόμο δεν ήθελα να τον σώσω
να τον προστατεύσω να τον πιάσω ήθελα να' μαι κοντά του είδα την πλάτη του ένα στόχο
αυτό με βρήκε στην καρδιά


BARBARA KOHLER, η πηνελόπη περιμένει. τι περιμένει, Νεφέλη Ιούνιος 2009

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Στην ποίηση πάλι επιστρέφεις τα ανείπωτα εκ νεου να εγείρει


ΤΡΙΣΤΡΑΤΟ


Βίβλος καινή το σώμα σου. Και λέω

πως δεν κληρώθηκα να το αποστηθίσω.

Σε λάθη πέφτω, σε σελίδες στρέφω πίσω,

εντός σου άσημο φωνήεν πλέω.


Βαθιά στα φύλλα της καρδιάς σου να τυπώσω

ό,τι με ιδρύει, μ' ονομάζει η δωρεά σου.

Άλλη γραφή δεν θέλω, όχι. στην πυρά σου

προσφάι. κι ας με σβήσεις πριν σε αρθρώσω.


Έρωτας, πάλι ο έρωτας. Και λέω:

έρωτας δούρειος, πόθος των γραμμάτων.

Είναι που λείπει η μάχη των σωμάτων,

που εκτός σου άσημο φωνήεν πλέω.


ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, ΣΗΜΑΤΑ ΛΥΓΡΑ, ΑΓΡΑ

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Ποιήματα σερφάρουμε. Άλλο τίποτα δεν κάνουμε


ΜΕ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΑ ΔΟΝΤΙΑ


Η αγάπη δεν κουβαλάει το φως,

καθώς σ' αδιέξοδους δρόμους τη συναντάμε,

μ' ένα πρόσωπο που χρόνια χτίζαμε

κι ένας σεισμός το ραγίζει

και φέγγουνε τα χάσματα, καίνε,

οι περιστάσεις το αφανίζουν,

πώς να σταθούμε

ενώ αυτή σχεδόν δε μας νιώθει,

φοβόμαστε μην πέσουμε

πρόσωπο με πρόσωπο

και τότε απελπισμένα

την αγκαλιάσουμε

με κλάμα αντρίκιο,

εμείς που πολύ αγαπήσαμε

και δεν μπορούμε να προδώσουμε,

εμείς που μείναμε μακριά

και δεν εγκαταλείψαμε τις θέσεις μας.


Λοιπόν

πώς να μιλήσω με το μαχαίρι

στα δόντια.



ΜΑΥΡΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ


Σ' έχω χάσει.


Η πλατεία

ένα χέρι ανοιγμένο στη βροχή, στον αγέρα

στους ανθρώπους

ένα χέρι που σε κρατάει στο φως

το κεφάλι ριγμένο στον άνεμο

μικρά βήματα σε ομόκεντρους κύκλους,

η προσμονή τελειώνει.


Στην πλατεία,

που κρύβει και συντηρεί τους πεθαμένους

μαύρα περιστέρια κυκλοφορούνε

μάτια κόκκινα από το κυπαρίσσι ψηλά παρατηρούνε.

Τις τελευταίες ελπίδες επισημαίνουν,

τις ραμφίζουν μέσα από την πράσινη χλόη

και χάνονται ψηλά στο φως.


Μένεις μόνη

μέσα στο θόρυβο και τον αχό

με τις μαύρες σκιές πάνω

στο μέτωπό σου να διαβαίνουν σύννεφα.

Μόνη

χωρίς προσμονή, περιστέρια κι αγάπη,

χωρίς πόνο,

έρημη, ένα σκιάχτρο

με κίτρινη μπλούζα να σπιθίζει στο φως.


ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ, Έσχατη υπόσχεση. Ποιήματα 1958-1992, Νεφέλη 1996

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Πήγμα


Ποιήματα

ως σκιάχτρα

στους κάμπους

παλουκώνονται

εθελουσίως


Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Όταν παραμυθία ψάχνεις στην ποίηση και βρίσκεις θραύσματα


ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΟΝΕΤΤΟ


Το ποίημα παλιό σονέττο κι' έπιανε

Μια σελίδα στη συλλογή των δυο τυπογραφικών

Οι στίχοι του είχαν χορταριάσει απ' τον καιρό

Οι στροφές υποφέρει απ' τον αγέρα και τη βροχή

Γράμματα κείτονταν πεσμένα στο πλάι και τα

Σημεία στίξης μόλις που διακρίνονταν μου πήρε

Κόπο και χρόνο η αποκατάσταση λέξη τη λέξη στίχο το

Στίχο στροφή τη στροφή κάθομαι και το διαβάζω

Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης ο άντρας είναι

Απαρηγόρητος την είδε να περπατά στο πλάι κάποιου

Άλλου υποφέρει δεν τον πιάνει ύπνος σκέφτεται σα λύση

Την αυτοκτονία -σίγουρα όταν την ανταμώνει δήθεν

Τυχαία παίρνει ύφος σιγοσφυρίζει κάποιον σκοπό του

Συρμού αμέριμνος και την προσπερνά εκείνη

Πηγαίνει στο σπίτι της κλαμμένη κι' αυτός

Κλειδώνεται στο δωμάτιο και καταριέται τον εγωισμό του-

Τι νάγιναν άραγε θα ξενητεύτηκαν φαντάζομαι γιατί

Το σπίτι δεν κατοικήθηκε ποτέ μονάχα σημάδια

Από πουλιά υπάρχουνε σ' όλα τα δωμάτια μονάχα

Δάκρυα και καϋμοί ανάμεσα στους στίχους.



Ο,ΤΙ ΕΙΧΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ


Ό,τι είχα για σένα μέσα μου τόκανα στίχους

Άδειασα, ρημάχτηκα για χατήρι σου κι' εσύ

Ρίχνεις μπόι κι' ομορφαίνεις απ' το στέρνο μου

Αίμα μού καρφώνεις την ανάσα στο στήθος με

Τα μακρυά σου δάχτυλα κι' από τις ρίζες της

Ξεπηδάνε τριαντάφυλλα που με πληγώνουν

Και με μεθάνε.


ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Η πέμπτη έξοδος, Σημειώσεις 1980



Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Ένα χρόνο πριν


Κοκκίνησαν οι κερασιές

κι άνοιξ' ο τόπος

στις φυλλωσιές

ένα πουλάκι κάθεται

και καμαρώνει


είναι μονάχα η ψυχή μου




ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ

7 ιΟΥΝΙΟΥ 2008

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Η ανάβαση


ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ


Σάββατο των ψυχών σήμερα

και τους κλαίμε

ξανά

από την αρχή.


ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ


Πώς είναι τα χρόνια

που περνούν

εν τη απουσία σας;

Τι γεύση έχουν;


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Το άσυλο του Θεού επιζητώ


Όταν με έφτιαξε ο Θεός, είπε: "Σε έχω φτιάξει με τέτοιο τρόπο, που είναι μοιραίο να σπάσεις το λαιμό σου. Πρόσεξε μην τον σπάσεις!"



Είμαι ο πιο απροστάτευτος άνθρωπος που ξέρω. Πλησιάζω καθετί που συναντώ στο δρόμο με όλο μου το είναι. Και να που ο δρόμος εκδικείται. [...] Όλοι υποκρίνονται, μόνο εγώ δεν μπορώ.



ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΒΕΤΑΓΙΕΒΑ, Μια ζωή μέσα στη φωτιά, Εστία 2008

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Εμβόλιμο των ευρωημερών


ΕΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔIΟΥ


VI


Παρακαλώ να μη σ' αγαπήσουν

παρά μόνο με θερμή αφοσίωση.

Επειδή εγώ σ' αγαπούσα

με τη ρομφαία μου.



ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Χώμα, Κέδρος

Των ημερών


ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΤΗΣ ΡΑΤΣΑΣ ΜΑΣ


Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες

Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας

οι ποιητές

οι παραμυθάδες

οι τερατολόγοι γενικώς

Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα

Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι

Στα στάσιμα νερά της μετριότητας

Οι όμηροι του φόβου



ΜΠΑΛΩΜΕΝΕΣ ΑΠΟΧΕΣ


Θα' ρθουν καιροί

Που ακόμη και τα βαλσαμωμένα πουλιά

Θα ανοίξουν

Τις φτερούγες τους

Και θα αποχωρήσουν περήφανα

από τις βιτρίνες μας.



Και εμείς

Οι δήθεν ζωντανοί και παντοδύναμοι

Πιο ηττημένοι από ποτέ

Θα τα κυνηγάμε ασθμαίνοντας

Και θα ανεμίζουν στον αέρα

Ανήμπορες

Οι μπαλωμένες μας απόχες.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ, Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε;, Λιβάνη 1999

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Ιούνιος στα Δυτικά. Φθινόπωρο σχεδόν


ΑΠΟΚΡΥΦΟ


Μ' άλογο μαύρο και τυφλό

να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος

σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.


Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο

στα μάτια. Τα πέταλα ν' ακούς

και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου

που θα σπάζει.


Να τιναχτείς -νύφη που ξύπνησαν

τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει

το ταβάνι ανεβαίνουν.

Να μη θυμάσαι τίποτα μετά-

μόνο του δαίμονα το χέρι

που ευλογούσε.


ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ, Μετά τα μυθικά, Πατάκης
και ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ ΧΡΟΝΗΣ από τη Νεκυια

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Νικηφόρου του Κωνσταντινουπόλεως και η Αλυπία μετρά ένα χρόνο


Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ


Ο συνεπαρμένος Άγγλος ποιητής μού φάνηκε
σαν ένα μεγάλο μαύρο πουλί με βαριά φτερά,
ένα πουλί των καταιγίδων
με τραγικό βλέμμα ανθρώπινο


Γιώργος Θεοτοκάς



Όπως όταν πέσει ο κεραυνός της βροχής

-αλλά και λίγο πρίν-

σηκώνονται τα πουλιά

αλαφιασμένα

και πετούν δω

και πετούν κει

και ψάχνουν απάγκιο να βρουν

προτού το χώμα

ανοίξει στη βροχή

κι εκείνη έρθει


Έτσι

πέφτει ο κεραυνός του θανάτου

ανάμεσά μας

και σηκωνόμαστε

αλαφιασμένοι

και τρέχουμε δω

και τρέχουμε κει

κι απάγκιο ψάχνουμε

και δε βρίσκουμε

κανένα



Σαν το πουλί εκείνο το μαύρο

το τρομαγμένο

που δε βολεύτηκε στο κλαδί

παρά ψάχνει αλλού

γεμάτο πανικό

για την καταιγίδα που πλησιάζει



Έτσι κι εμείς

σαν τα πουλιά

μέσα στα σύννεφα

που έχουνε θεριέψει

σαν τα φύλλα

που σκορπίστηκαν στον άνεμο

σαν τα δέντρα

που σείονται

με δύναμη και φόρα

πανικόβλητα μες στο χαμό


Έτσι μας βρίσκει ο θάνατος και μας παιδεύει



Κι εκείνος

σαν τον κεραυνό της βροχής

και σαν την αστραπή που σκίζει τη μαυρίλα

μέσα στα σύννεφα ορμά

και τα διαλύει

κι εξουσιάζει

τη στιγμή

με τη γροθιά του τρόμου



Κι όταν φεύγει

μόνο

το χώμα μένει

το νιόσκαφτο χώμα του θανάτου



Κι όλα τα πουλιά

και τα φύλλα

και τα δέντρα

ξαναβρίσκουν τις θέσεις τους

κι αρχίζει το παιχνίδι από την αρχή



Και μόνο ένα έφυγε

και χάθηκε

και δεν είναι πια εκεί

Κείνο το μαύρο το πουλί

που μπλέχτηκε μες στα φυλλώματα

κι έχασε το δρόμο

και δεν πρόφτασε

καταφύγι να βρεί

και να γλιτώσει

Κείνο το πουλί

το σημαδεμένο

με το μαύρο του θανάτου



Αυτό το έκρυψε στο φως της η αστραπή

και το φυγάδευσε του κεραυνού ο κρότος

και πια δεν είναι δυνατό

με τα μάτια σου να το δεις

παρά με τα μάτια της ψυχής

να το θυμάσαι



Κι ο κρότος του θανάτου

ήρθε και πέρασε

κι άφησε στις παλάμες μας

τις στάλες της βροχής

Για όσο ζούμε

το μαύρο πουλί να έρχεται

κι από την αλμύρα τους να πίνει

κι έπειτα πάλι να επιστρέφει

Κει που αλμύρα δεν υπάρχει πια

ούτε και κρότος

ούτε και θλίψη

παρά της αλυπίας είναι η χώρα

της ανέφελης πατρίδας

όπου το φως το ανέσπερο

και οι παυσίλυποι ουρανοί της Παραδείσου



Εκεί θα καρτερεί

το μαύρο πουλί

το σημαδεμένο

από το κράτος του θανάτου.




ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ

2 Ιουνίου 2008

Ο Κεραυνός του θανάτου που ήταν Άλλος

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Μνήμη Ιουστίνου του Αγίου και περί Αλυπίας


ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ "Προς Τρύφωνα Ιουδαίον Διάλογος"



"Επεί οι τα καθόλου και φύσει και αιώνια καλά εποίουν,

ευάρεστοί εισι τω Θεώ,

και διά του Χριστού τούτου εν τη αναστάσει ομοίως τοις προγενομένοις αυτών δικαίοις,

Νώε και Ενώχ και Ιακώβ, και ει τινες άλλοι γεγόνασι,

σωθήσονται συν τοις επιγνούσι τον Χριστόν τούτον του Θεού Υιόν,

ος και προ εωσφόρου και σελήνης ην,

και δια της Παρθένου ταύτης

της από του γένους του Δαβίδ γεννηθήναι σαρκοποιηθείς υπέμεινεν,

ίνα δια της οικονομίας ταύτης ο πονηρευσάμενος την αρχήν όφις,

και οι εξομοιωθέντες αυτώ άγγελοι καταλυθώσι,

και ο θάνατος καταφρονηθή,

και εν τη δευτέρα αυτού του Χριστού παρουσία από των πιστευόντων αυτώ

και ευαρέστως ζώντων παύσηται τέλεον,

ύστερον μηκέτ' ών,

όταν οι μεν εις κρίσιν και καταδίκην του πυρός απαύστως κολάζεσθαι πεμφθώσιν,

οι δε εν απαθεία

και αφθαρσία

και αλυπία

και αθανασία

συνώσιν".


J.P.Migne P.G. 6,573 A


Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Εποχές χωρίς τέλος


hotel voros csillag


Μην ξεχνάς

να θυμάσαι είχαμε

τέσσερις εποχές

δύο φορές παρελθόν

και σχεδόν ένα μέλλον

μερικές μέρες παραπάνω

απ' όσες θ' απαιτούσαμε

τον παράδεισο αγγέλους

και άγιους μια άπληστη

αθωότητα χέρια γεμάτα

φως και γράμματα

γεμάτα παρόν

ίσως τελικά πάρα πολλή

ελπίδα αλλά τις λέξεις

για να πουν το τέλος


CHIASMA


Ότι σ' αγαπώ λέω

στο όνειρό σου: ξέρω

κοιμάσαι το ακούς

δεν σε ονειρεύομαι εγώ

βαθιά είναι η νύχτα

κι ένας μεγάλος χώρος

μοναξιά

στέκομαι πλάι

σου

συμπαραστέκομαι

από μοναξιά

κι ένας μεγάλος χώρος

βαθιά είναι η νύχτα

δεν σε ονειρεύομαι εγώ

κοιμάσαι το ακούς

στο όνειρό μου: ξέρω

ότι σ' αγαπώ λέω


BARBARA KOHLER, η πηνελόπη περιμένει. τι περιμένει (μτφρ. Ντάντη Σιδέρη-Speck), Νεφέλη, Ιούνιος 2009

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Στο δάσος της σιωπής


Υπάρχουν δυο όψεις της σιωπής

όπως υπάρχουν και δυο δρόμοι για να διασχίσουμε

το μαύρο δάσος.

Ο ληστής δεν παραμονεύει πάντα στον σκοτεινότερο.

Όμως ο ποιητής πρέπει ν' ανοίξει τον δικό του δρόμο.Προσθήκη  εικόνας

Όχι για ν' αποφύγει τον κίνδυνο.

Για να γνωρίσει στον κόσμο την άλλη

την απόκρυφη γοητεία του δάσους.


ΘΑΝΑΣΗΣ Κ.ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, Κήποι στον Παράδεισο, 1990

Του ποταμού ξανά




Να τον φτάσω τον ποταμό

δεν το μπορώ

από μακριά μόνο θα τον βλέπω

έτσι θα τον αγγίζω

να με κυλά στα όνειρα

κοιλάδα ζεστή η μνήμη μου

και μέσα μου χωράει.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ

17.5.2009

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Μια αχτίδα άπελπις όμως αχτίδα


ΑΓΑΠΗ


Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.

Και με είδε μια αχτίδα.


Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της

κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.

Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,

πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!



Σάμπως τα μάτια της να μού είπαν ότι

δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,

κι ελύγισα σαν από τρυφερότητα,

εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.


Κ.Γ.Καρυωτάκης, Ο πόνος του ανθρώπου 1919

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Αγίας Γλυκερίας σήμερα κι όλα πήραν τη θέση τους στον ύπνο



ΖΩΗ




Τα κοιμήθηκα


τα ποιήματά μου ένα βράδυ


τα' βαλα στο προσκεφάλι


και τα ονειρεύτηκα


να μεγαλώνουν


και να ζουν δίχως εμένα


τα όσα μέσα τους έριξα


να είν' η ζωή μου η αληθινή.




ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ 11 προς 12.ο5.2009

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Το βουνό μου -ψιθύρισα...


Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ


Στον Βασίλη Νιτσιάκο



Καθώς -σκυμμένος στα γόνατα- περνούσα με μονωτικό

Υλικό την ταράτσα τις πρώτες καλοκαιρινές ημέρες

Του μηνός Ιουνίου δεν κατάλαβα πώς μειώθηκε το φως

Ένα γύρω συννέφιασε θαρρείς και μυρωδιές πλημμύρισαν

Τον χώρο γνώριμες μυρωδιές της Πατρίδας η Νεμέρτσκα

-Ψιθύρισα- το βουνό μου με χιόνια στις κορφές του τα

Μαλλιά του ξέπλεκα ανεμοδαρμένα δάση με τους υπηκόους του

Λεύτερους να το υπερασπίζονται -με ξέχασες είπε κι όσο

Προσπαθούσα να ψελλίσω μια δικαιολογία χάθηκε όπως είχε

Έρθει ξαναφάνηκαν οι άλλες αμέτρητες ταράτσες με τους

Ηλιακούς και τα στημένα δόκανα δια τον άρτον ημών τον

Επιούσιον.



ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ. Σώμα κινδύνου

Ο Κόζιακας στη φωτογραφία μες στο Μάη

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Χρόνια πριν πίσω. Κασέτες σε αχρηστία τραγούδια πάντα εδώ

ΜΗ ΦΟΒΗΘΕΙΣ ΤΗ ΦΩΤΙΑ


Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης


Κοίτα, κοίτα

Τι είναι η στάχτη κοίτα

Κοίτα, κοίτα, κοίτα

Μη φοβηθείς την φωτιά


Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη

Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά

Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει

Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη

Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά


Νομίζει η καρδιά πως μισεί

Ό,τι αγαπάει και ό,τι φοβάται να βρει

Κι είναι δειλός του Σαββάτου ο πηλός

άγγελος απατηλός

ψάχνεις και 'συ σαν καδένα μισή

τ' άλλο μισό και αν είμαι εγώ

Δεν το 'θέλε η μοίρα μαζί


Κοίτα, κοίτα

Τι είναι η στάχτη κοίτα

Κοίτα, κοίτα, κοίτα

Μη φοβηθείς την φωτιά

Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη

Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά


Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει

Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη

Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά


Κοίτα, κοίτα...


Η φωτογραφία της Αμάντας Σαρρή από την παράσταση "Άμλετ στο σκοτάδι" Άνοιξη 2008

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Του Απρίλη με το παλιό



ΕΝΝΕΑ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, 1993


ΙΙΙ


Είναι που η ανοιξιάτικη βροχή


δεν δύναται να γεμίσει τον γκρεμό της απουσίας σου


με στάλες από ροδόσταμο


είναι που δεν μπόρεσα να στύψω ακόμη


το πηγάδι του θανάτου


επειδή χωρίς τη φλόγα σου βρίσκομαι καθημερινά


αντίκρυ σε χιλιάδες εκτελεστικά αποσπάσματα.


Είναι που σού λέω σ' αγαπώ


σ' όλες τις γλώσσες των λουλουδιών


των εντόμων και των δέντρων


κι εσύ μπορεί να μη μ' ακούς


που τόσες φορές φόρεσα το ρούχο της απελπισίας


κι ήρθα ικέτης στην Παράδεισό σου


μια βάτος καιομένη χωρίς έλεος.


Είναι που το φεγγάρι κυλάει κατά πάνω μου


που όλο μεγαλώνει κι έρχεται ανελέητο


κι άλλη δεν έχω έπαλξη απ' το γυμνό σου σώμα


δεν έχω άλλη παράκληση


απ' αυτόν τον ακονισμένο Απρίλιο


που σκέφτομαι να τον καρφώσω


μ' όλη τη δύναμη του σκότους μου


ανάμεσα ακριβώς στα φυλλοκάρδια της νύχτας


και τότε


"φυλάξου αγάπη μου" να σού φωνάξω


γιατί πάλι απόψε


θα πλεύσει στο αίμα ο έρωτάς μας


κι απ' το πυρακτωμένο στήθος μου


μη φεύγεις μακριά


που ξέρει να φυλάττει τα ζεστά σου χέρια


στ' αρώματα των γιασεμιών


και στη σιωπή του.


ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΒΛΑΧΟΣ

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Εκείνο που γλίτωσε από τα σκάγια...7 Μαϊου λοιπόν


ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΩΣ




Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το


φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-


τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια


Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα


Κόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο


Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα


τους φαγώθηκε από παράσιτα


Κι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου


Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δάχτυλά μου όπως περνάει


ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού


Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι


και κοιμάσαι


Και ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και


θυμάσαι


Διότι θυμάσαι


Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-


στε μαζί


Κι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει


τα δέντρα


Όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Βάρκιζας


Κι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν






Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια


του νερού και λέω: να το ριζικό κι η ματιά της

Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες

απ' το κόκκινο -σαν τα μάτια του μπεκρή- λυκόφως

Και είπαμε να το ριζικό να οι αγάπες βγήκαν στους δρόμους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες

Να' ρχονται και να χάνονται

Γι' αυτό σ' αγαπώ

Κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά

Είσαι κείνο που γλίτωσε απ' τα σκάγια


Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι από

σκέψη από αίσθηση κι από φωνή

Είναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο

Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων

Γι' αυτό σ' αγαπώ.


Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Το πέταγμα


ΜΙΜΗΣΙΣ ΓΛΑΡΟΥ ΑΤΕΛΗΣ


Βραχυχρόνως πετάμε

Και πάλι επανερχόμαστε

Αιφνιδίως

Αναποδράστως

Δίχως να μπορεί να γίνει κι αλλιώς.



Το πέταγμα

Για λίγο το κρατάμε.

Και το δεχόμαστε

Με πόθο

Ανύδρου γης

Όταν δροσίζει

Καθώς

Ο ουρανός

Χλωμιάζει.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002


ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ


Όπως τα δέντρα

καρφωμένα στέκονται

μα στον ουρανό κοιτάνε

και κρυφά ταξιδεύουν

δίχως την απουσία τους

να νιώσουμε

έτσι

καρφωμένοι και μεις

με ρίζες γερά μπηγμένες

στον τόπο που κατέχουμε

ασθματικές ρίζες

ξέπνοες

όμως στα όνειρα

τον ουρανό κοιτάμε

και μέσα του ταξιδεύουμε

κι ο ένας τον άλλο

ανταμώνει

δίχως κανείς

την απουσία μας να νιώσει

το ίδιο και μεις

ωσάν τα δέντρα

που τα βλέπουμε

πασσαλωμένα

στης γης το χώμα

το ανήλιαγο

δίχως φωνή

καρτερικά

την ώρα για το πέταγμα

να περιμένουμε.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, 2008

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Δυο ποιήματα εσπερινά



ΒΟΥΝΑ



Σας ζηλεύω που στρογγυλοκάθεστε στον ορίζοντα και κανείς


δεν μπορεί να σας κουνήσει εκατομμύρια χρόνια κάνετε


συλλογή βλεμμάτων για το λιγοστό μπλε των λουλουδιών και


το πολύ καφέ και καστανό των δέντρων του δάσους που


απλώνεται από την αυλή ως την ατέλειωτη διαδρομή των


αισθημάτων κυματίζοντας τα πράσινα χαλιά του στην


ανυπομονησία του βιαστικού βοριά και του ακατάστατου


ρυθμού του στήθους μου καθώς παίρνει φωτιά και παραμιλά


η μνήμη στο ξέφωτο της βαθειάς κοιλάδας.




ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Σώμα κινδύνου, ύψιλον 2004




ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ


Όσο ζήσουμε

μες

στην

ομορφιά

του

ρόδινου

των

ουράνιων

νεφελωμάτων

του

αγέρα

του

πρωιού

του

αγέρα

εαρινών

συμφωνιών

της

θλίψης

των

βουνών

όταν

το

φως

τους

λιγοστεύει

των

ήχων

της

σιωπής

όταν

η

νύχτα

αγγίζει

τις

μορφές

μας.

Όσο ζήσουμε μες στην ομορφιά

καλά.

Καλά κι ευλογημένα.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002


Μέρα μέρωσε



"Καλημερίσματα "

Γαμήλιο της Καλύμνου. Γνωστό σε όλα τα Δωδεκάννησα.
Παίζεται τις πρωινές ώρες μετά το κλείσιμο του γλεντιού. Μες στο δίκτυο βρίσκει κανείς διάφορα.
Βρήκα τούτο και μου άρεσε: "Το είχα πρωτακούσει, όταν ήμουν μικρή, κάποιο ξημέρωμα στις καλοκαιρινές μου διακοπές. Οι γείτονές μας στην Κάλυμνο είχαν γάμο και θυμάμαι ότι ξημερώματα ήρθαν συγγενείς και φίλοι και τραγουδούσαν έξω από το σπίτι του ζευγαριού το "Μέρα μέρωσε". Είχε απόλυτη ησυχία σε όλη τη γειτονιά, καθότι ξημερώματα, και ακούγονταν μόνο αυτοί. Μου είχε φανεί πολύ μαγική στιγμή και το θυμάμαι ακόμα. Δεν είναι και λίγο να ξυπνάς με το "Μέρα μέρωσε" τα χαράματα"

Μέρα μέρωσε,
τώρα η αυγή χαράζει
τώρα τα πουλιά,
τώρα τα χελιδόνια
τώρα κελαηδούν.
Τώρα κελαηδούν
τώρα λαλούν και λένε
"ξύπνα αφέντη μου
ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο
και άσπρονε λαιμό".

http://www.youtube.com/watch?v=ruOSUVMgPRs



http://www.youtube.com/watch?v=u8km_1ycCAQ&NR=1

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Της Απουσίας ή ό,τι χάνει σε αφή το χάνει σε αφή


ΛΕΕΙ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ


And your absence teaches me

what art could not


DANIEL WEISSBORT


Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,

ένα γραφτό άρχιζα κι έσβηνα

κάτω απ' το βάρος της λέξης

γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση

όταν πιέζετ' από πόνο το μέσα.

Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου

-απουσία από τη ζωή-

κλάματα βγαίνουν στο χαρτί

κι η φυσική οδύνη του σώματος

που στερείται.

.................................................................


Σε λησμονώ με πάθος

κάθε μέρα

για να πλυθείς από τις αμαρτίες

της γλύκας και της μυρωδιάς

κι ολοκάθαρος πια

να μπεις στην αθανασία.

Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.

Μόνη μου πλήρωμή αν καταλάβω

στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία

τι απουσία

ή πώς λειτουργεί το εγώ

στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο

πώς δε σταματάει με τίποτα το αύριο

το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του

σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι

σαν να το πελεκάνε

πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο

ελπίζοντας

πως ό,τι χάνει σε αφή

κερδίζει σε ουσία.


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1977

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

1η Μαϊου 2009


Πρώτη Μαϊου τέλος της Άνοιξης. Πρώτη Μαϊου γεννήθηκε ο Ρίτσος έμαθες πρόσφατα.
Το 1909.
Δεν το' ξερες, όταν ήσουν στον τόπο του -12 χρόνια πριν- και τέτοια μέρα ακριβώς.
Στη Μονεμβασία, με βροχή της άνοιξης την παραμονή που δε σταμάτησε όλη νύχτα.
Και την άλλη μέρα, την 1η, έψαχνες τα δικά του περάσματα μες στο Κάστρο και τα ίχνη των χεριών του στην αυλή του σπιτιού του. Έκλεινες τα μάτια και σκεφτόσουν. Κι ας μην ήσουν της γενιάς του. Κι ας μην τον είχες διαβάσει όλον.
Ήταν μια πρώτη μέρα και τότε. Και την είχες μέσα σου έτσι. Πρώτη μιας άλλης Άνοιξης.
Η Άνοιξη τώρα φωλιάζει κάπου στα μάτια και σε ανύποπτο χρόνο χύνει τα άνθη της και εμβολιάζει την καθημερινότητά μας.
Ανήκει σε μάτια παιδικά και σε μάτια πέτρινα.
Σε μάτια άγρια θεριά και σε μάτια λίμνες θλιμμένες.
Στα μάτια τούτων που διασταυρώνονται με το δικό μας βλέμμα και που περιμένουν να τους το ξαναρίξεις. Και που και συ το' χεις ανάγκη να το κάνεις.


30 Απριλίου. Θεσσαλονίκη, συναυλία για το Μάνο Λοϊζο :

http://www.youtube.com/watch?v=-Ix8oKIa1HI&feature=related

Ηλιαχτίδα μεσημβρινή τέλη Απριλίου εντελώς


ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ


Στίχοι: Γιώργος Κορδέλλας
Μουσική: Κωστής Ζευγαδέλλης
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου

Χάθηκα ξανά σε λαβυρίνθους κι έχασα καιρό
Να σ'αναζητώ άμοιρη ψυχή μου
Έχασα καιρό άμοιρη ψυχή μου.

Θεέ μου πώς ποθώ μιαν ηλιαχτίδα
Ταίρι φωτεινό νά 'χω φυλαχτό
Σε ηλιόλουστη πατρίδα
Σε ταξίδι μυστικό
Με ουράνια πυξίδα.

Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα.

Σβήνω και ξεχνώ τα περασμένα
Ένα πρωινό όλα θά 'ναι αλλιώς
Τα κομμάτια μου ενωμένα
Θά 'χω δρόμο ανοιχτό
Και στο πλάι μου εσένα.


Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Το κενό που γεμίζουν τα δάπεδα το κενό που αφήνουν -σπαθί δαμασκηνό κι όχι ξεγυμνωμένο


Ήξερε απ' τα τραγούδια

τι ήταν η αγάπη

και το γνώρισε.


Δαμασκηνό σπαθί

στα σωθικά της.


ΕΥΗΝΙΩΝ, ΗΝΙΟΧΟΣ


Χρόνια, αιώνες άπατους καλπάζεις στο ψηφιδωτό σου

δάπεδο.

Το άρμα σου οδηγούν λιοντάρια

γύρω πετούν παράξενα πουλιά.


Έφερα κι έριξα νερό να ζωντανέψουν οι ψηφίδες,

διέκρινα το κάλλος σου

και τ' όνομά σου.


Τότε σ' αρραβωνιάστηκα

και τρέχω από τότε μαζί σου

στο σταματημένο δάπεδο.


ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Τοιχογραφία της Άνοιξης, Μεταίχμιο 2006

Το ψηφιδωτό δάπεδο βρίσκεται στο μουσείο της Αντιόχειας, Η βάρκα με τις ψυχές