Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ λες κι έχει κάποιο νόημα


ΣΕΡΒΙΚΟ


Υπό την επήρεια των πραγμάτων

Τίποτα δε θα γραφεί γιομάτο μπόλιες

Και λάσπη ανάκατη με αίμα.

Τίποτα

Γιατί τα χορτάρια

Γιομίσαν θάνατο

Και τα νερά βουτήχτηκαν στο αίμα

Κι οι καρδιές τσαλακώθηκαν με θόρυβο

-Όπως το χαρτί το άχρηστο

Που το στύβεις κι ύστερα το πετάς.

Και πεταχτήκαν

Κει που δεν υπάρχει γυρισμός

Στη γέφυρα της τρέλας.

Τίποτα

Γιατί τα μάτια των παιδιών

Γινήκαν πέτρινα

Και των ανθρώπων τα πρόσωπα

Μείναν ασάλευτα μπρος στην τόση φρίκη

Κι οι γέροι ευχήθηκαν

Να' χαν χάσει το φως τους

Προ πολλού

Και τ' αυτιά τους να τους είχαν προδώσει

Και ο Θεός να τους ελεούσε

Με την καμπούρα της άγνοιας

Να μην ήταν μπορετό να ξανασταθούν στα πόδια τους

Να χαθούν ευχήθηκαν

Να θαφτούν.

Κι οι μάνες μουρμουρίζαν και τρέχαν στα σοκάκια

Ολοφυρόμενες

Με τα μαλλιά ξέπλεκα

Και τα μάτια μαύρα

Γιομάτα στάχτη

-Πού είν' το παιδί; Πού είν' το παιδί;

Και δεν έστεκαν ν' ακούν τις αποκρίσεις

Μόν' έτρεχαν αλαλιασμένες

-Πού είν' το παιδί; Πού είν' το παιδί;

Κι αρχίζαν το νανούρισμα

Κείνο που τα παιδιά τους μόνο αναγνωρίζαν

Το μητρικό

-Πού είν' το παιδί;

Και το παιδί κειτόταν κει στο χώμα το υγρό

Το γιομάτο αίμα

Και το βλέμμα τους το μαυρισμένο

Σπίθες πετούσε

Γιομάτες οργή και πόνο

Κι η γροθιά τους υψώθηκε στον άνεμο όμοια σαν πέτρα

Και τ' ανάστημά τους έφυγε από τη γης

Κι όρμησε ανταριασμένο

Κι η κραυγή τους έκανε τις Εκκλησιές να τρίξουν.

Κι οι Εικόνες δάκρυσαν.

Γιατί τούτο τον πόνο τον είχαν μαθές ξαναζήσει.

Και θέριεψε το μοιρολόι

Κι η πλάση στάθηκε βουβή

Κι αφουγκραζόταν τη μυρωδιά του πόνου

Και η βροχή αγκάλιασε το σταυρωμένο σώμα

Και τα πτηνά του ουρανού

Και τα θηρία της γης

Τη συντροφεύαν

Και σιγοψιθύριζαν λόγους παραμυθίας

Θρηνώ και οδύρομαι

Θρηνώ και οδύρομαι

Κι ο ουρανός γονάτισε

Και έκλαψε και κείνος.

Κι ήρθαν μετά τα σύννεφα

Κι ο Ήλιος δε βγήκε

Μόν΄κρύφτηκε

Να κλάψει μοναχός του

Κι ήταν βαμμένος κόκκινος

Γιομάτος αίμα

Και η Σελήνη και τ' άστρα τ΄ουρανού

Κούρνιασαν στο μαυρισμένο σώμα

Κι όλα γιομίσαν θάνατο και φως της δύσης.



Δύοντος του Ηλίου

Της Σελήνης

Και του κόσμου ολάκερου

Δε γνώριζα πού να καταφύγω

Αφού και τούτο τ' αλωνάκι είχε μαθές γίνει αλλιώτικο

Και δεν έστεργε τη θλίψη

Μόν' έδιωχνε

-Κατά το δυνατόν-

Τους λίαν πεφορτισμένους

Και λελυπημένους

Που αδυνάτους τους φωνάζαν.



Ντέλλα Ο., Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002
φωτογραφία: Δ.Ασιθιανάκης, Time flies, http://www.fotoart.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου