Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Το μαύρο πηγάδι της Γέρμα




Δεν ξέρει κανείς γιατί επιστρέφει σε ένα κείμενο. Ειδικά όταν πρόκειται για τον Λόρκα. Μπορεί απλώς και για τον ίδιο. Κι ας μην είναι ο Γάμος η αφορμή. Θέατρο γυναικοκρατούμενο. Ίσως και γι’ αυτό. Βλέπω τι είχα υπογραμμίσει και αντιγράφω επιλεκτικά. Υπογραμμίζω εκ νέου άλλα. Πώς δεν τα είχα δει νωρίτερα; Πάντα το καλύτερο μας ξεφεύγει λέει ο Αργύρης Χιόνης. Μπορεί να’ χει και δίκιο. Δεν ξέρω αν είν' το παιδί που περιμένει και δεν έρχεται που ρίχνει τη Γέρμα στο μαύρο πηγάδι. Νιώθω όμως πως ο εγκλεισμός της είναι βαθύτερος και δεν είν' το παιδί η αιτία. Παρά οι στοιβαγμένες αλήθειες μέσα της, η ενταφιασμένη ζωή που σπαρταρά και δεν ανασταίνεται. Ο κεκοιμημένος εαυτός που επαναστατεί και διεκδικεί χώρο να υπάρξει. Ποιος αυτός που θα ανακόψει την ορμή της και ποιος αυτός που θ' αντέξει τη δίψα της. Μόνη κατεβαίνει και μονάχη ανεβαίνει.
Το πηγάδι μαύρο ως το τέλος.
Στις επιστροφές αυτές την πραγματική ζωή αναζητούμε και τις περισσότερες φορές ξεχνάμε να ζήσουμε.

Γέρμα: Τα σκληρά λιθάρια μαλακώνουν με τη βροχή κι ολόγυρά τους φυτρώνουν αγριόχορτα, που ο
κόσμος τα λέει άχρηστα. Μα εμένα μ’ αρέσει να τα κοιτάζω, όταν σαλεύουνε στον άνεμο.
Χουάν: Πρέπει να κάνομε υπομονή.
Γέρμα: Ναι. Και ν’ αγαπιόμαστε.

Γριά: Οι άντρες πρέπει να μας γουστάρουν, κόρη μου. Πρέπει να μας λύνουν τις πλεξούδες και να μας
δίνουν να πιούμε νερό μέσ’ απ’ το στόμα τους. Έτσι βλασταίνει και καρπίζει ο κόσμος.

(Παύση. Η σιωπή γίνεται έντονη, και μόλο που δεν κάναν καμιά κίνηση, νιώθεις ανάμεσα στους δυο τους μια πάλη)

Γυναίκα 4η: Σαν της ματιάς τη δύναμη άλλη καμιά δεν είναι. Έτσι έλεγε η σχωρεμένη η μάνα μου. Αλλιώς
κοιτάς ένα τριαντάφυλλο κι αλλιώς έναν άντρα γεροδεμένο. Και του λόγου της αυτό κοιτάει.
[…] Κι όταν πάλι είναι μοναχή της και δεν τον κοιτάει, τότε τον έχει ζωγραφιστό μέσα στα
μάτια της και τόνε χαίρεται.

Γυναίκα 1η: Πρέπει λουλούδι φλογερό να σμίξει με λουλούδι, όταν πυρώνει ο Αύγουστος το αίμα στα
κορμιά.

Γέρμα: Θέλω να πιω νερό και δεν έχω μήτε νερό μήτε ποτήρι. Θέλω ν’ ανέβω στο βουνό και δεν έχω πόδια.
Θέλω να κεντήσω το φουστάνι μου, και δεν έχω κλωστή.

Γέρμα: Ορθώνονται σαν βράχια μπροστά μου. Μα δεν ξέρουν πως φτάνει να θέλω και θα γίνω άγριο ρέμα
που θα τους σαρώσει.

Βίκτωρ: Όλα αλλάζουν.
Γέρμα: Μερικά πράματα δεν αλλάζουν. Μένουν θαμμένα μέσα στους τοίχους, και δεν μπορούν ν’
αλλάξουν, γιατί κανένας δεν τα ξέρει.
Βίκτωρ: Έτσι είναι.
Γέρμα: Μα αν βγαίναν ξαφνικά και φώναζαν, θα γιόμιζε ο κόσμος όλος.
Βίκτωρ: Και τι θ’ άλλαζε; Το νερό στ’ αυλάκι, το κοπάδι στο μαντρί, το φεγγάρι στον ουρανό κι ο άντρας
στ’ αλέτρι.

Γριά Α’: Ο μεγάλος πόθος δίνει και τη μεγάλη δύναμη.

Γέρμα: Φυσικά, ο Θεός είναι ο Θεός. Τίποτα δεν μπορούσε να πάθει. Μονάχα να πάρει στα χέρια τα δυο
μικρά και να τα πλύνει στο διάφανο νερό. Τα ζώα γλείφουνε το δικά τους, ψέματα; Κι εγώ, δε θα
σιχαινόμουνα το παιδί μου. Θαρρώ πως μόλις γεννήσουν οι γυναίκες, ένα φως ξεχύνεται από μέσα
τους. Και τα μωρά κοιμούνται πάνω τους ώρες και ώρες –κι αυτές ακούνε τα ρυάκια με το χλιαρό
γάλα που τους γεμίζουν τα στήθια, για να πιούνε τα μωρά και να παίξουν, ώσπου πια να μη θέλουν
άλλο, και να γείρουν τα κεφαλάκια τους. «Ακόμα λιγάκι, μωρό μου;»…. Και της γεμίζει το στήθος και
το πρόσωπο με μικρές κάτασπρες σταλαγματιές.

Γέρμα: Είναι καλός! Είναι καλός! Και τι μ’ αυτό; Μακάρι να’ ταν κακός! Μα δεν είναι. Τραβάει το δρόμο του
με τα κοπάδια του και τη νύχτα μετράει τους παράδες του. Σαν πέφτει απάνω μου κάνει το χρέος
του, μα νιώθω το κορμί του, παγωμένο σαν κουφάρι. Κι εγώ που πάντα μου σιχαινόμουνα τις
φλογερές γυναίκες, λαχταράω τη στιγμή εκείνη να γίνω ένα βουνό από φωτιά.

Γέρμα: Κοίταξέ με που’ μεινα μονάχη. Σαν το φεγγάρι να γύρευε τον εαυτό του στον ουρανό. Κοιταξέ με.

Γέρμα: Δε με νοιάζει. Αφήστε μου λεύτερη μονάχα τη λαλιά έτσι φυλακισμένη που’ μια σ’ αυτό το μαύρο
πηγάδι. Αφήστε να βγει από το κορμί μου μονάχα τούτη η ομορφιά που με πνίγει και να γεμίσει τον
αέρα.

Γέρμα: Άλλο πράμα είναι σαν πεθυμάμε με τη σκέψη κι άλλο πράμα σαν το κορμί –καταραμένο κορμί- δε
μας αποκρίνεται. Είν’ το γραφτό μου, και δε θα παλέψω μ’ ολάκερο το πέλαγο. Έτσι!... Κι ας
σφαλιστούν τα χείλια μου.


Γέρμα: Εισάκουσόν μου, Κύριε,
και στη νεκρή μου σάρκα,
τ’ άγιο το ρόδο σου άνοιξε,
κι ας έχει χίλια αγκάθια.
Κάνε ν’ ανθίσει στη σάρκα μου
το ρόδο που κάνει τα θάματα!

Θηλυκιά μάσκα: Μες στο ποτάμι του βουνού
λουζόταν η άμοιρη κυρά.
Της σκαρφαλώνουν στο κορμί
τα σαλιγκάρια του νερού.
Κι όπως ο αγέρας του πρωγιού
άμμο της στέλνει απ’ τη στεριά,
δίνει στο γέλιο της φωτιά
κι ανατριχίλα στο κορμί.
Αχ! και τι γύμνια ήταν αυτή
της κοπελιάς μες στο νερό!

Άντρας Α’: Αχ! μαραμένη μου κυρά
στ’ αγέρι, στο νερό!

Γέρμα: Δε νιώθει κανένας την αλήθεια σαν είναι κρυμμένη μέσα του. Κι όμως! Πόσο είναι θεόρατη και πώς
σκούζει σαν πεταχτεί έξω μ’ άγρια σηκωμένα τα χέρια!
ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ, Γέρμα (μτφρ. Αλέξη Σολομού), Δωδώνη 1986


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου