Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

ΑΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ


«ΑΙ ΛΕΞΕΙΣ»

Μικρή εισαγωγή στη βραδιά του «Τέλους του Κόσμου» -καφέ μπαρ Εορδαίας- με συντροφιά το Λεωνίδα Εμπειρίκο. Προηγήθηκε των απαγγελιών της πρώην Απαγγελτικής Ομάδας Καϊλαρίων-Πτολεμαΐδας δηλαδή. Πέρασαν από τότε 4, δηλ. σχεδόν 5, χρόνια.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο εξ Άνδρου ποιητής, ψυχαναλυτής, και φωτογράφος, υπήρξε ο εισηγητής και πρεσβευτής του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, αλλά και ο πιο γνήσιος και ορθόδοξος εκφραστής του ή -αν θέλετε- υπηρέτης του.
Ο Υπερρεαλισμός γεννήθηκε μέσα από μια χαώδη κατάσταση, που επικρατούσε στο πολιτικό, πνευματικό και κοινωνικό στερέωμα πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν αποκύημα ή συνέχεια της ανταρσίας του «Ντανταϊσμού», της πλήρους και μαχητικής ανατροπής των πάντων. Επίσημα εμφανίστηκε στο Παρίσι, στα 1924, και «αποτελεί, όπως διακηρύττει στα 1971 ο Εμπειρίκος, την πληρέστερη και πλέον ελπιδοφόρα προσπάθεια αξιοποιήσεως του λυτρωμένου πνεύματος και όλων των δημιουργικών ώσεων του ανθρώπου». Για τον ποιητή ο Υπερρεαλισμός αποτελεί το μεδούλι και την πεμπτουσία της Μοντέρνας ποίησης, γιατί είναι «η σπουδαιοτέρα και η πιο αποφασιστική συμβολή στην απεριόριστον διεύρυνσιν των οριζόντων της ποιήσεως και των δυνατοτήτων της, από την εποχήν του Ομήρου και των αρχαίων ελλήνων τραγικών έως σήμερα».
Ωστόσο, ο Υπερρεαλισμός δεν άλλαξε εκ θεμελίων μόνο την ποίησι, αλλά, σύμφωνα με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, «άλλαξε την θέσι και τον ρόλο του ποιητού. Από εξόριστον στη χώρα των νεφελωμάτων, καταργών την υπερορίαν, μετέτρεψεν τούτον εις δρώσαν παρουσίαν, τοποθετών αυτόν στην σφύζουσαν, «εντός των πραγμάτων», καθημερινήν ζωήν, σαν μια απαραίτητη μέθεξι και αδιάπτωτη λειτουργία».
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με την πρώτη του ποιητική συλλογή, την Υψικάμινο, λίγους μήνες μετά την μυητική περί συρρεαλισμού διάλεξη του, δηλ. τον Μάρτιο του 1935.
Όπως καταθέτει ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, «η παρουσία του Ανδρέα Εμπειρίκου στο στενό και φτωχό χώρο των ελληνικών γραμμάτων ήταν σαν μια εισβολή ταύρου εντός υαλοπωλείου. Αλλά ενός ταύρου που αν και τα αναποδογύριζε όλα, δεν έσπαζε εντούτοις τίποτα». Αυτή η εικόνα αντικατοπτρίζει παραστατικότατα το τι συμβαίνει με τις γλωσσικές επιλογές, αλλά και την όλη παρουσία του ποιητή.
Μιλώντας κανείς για τις λέξεις του Ανδρέα Εμπειρίκου δεν μπορεί παρά να ρισκάρει, καθώς οι γλωσσικές επιλογές του ποιητή κάθε άλλο παρά προβλέψιμες στάθηκαν στις ποιητικές συλλογές του. Αυτό σε καμία περίπτωση βέβαια δεν σημαίνει ότι υπήρξαν τυχαίες. Κάθε άλλο. Ο Εμπειρίκος ακολουθεί την παράδοση του Σολωμού, του Κάλβου, του Σεφέρη αλλά και του Παπαδιαμάντη. Στην ποίηση του συμβαίνει το εξής ανακόλουθο: ο συγκερασμός όλης της γλωσσικής παράδοσης ως τις μέρες του, η σύναξη της αρχαίας, της καθαρεύουσας και της δημοτικής γλώσσας.
Μίλησαν για μια γενικότερη νοσταλγική διάθεση του ποιητή, που εκφράζεται και μέσω των γλωσσικών επιλογών του, μια απόλυτη στροφή προς το παρελθόν, αλλά και μια ενοποιητική στάση που συγκερά σχεδόν τα πάντα: το χρόνο αλλά και τη γλώσσα, το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον, όταν δηλ. τα συνήθη λόγια δεν θα επαρκούν ή όταν θα έχουμε πια ξοφλήσει με το λόγο, κατά Ελύτη, όταν θα έρθει η ώρα για μια πρωτόγονη γλώσσα σε μια παραδείσια Νέα Πολιτεία, κατά Εμπειρίκο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.
Για τον Εμπειρίκο η γλώσσα δεν στάθηκε απλώς επιλογή συνειδητή, αλλά κυρίως βίωμα: μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η γλώσσα τον επέλεξε και δεν την επέλεξε. Στις 22-5-1973 στο Σπουδαστήριο της Νεότερης Φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη, ο ποιητής μιλά για τη γλώσσα που μιλά και γράφει: Εγώ εξεπαιδεύθην στην καθαρεύουσα. Η δημοτική ήταν η λαλιά του τόπου μου, και την άκουα, αλλά η παιδεία μου έγινε εξ ολοκλήρου εις την καθαρεύουσα. Αλίμονο, αν εγώ στεκόμουν να διορθώσω επί το δημοτικότερον μια φράση. Καταστροφή. Πολλά χρόνια πέρασα στο εξωτερικό και βέβαια, παίζει κι αυτό ένα ρόλο. Αλλά δεν είναι ο πρώτος λόγος. Διότι εγώ διετήρησα την ακεραιότητα της γλώσσας μου και στα πολλά χρόνια που έζησα εις την Αγγλία, και στη Γαλλία και στην Ελβετία. Ξέρετε τι ήταν η ελληνική μου; Αυτό που λέμε μικτή. Εις την αυθόρμητον εκδήλωσιν μου μιλώ αυτό που ακούτε τώρα, τούτη τη στιγμή, και μένω πιστός απλώς εις τον προσωπικόν μου τρόπον εκφράσεως. Όπως μιλώ, γράφω. Αλλιώς θα έπρεπε να σταματήσω να πω: «Α, για να είμαι συνεπής με τη δημοτική, θα γράψω αλλιώς». Αποχρωματίζω τον εαυτό μου. Ισχυρίζομαι ότι όλοι το κάνουμε αυτό. Το έκανα κι εγώ άλλοτε. Εκτός εκείνοι οι οποίοι έχουν ως γλώσσαν μοναδικήν, ως φορέα του λόγου των την δημοτικήν. Εκείνοι μάλιστα. Μόνον. Ποιοι είναι αυτοί, οι πραγματικοί; Ο λαός».
Ωστόσο, οι γλωσσικές επιλογές του Εμπειρίκου δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό που προηγουμένως περιγράψαμε περίπου ως γλωσσικό collaze. Το γλωσσικό τοπίο εμπλουτίζεται συστηματικά και με συνέπεια από αυτό το γλωσσικό υπόστρωμα που χαρακτηρίστηκε γλώσσα ιερή, και εγκιβωτίστηκε από τα κείμενα της Ορθόδοξης υμνολογίας την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Πολλοί έχουν ήδη επισημάνει τις αναφορές του ποιητή στην εκκλησιαστική γλώσσα, τους συμβολισμούς και τα πρόσωπα που επισκέπτονται το ποιητικό του σύμπαν. Αυτό είναι εμφανές και ξεκάθαρο ήδη από την πρώτη συλλογή. Ίσως δεν έχει γίνει τόσο ξεκάθαρη η ποσοτική δυναμική της εκκλησιαστικής γλώσσας και των θρησκευτικών μοτίβων. Παρευρίσκονται σε όλες τις συλλογές και συμπορεύονται, δημιουργώντας ένα τοπίο ξεχωριστό, εσχατολογικό πολλές φορές και εδεμικό, τα εξής πρόσωπα, πράγματα και φράσεις: γη άνευ όφεων εδεμική, από τη Γένεση, νύμφες μελαψές της γης της Γαλιλαίας και ο έρωτας μόνον το θάνατο νικά από το Άσμα Ασμάτων, εν τη καμίνω παίδες τρεις, ο Δανιήλ και ο Ναβουχοδονόσορας στις προφητείες του Δανιήλ στην Παλαιά Διαθήκη, οι πληγές του Φαραώ, ο Νώε αλλά και η στήλη άλατος, η φλεγομένη και μη καιομένη βάτος, η λαμπάς που φλέγεται χωρίς να καίεται, το μάννα του ουρανού και το πτερόεν άρμα. Μια ιδιαίτερη κατηγορία συναπαρτίζουν οι δοξολογικές εκφράσεις: δόξα εν υψίστοις, ωσαννά, αλληλούϊα, δόξα τω Θεώ, μαζί με το Gloria, Gloria in Excelsis της Δυτικής Εκκλησίας και το Ιλ-Αλλά των μωαμεθανών.
Όχι λιγότερης σημασίας είναι αυτές που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στο πρόσωπο του Χριστού, ο καταγγελτικός τόνος, ο προειδοποιητικός είναι πασιφανής: αμήν, αμήν, λέγω υμίν, όσοι περί πολλά τυρβάζουν, είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω, ο αμνός-κριός ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου. Η ανάσταση και επομένως η λύτρωση είναι πάλι εδώ: Χριστός ανέστη σήμερον θανάτω θάνατον πατήσας, Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται, ο Άγγελος Κυρίου εβόα, αγνή παρθένε χαίρε και πάλιν ερώ χαίρε, ο Άδης ενικήθη, Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε, Πάσχα εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα, ω, Πάσχα λύτρον λύπης!.: στιχηρά των Αίνων του Πάσχα, καταβασίες του Αναστάσιμου Κανόνα, αναστάσιμα τροπάρια κ.α. πολλά, ων ουκ έστι αριθμός.
Πλάι σε αυτά, προβάλλει η γλώσσα η αδαμική, γλώσσα προπτωτικής κατάστασης, η ολοκαίνουρια γλώσσα του ποιητή, γιατί μια Νέα Πολιτεία, ένας Παράδεισος Νεός, η Οκτάνα πολιτεία, που ευαγγελίζεται, δεν μπορεί παρά να στεριώσει με μια γλώσσα πρωτόγονη, εδεμική, αυτήν ενδεχομένως που μιλάμε κάθε βράδυ στα όνειρα μας, η υπό διαμόρφωση παγκόσμια γλώσσα της αθωότητας, η γλώσσα των πουλιών και των νουφάρων, η γλώσσα που μιλούσαν οι πρωτόπλαστοι, η γλώσσα που μιλάγαμε με τη μαμά μας καθισμένοι στα καρεκλάκι μας: ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ, ΚΑΜΕ ΛΑΜΑ ΧΑΜΙ ΑΧΜΑΡ ΠΑΝΕ ΑΜΠΟΡ ΕΛΜΑΝΑ!
Τι άλλο είναι αι λέξεις του ποιητή; Είναι χρόνος, ο Εσαεί και Πάντα, κράμα ενιαυτών, θέρος, έαρ, χειμών και φθινόπωρο. Νύκτα, νυξ, νύχτα, νυχτιά, βράδυ, δείλι, σούρουπο, σύθαμπο, δύσις, δυσμαί, μεσημβρία και εσπέρα, και κυρίως λυκαυγές, ανατολή, αυγή, ηώς, χάραμα, χαραυγή, ξημέρωμα, όρθρος, πρωί, πρωία. Ποιος είπε ότι είναι μόνο μεσημέρι;
Είναι και τόπος, τόπος οικουμενικός, κυριολεκτικά καθολικός, συμπαντικός, που υπακούει σε έναν συγκρητισμό γεωγραφικό (η ενοποιητική στάση του Εμπειρίκου δεν ολοκληρώνεται στη γλώσσα ούτε και σταματά σε αυτήν): παρελαύνουν δίπλα- δίπλα πόλεις εξακτινωμένες στα πέρατα του κόσμου: Αθήνα, Μόσχα, Δελφοί, Σηκουάνας, Δωδώνη, Σάντα Φε ντε Μπογκοτά, λίμνες Φινλανδικές, Tierra del Fuego, Ουγκάντα, Ζουλουλάνδη, τα Σάλωνα, οι μπεάτοι, ο Σολωμός, ο Κέρουακ, οι εν τη καμίνω παίδες τρεις, ο Δοστογιέφσκυ, ο Μπακούνιν, ο Ιησούς Χριστός, ο Μωάμεθ, ο Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ Λένιν και άλλοι εκλεκτοί, άφθαρτοι και άκαυτοι εις τον αιώνα, προφητικοί και μακάριοι, που πραγματοποιούν το κάλεσμα στη Νέα Πόλη, που ευαγγελίζεται ο ποδηλάτης ποιητής, ο ποιητής ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου, ο ποιητής-Οιδίποδας, που ως άγγελος Κυρίου, ως Μωυσής και λυτρωτής εισβάλλει στην πόλη για να μεταδώσει την Ανάγκη και τον Ερχομό των Νέων Παραδείσων.
Είναι και θάλασσα, πέλαγος, πόντος, ωκεανός, λιμάνια και αγκυροβόλια, προβλήτες, καράβια, ιστιοφόρα, βαπόρια, ατμόπλοια, υπερωκεάνια, κέρκουροι, καραβέλλες, μπάρκο-μπέστια, γονδόλες, σχεδίες, φαλαινοθηρικά, κορβέττες, φρεγάδες, λαμνοκόποι, καϊξήδες, κωπηλάτες, λουόμενοι, δύτες, σκαφανδροφόροι, ναυαγοί και φαροφύλακες, κήτη, καρχαρίες, φάλαινες, δράκαινες, μέδουσες, ιππόκαμποι και σκορπίνες, πρύμα-πλώρα, αρμενίζω, πλέχω, σαλπάρω, πλευρίζω, ποντίζομαι, βυθίζω, αναδύομαι, καταδύομαι, βουτώ, πνίγομαι, ύφαλος, αφρισμένος, αφρόεις, Παφλάζουσα και παφλάζω, συμπληγάδες και διώρυγες: η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.
Το υγρό στοιχείο κατέχει ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου: δεν είναι μόνο θάλασσα, αλλά και πηγή, βρύση, φουντάνα, μαγγανοπήγαδο, φρέαρ, πίδακας, συντριβάνι, κρουνός και νερομάνα, βρέχω, μουσκεύω, πλημμυρίζω, περιβρέχω, σταλάζω, ραγδαία, βροχή, μπόρα, ψιχάλα, καταιγίς και όμβρος, χιόνι, παγετώνας, αφρός, κύμα, νερό, γάλα, μύρο, μέλι, χυλός, οπός, μοσχάτο, δάκρυ, δροσοσταλίδα και φυσσαλίδα. Πλάι σε αυτά και ένα πλήθος λέξεων στεκούμενων, όχι λιγότερης σημασίας: ανομβρία, δίψα, στερεύω, στεγνώνω, σουρώνω, τελματώδης και στεγνός, στέρνα, φράγμα, τάφρος, δεξαμενή, λέβητας και τέλμα.
Το ποτάμι, συχνάκις ο καταρράκτης, ο χείμαρρος, με ή χωρίς όνομα, είτε λέγεται Αμούρ, είτε Σηκουάνας, Βόλγας, Ιορδάνης, Ζαμβέζης και Μιζούρι αποτελεί μόνιμο συμβολισμό στην ποίηση του Εμπειρίκου, μοτίβο από το οποίο ξεκινά και στο οποίο επανέρχεται πάντα, προκειμένου να συνεχίσει.
Τι άλλο είναι οι λέξεις του ποιητή; Είναι μουσική, ένας μουσικός συγκρητισμός που ακολουθεί το Ταμ-ταμ, το γκόγκ, αλλά και το Αλλελουγιά. Που μεταφέρει το ευαγγελικό μήνυμα του Εμπειρίκου μέσω κυμβάλων, κροτάλων, πλαγίαυλων, σαξοφώνων, φορμιγγών, σήμαντρων και ταλάντων. Ο ήχος είναι τριγμός, κρότος, ορυμαγδός, γδούπος και πλατάγισμα, ψίθυρος, στοναχή, βοή, κραυγή, ουρλιαχτός, γόος και κοπετός, αλαλαγμός, χλιμίντρισμα, κρωγμός, και κελάιδισμα, μηκυθμός και βόμβος, φλοίσβος, θρόισμα και παφλασμός.
Οι παιδίσκες του Εμπειρίκου, πορεύονται μαζί με κοράσια και κορασίδες, κοπέλλες, παρθένες και γυναίκες, με κούρους, εφήβους, νέανδρους και παλληκάρια, νεανίες, άνδρες και μνηστήρες. Μας οδηγούν, κρατώντας απ΄ το χέρι τους αγαπημένους μπεάτους του ποιητή, μέσα από τόπους υγρούς είτε μέσα από κορυφές απορρώγες, από το Παρίσι, το Πεκίνο, τη Γαλιλαία και τη Δωδώνη ως την αγαπημένη Άνδρο του ποιητή, ο δρόμος περνά από παντού, για να μεταδώσει το χαρμόσυνο μήνυμα του ποιητή-σωτήρα:

"όσοι από σας βαρεθήκατε στον κόσμο αυτόν τον άδικον και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεσθε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους, όσοι πια βαρεθήκατε […] προσμένοντας να έλθη η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητη και ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθη η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε και ας ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί, νυν και αεί), σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια ψυχή, με μια φωνή –ΟΚΤΑΝΑ!"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου