Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

ΤΟ ΕΞΑΙΣΙΟ ΧΑΟΣ


Ανάγνωση δεύτερη. Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου. Μετά από χρόνους δεκατρείς. Ήταν 22 Δεκεμβρίου του ’06. Είναι 20 Ιανουαρίου του ’09. Μονοκοπανιά το διάβασες τότε. Έτσι και τώρα. Ας είν’ καλά οι ιώσεις που φέρνουν τις επιστροφές. Για το μονοκοπανιά ευθύνεται και στις δύο χρονικές στιγμές ο ίδιος ο Δήμου. Επιστροφή στον τόπο των βιβλίων. Στον τόπο των κειμένων προσώπων, στο πρόσωπο που κι εσύ έκρυβες ως εαυτό, στο πρόσωπο που προσπαθείς να επαναφέρεις στη μνήμη σου, να το ανιχνεύσεις -κάποτε επώδυνα κι άλλοτε με επιείκεια- και σ’ αυτό που έχει συντεθεί τώρα. Υπογραμμισμένες φράσεις κι άλλοτε μικρά σχόλια στα περιθώρια. Περισσεύουν τώρα. Προσθέτεις κι άλλα. Βλέπεις με απορία τι σε είχε τότε λαβώσει ως λόγος. Εκ νέου αγγίζεις με μολύβι το κείμενο. Σχεδόν το μουντζουρώνεις. Το λαβώνεις ξανά. Τι ανάγκη κι αυτή να επέμβεις πάνω του. Να το καταπιείς αν μπορούσες. Ή με μια ανάσα μέσα σου να το πάρεις. Τι ανάσες συνεχίζουν να μας δίνουν τα ποιήματα της γραφής και με τι τεχνητές αναπνοές επιβιώνουμε στην κάθε μέρα.
Προέκυψε η ανάγκη της αντιγραφής. Αντιγράφεις εκ νέου και είναι σα να ζει το κείμενο διαφορετικά. Σα να παίρνει υπόσταση και να ορμά στο δίκτυο και να σερφάρει με αλαζονεία ίσως, με βεβαιότητα για την υπεροχή του. Ή απλώς με τη μεγαλοσύνη του ηττημένου αθόρυβα να περιφέρει το σαρκίο του. Όποια εικόνα κι αν διαλέξεις για την Ιουλιέττα που έχει εναπομείνει είναι θεμιτή. Όλες και καμιά από αυτές τελικά. Όλες και ο καθένας τη δική του. Και η ίδια κατορθώνει να γλιτώσει και να ανυψωθεί ξανά πέρα από τα όρια που και συ της υποβάλλεις. Ξεπερνά τη δική σου ανάγκη να την αιχμαλωτίσεις στο οικείο σχήμα του δικού σου εαυτού. Ανήκει στα ξένα. Ανήκει -από τις φασκιές- στην πολιτεία των ξένων του Χατζή. Σκηνοθετεί εκ νέου -και αέναα- τον εαυτό της. Υιοθετεί κάθε φορά άλλο πρόσωπο και άλλο σχήμα. Είναι μόνο μια Ιουλιέττα που επιζεί του πόνου. Αυτός την έχει ήδη διασχίσει, κι αυτή άλλωστε δεν τον αρνήθηκε ποτέ -έστω κι αν της προέκυψε- το πρόσωπό του της είναι γνωστό. Και τώρα η ίδια πια δεν είναι παρά ένα ακόμα προσωπείο του Πόνου. Ένα προσωπείο για το ισόβιο πένθος.

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Δεν θα σηκωθώ, συγχωρήστε με.
[…] Με θεωρείτε αγενή; Στρυφνή; Ιδιόρρυθμη; Ω, δε με νοιάζει, σας βεβαιώ, καθόλου δεν με νοιάζει. Δεν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυμώ να το διατηρήσω μακριά απ’ τη σκιά μιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες μαθημένες να ζουν μέσα στον κόσμο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς, με φίλους, θαυμαστές και εραστές ακόμα –γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους, κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για μια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ’ αυτά, ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου;
v
Θέλω να προλάβω πριν τη νύχτα, την ώρα εκείνη που μαραίνεται το φως μπρος στη βεράντα μου, την ωραιότερη ώρα της ημέρας.
v
Ξαπλώνω το κεφάλι μου στη ράχη της μπερζέρας κι ονειρεύομαι. Ένα δεντράκι φυτρώνει μέσα απ’ τα μωσαϊκά. Το αγκαλιάζω, το φιλώ βαθιά στο στόμα, τα χείλη μου τα καίνε οι χυμοί του, πιάνω βελόνα και κλωστή να του ράψω ένα φράχτη κι ύστερα χίλια δυο πουλιά μες στα κλαδιά του. Ξυπνάω κάθε πρωί απ’ τον ίσκιο του, τρέμοντας ελαφρά, σαν από τον παλιό μου εκείνο έρωτα. Ελάτε κοντά μου, εδώ, πάνω απ’ τον ώμο μου. Κοιτάξτε με προσοχή. Τα βλέπετε τα περιβόλια; Άδεια, το χώμα τους στεγνό, κίτρινο σαν το σάλιο των εντόμων. Βλέπετε στην άκρη τους τη βροχή που παραμονεύει; Ακίνητη γριά, κοκαλωμένη. Σφύριγμα κεραυνού έχει ν’ ακούσει χρόνια.
v
Μη στέκεστε έτσι. Φύγετε από’ κει. Κανείς δεν ξέρει πότε θα χτυπήσει ο Θεός.
v
Ήτανε κάποτε εκεί μια καρυδιά. Όμορφο δέντρο, ζωηρό –παρηγοριά μου. Κάθε που εκείνος έφευγε, έτρεχα να κρυφτώ μες στα κλαδιά της. Έστρωνε τη σκιά της να καθίσω. Τα φύλλα της μου κάνανε χαρές. Άλλον ήλιο απ’ τα μάτια μου δεν άφηναν να με πιάσει. Ερχότουσαν πουλιά περαστικά, με κοίταζαν στα μάτια μ’ εμπιστοσύνη, σαν να με πιστεύανε. Νόμιζα θα κρατήσει χρόνια εκείνο το κελάηδισμα. Έσκαβα με τα δάχτυλα το χώμα, έβρισκα βαθιά τις φρέσκες ρίζες του δέντρου και του μιλούσα. Όσα κρατούσα κλειδωμένα στο στόμα μου κάθε που μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά του, τα ψιθύριζα εκεί και όταν συναντιόμαστε ξανά ήξερα πως όλα τα είχε ακούσει. Δεν ξαφνιαζόμουνα καθόλου που μου’ φερνε μια απάντηση σε μια ερώτηση που ποτέ δεν του πήγα. Αυτό είναι έρωτας: να προλαβαίνεις τα λόγια. Λέξη καμιά να μην αφήνεις να λερώσει τα χείλη σου κι όλα ν’ ακούγονται γλυκά σαν μιλημένα. Μόνο μ’ εκείνον ξέχναγα όλες μου τις λέξεις: τα πορφυρά επίθετα, τα σαρκοβόρα ρήματα, τους συναινετικούς συνδέσμους, τα βλοσυρά επιρρήματα –μακριά απ’ την κυριαρχία της γλώσσας πόσο γλυκά ανάδευε το σώμα μου! Πόσο καθαρά άκουγα το κελάρυσμα του αίματός μου, η ανάσα μου πώς λίκνιζε τον κόσμο!
v
Μόνο μια μνήμη αίματος μπορώ ν’ ανακαλέσω, υπάρχει όμως κανείς που να θέλει να θυμάται κάτι τέτοιο; […] Όχι, όχι, δεν ήθελε κακό, μονάχα ν’ αποδείξει πόσο βαθιά και τελεσίδικη μπορεί να είναι μια βιαστική, τυχαία χειραψία, ένα άγγιγμα φευγαλέο στο μέσα μέρος της παλάμης, κι ύστερα το φιλί εκεί, στην κόψη του μηρού, στο στήθος ή στον ώμο…
v
Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου, εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες αγκαλιάς; Εμπρός λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυμηθείτε –αν βέβαια έχετε μια τέτοια άξια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα; […] Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δεν θα βρείτε μιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος. Μόνο μια εκκωφαντική σιωπή ταιριάζει στην απόλυτη φύση ενός τέτοιου δώρου. μια σιωπή σπαρμένη με τ’ ανείπωτα του σύμπαντος που ανθίζουν μόνο μια στιγμή: όσο κρατάει ένα σμίξιμο ιδρωμένο.
v
Θυμάμαι τώρα…Πριν να τον δω, τον γνώριζα καλά, ως την παραμικρή του λεπτομέρεια […].Τον θαύμαζα μυστικά, τον αγαπούσα σιωπηλά, πάντοτε υπολόγιζα σ’ αυτόν, σ’ ένα του βλέμμα ενθαρρυντικό στρεφόμουν για να συνεχίσω να ζω προστατευμένη, με σκεπασμένη τη φωνή μου, μ’ ολόκληρο το σώμα μου.
v
Μέρες μετά ζούσα μες στο χορό του. Τον σκεφτόμουν επίμονα, εντατικά, με κατοικούσανε ολόκληρη τα μάτια του. Του αφιερωνόμουν νοερά, καθώς εκείνοι οι πιστοί που λατρεύουν έναν άγιο, κι όπου κι αν βρίσκονται, όπου κι αν πηγαίνουν, περιφέρουν εντός τους την εικόνα του προσδοκώντας τη φανέρωσή του, διψώντας για το θαύμα. Μ’ έκαιγε η σκέψη του, ο ύπνος μου γέμιζε νερά, χανόμουν στο βυθό του. Με μάγευε αυτή μου η αφοσίωση. […] Τριγυρνούσα στο σπίτι αδιάφορη στα φλύαρα βλέμματα των υπηρετών […], τα μαλλιά μου μπλέκονταν στα έπιπλα όπως τα κέρατα του ελαφιού στα κλαδιά των θάμνων, μέτραγα την ανάσα μου κι απορούσα: τόσο λίγη που την έβρισκα πώς γινόταν και ζούσα ακόμη; Άνεμοι τρυφεροί με ταξιδεύανε, με κάθιζαν στα γόνατα και ύστερα απάνω μου περνώντας με κουρσεύανε. Τον έφερνα κοντά μου, πλάι μου, μέσα μου τον κρατούσα με μια τυφλή ορμή, μια δύναμη αντρική, αταίριαστη στο φύλο μου. Έφτανε μια ελάχιστη στιγμή να τον συλλογιστώ και σαν να κέρδιζα ύψος –όχι ανεβαίνοντας όμως, πετώντας ναι, μα κατευθείαν αγκαλιάζοντας το χώμα.
v
Ερχόταν καλοκαίρι. Κατέβαινα να γνέσω στο πηγάδι, μπλεκόταν το φεγγάρι στην ανέμη μου, αστέρια πέφταν στα νερά και η κλωστή μου γέμιζε μπουμπούκια. Μια πένθιμη χαρά με κατοικούσε. Και μ’ αναστάτωνε βαριά σαν να μηνούσε ένα χαμό λυτρωτικό, μια νύχτα φόνου.
v
Ο Φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο από φιδοφωλιές και βρόμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι’ αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν κιόλας λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει το βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα.
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλυτη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ’ αγαπώ –έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να’ μια η μόνη αθώα.
Να παραλύω μπροστά στην πιθανότητα της αποκάλυψης, κι αυτός ο φόβος, ο Φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν –να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους.
v
Στο διάβολο λοιπόν ο κόσμος, οι φωνές, οι έχθρες των γονιών κι οι συμβουλές της παραμάνας, στο διάβολο οι απειλές και οι κατάρες, τα λεπίδια στο βλέμμα του πατέρα, ο τρόμος που κροτάλιζε στα τακούνια της μάνας μου, οι γέροι στα καφενεία που ανοίγανε την τράπουλα γελώντας μοχθηρά όταν περνούσα, οι γυναίκες κλεισμένες στα σπίτια τους που ολημερίς υφαίνανε θανάτους, το αίμα που άκουγα κιόλας να βοά πλάι στ’ αυτιά μου –ολόκληρη μια επιθυμία ζούσα, κι ας ρημάξει η Βερόνα, ας αφανιστεί, πατρίδα άλλη απ’ το μπαλκόνι της κάμαράς μου δεν υπήρχε για μένα, ο μόνος τόπος που αναγνώριζα γενέθλιο ήταν εκείνο το καγκελόφραχτο μπαλκόνι.
v
Άλλη περιουσία απ’ αυτά τα χαρτιά δεν κατέχω. Μόνο τα λόγια που ποτέ του δεν ξεστόμισε. Αν μίλαγε ένα χάδι, αν ένα βλέμμα ήξερε να πει, εδώ θα βρίσκατε γραμμένη τη φωνή τους. Μα ευτυχώς ο στεναγμός καμία γραμματική δεν γνωρίζει κι αυτό τον κάνει να ηχεί τόσο πολύτιμος. Δεν τα ξαναδιάβασα από τότε –συχνά όμως τα παίρνω στα χέρια μου, τα ξεφυλλίζω με ηδονή, βάζω όλη μου τη δύναμη να ξεγλιστρήσω ανάμεσα απ’ τις φράσεις δίχως να κοπώ. άλλοτε πάλι αφήνομαι και με την άκρη του ματιού διαβάζω «πόσο σ’ αγαπώ», «χαρά μου», «μείνε» -η κάθε συλλαβή γεννάει καινούργια δάκρυα. Δεν βρίσκω πια κανένα νόημα σε μια τέτοια απασχόληση. Μόνο έναν πόνο ωφέλιμο, που μου θυμίζει ότι χρωστάω ακόμα στα μαχαίρια. Και μια ανάσα θανάτου που έρχεται.
v
Πάντοτε πρέπει να μένει κάποιος στο τέλος, και μετά το τέλος ακόμα να μένει όρθιος, εκεί, για να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να ματώνει και να ξεσκίζεται, να ταϊζει στο στόμα το πιο μαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να μη λυτρώνεται ποτέ, κάποιος πρέπει πάντα να μένει πίσω, ακρωτηριασμένος, ανάπηρος, κομματιασμένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και με την ιαχή της ήττας λιωμένη στα χείλη του να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωμένο στην άμμο σαν Σταυρός.
v
Δεν θέλω να μιλώ γι’ αυτά. Παρασύρθηκα. Νύχτωσε κιόλας. Βασιλικό φεγγάρι έχει απόψε. Αγαπάτε το φεγγάρι; Εγώ πολύ. Ω, αν ξέρατε να δείτε…. Κρατάω κρυμμένο ένα τοπίο μες στο νου μου –άκακη φύση που τα χρόνια δεν την κάψαν. Φρέσκα, ευωδιαστά νερά κι οι φλέβες κάθε πέτρας ανθισμένες. Υπάρχει πάντα ένα φεγγάρι βαρύ και περήφανο εκεί. Φαντάζομαι πολλές φορές πως πηγαίνω. Είναι μια Τρίτη, μέρα έρημη σαν όλες. Περνώ ανάμεσα απ’ τους κήπους, τ’ αυτοκρατορικά παγόνια ραμφίζουν τις μπιγκόνιες, στις φυλλωσιές μικρά πουλιά τινάζουν από τα φτερά τους τ’ απομεινάρια μιας πρόσφατης βροχής, πουλιά μικρά και μαλακά σαν διλήμματα προορισμένα εσαεί να μείνουν αναπάντητα. Όσο προχωρώ το τοπίο απομακρύνεται –μια απρόσιτη γεωγραφία ανυπότακτη στα βήματά μου. Ποτέ δεν φτάνω. Γυρίζω πάλι εδώ, στην ίδια ανάγλυφη έρημο.
v
Σήμερα όμως….αν ξέρατε πόσες φορές δεν πόθησα να ήμουν εκείνη η ανώνυμη γυναίκα. Με το ζυμάρι, το φιλί και τον ιδρώτα της. Με την ολέθρια κι ευλογημένη τύχη της.
Αναρωτιέμαι: είναι ένας τέτοιος πόθος ασεβής; Δεν είναι ύβρις ν’ απιστώ στο εξαίσιο χάος που αξιώθηκα να ζήσω;
v
Έτσι ήμουν πάντα: έφηβη στη χαρά, γριά στη λύπη. Ασήμαντες, τυχαίες ηλικίες. Τίποτα πια δεν με πληγώνει. Κι η ανάσα μου υπάρχει έτσι, γιατί το θέλησα να μοιάσω του οποιουδήποτε ανθρώπου.
Ούτε έχω τίποτα να μοιράσω με κείνο το καλοκαίρι που ήμασταν. Μπορώ λοιπόν να τον φέρνω στο μυαλό μου χωρίς το φόβο να πνιγώ ή να βουλιάξω στα φύκια. Ξαναγίνομαι τρυφερή, στα μάγουλά μου απλώνεται η συγχώρεση, ας μην έζησα, λέω, ας μην έζησα.
Μου αρκεί να βλέπω απ’ το παράθυρο πέρα μακριά τα βουνά ν’ αναπαύονται ήσυχα σαν την αγκαλιά των εραστών στο μοιρασμένο τους ύπνο, όταν τα σώματα στεγνώνουν και τα χείλη μουδιασμένα σαλεύουν ελάχιστα.
v
Βγαίνω για λίγο στο κατώφλι, συλλογίζομαι: γδαρμένα πάθη, γέλια αλλοτινά, γουλιές φαρμάκι που λερώσανε οριστικά το νυφικό μου ρούχο, προπάντων μια αγάπη που τελείωσε στα λόγια.
Ρωτάω πάντα σιωπηλά, χωρίς απάντηση καμιά να καταδέχομαι. Μάταιος κόπος να προσπαθείς να ξεκλειδώσεις την άβυσσο. Βουρκώνω άθελά μου. Κρίμα να πάει η νιότη μας χαμένη. Ό,τι φυτρώνει μέσα μας, φυτρώνει για να μαραθεί σαν τα κρινάκια του αγρού, σαν ανεμώνη –νόμος της φύσης, της ζωής, έτσι δεν λένε;
Πάντα στο τέλος μια φωτιά κυκλώνει το αίμα, μέχρι που πήζει η θάλασσα στα χέρια μας κι είναι η αλμύρα των φιλιών σκέτο φαρμάκι.
v
Τρέμω γι’ αυτά που θα’ ρθουν, τα λιγότερα.
v
Ναυαγισμένη είμαι. Και σαπίζω. Σ’ ένα βυθό που κόσμο σας τον λέτε.
v
Κάθε πρωί περνάω τα βλέφαρά μου με ροδόνερο –πρέπει να ξέρει κανείς να συντηρεί τα όνειρά του στη ζωή. Όπως και να ξεδοντιάζει τους εφιάλτες.
v
Το μέλλον μου, λέω, είναι μια κατασκότεινη σπηλιά. Βρίσκομαι ήδη εντός της. Μην τον νομίσετε αυτό υπερβολή. Κοιτάξτε εδώ τα χέρια μου: τρύπια απ’ τα βράχια κι απ’ τις ριπές των κυμάτων.
Αρκετά με τη θάλασσα, το ταξίδι μου πάει.
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες. Εγώ διπλώθηκα στα δυο.
Κι ακόμα δεν μπορώ να χωρέσω.
v
Σας στεναχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, μη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για μένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και μέσα σας που και η παραμικρή θλίψη για τη δική μου ερημιά είναι μια ανώφελη σπατάλη.
Φυλάξτε τα δάκρυά σας. Θα τ’ αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυμηθείτε με για λίγο. Και κλάψτε μόνος σας μετά. Όχι για τη δική μου ορφάνια, μα για το δικό σας ανεκτίμητο καημό.
v
Αν είχε αστέρια απόψε, θα πήγαινα μια βόλτα στη λίμνη με την άμαξα ή με τη μηχανή του γιου του επιστάτη […]. Θα ήθελα πολύ να βυθίσω τα πόδια μου στην άμμο και σ’ αυτή τη στάση να παραμείνω ώρα παρατηρώντας ήσυχα τους κωπηλάτες να λάμνουν ιδρωμένοι. έχετε δει ποτέ νυχτερινή κωπηλασία; Θα σας μάγευε η κίνηση των κουπιών, η αυστηρή τους συμμετρία καθώς λογχίζουν τα νερά ανοίγοντας ασημένιες λακκούβες στην ήρεμη επιφάνεια της λίμνης. Θα επέστρεφα προτού χαράξει, θα τίναζα την άμμο από τα πόδια μου. Το πάτωμα θα γέμιζε απ’ την ξανθή της σκόνη. Δεν θα βιαζόμουν καθόλου να καθαρίσω. θα την άφηνα εκεί, να τρίζει ελαφρά κάθε φορά που θα πατούσα πάνω της ξυπόλητη, θα την άφηνα να μου θυμίζει τότε που…εκεί, στη λίμνη…ένα βράδυ…εγώ, με τ’ όνομά μου ολόκληρο, ολόκληρο τ’ όνομά μου μέσα στο άλλο όνομα, μέσα σ’ εκείνο το θάμβος, με όλα μου τα μάτια και τα χέρια και με την καρδιά μου όλη να με καταπίνει, μ’ όλη μου τη ζωή σ’ ένα βράδυ, προτού ο θάνατος…προτού εγώ η μισή καλέ μου κι από μισή πιο λίγη, προτού μόνη μου και τίποτα πια…τίποτα…κανένας…κανένας πουθενά…πουθενά μέσα μου κανείς…μέχρι κι εγώ να λείπω απ’ το κορμί μου…
v
Θα δύσουνε τα χρώματα, θα ξημερώσει αέρας, τις μέρες μου θα διώξει που λυπήθηκα.
Με φύλλα δυόσμου θα στολίσει την ανάσα μου.
Θα έρθει μια νύχτα μόνιμη, προσωπική μου νύχτα, όλη δικιά μου, χωρίς να μεσολαβούν άγρια μεσημέρια και ενοχλητικά ηλιοβασιλέματα.
Δεν θα με γδέρνει πια η απουσία.
Θα είμαι μια καλή γριά, στις αναμνήσεις μου θα χαίρεται μια άλλη. Θα’ χω φιλιώσει με τον ίσκιο σου, δεν θα τον πολεμώ που μου κρατάει κρυμμένο το κορμί σου.
Θα ζεις και συ μαζί μου εδώ, όπως άλλοτε τόσες φορές ονειρευτήκαμε. Θα έχουμε τελείως γιατρευτεί από κείνον το θάνατο.
Θα κάθεσαι εδώ κοντά μου, στα πόδια μου μπροστά θα ξαπλώνεις, μικρό πουλί αναμνηστικό μιας νεκρής από αιώνες ηλικίας.
Θα μου τραγουδάς σαν άνθρωπος: αιθέρια ψέματα, απίστευτες αλήθειες, ξελογιασμένα θα υπόσχεσαι σμιξίματα.
Θα ξεκουμπώνεις τα φτερά σου ν’ αλαφρύνεις, τα φώτα θα ραμφίζεις να μη μας δει κανείς –δεν είμαστε εμείς για τους ανθρώπους.
Ύστερα θα κουρνιάζεις στο κρεβάτι μου.
Θα σου φέρνω νερό, ζεστό καφέ, τριμμένα παξιμάδια.
Τινάζοντας τις στάχτες απ’ τα μάτια μου θα σε κοιτώ που θα γελάς, θα σ’ αγκαλιάζω και θα φεύγει ο μαύρος χρόνος τρομαγμένος.

Κάποιος να ποτίσει τ’ αγάλματα απόψε.
Έχει τόση φωτιά εκεί έξω…και οι βροχές –το νιώθω- θ’ αργήσουνε πολύ να επιστρέψουν.
Δήμου Άκης, ....Και Ιουλιέττα, Εξάντας 1996
φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης, Time flies

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου