Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Νύχτες Αποκριάς δηλ. πώς το χρόνο σταματάς


ΕΝΑ ΓΥΡΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Ένα γύρο το φεγγάρι κι άλλον έναν η ζωή

στέκεσαι γυμνή μπροστά μου

κάνει ο χρόνος μια ρωγμή

κάνω την φωτιά μου χάδι και σου κρύβω την πληγή

που από τότε που θυμάμαι μου κλειδώνει το κορμί.


Δύο γύρους το φεγγάρι το κορμί μου σε ζητά

απ’ τα δάχτυλά μου βγαίνουνε μαχαίρια κοφτερά

μη φοβάσαι είναι για ‘μένα στη φωτιά μου θα καώ

δεν ζητάω δική μου να ‘σαι θέλω μόνο να σε δω.


Δέκα χρόνια δέκα αιώνες

λύσεις ψάχνουνε να μου βρουν

δεν με ξέρεις μα το ξέρεις πως τα χέρια δεν ξεχνούν

κάτι νύχτες ματωμένες που αδιάφορα περνάν

που τα σώματα διψάνε μα τα μάτια αλλού κοιτάν.


Τρεις φορές θα σε ρωτήσω αν υπήρξε μια φορά

που ήσουν μόνη στο σκοτάδι κι ήμουνα παρηγοριά

τρεις φορές θα σε ρωτήσω πως το χρόνο σταματάς

όταν έρχεσαι τα βράδια και στα μάτια με κοιτάς.


Μουσική/Στίχοι: Παναγιωτοπούλου Δανάη

Εκτέλεση: Γιάννης Χαρούλης "Χειμωνανθός"

"Κάναμε παρέα με αγγέλοι"


Επιστροφή στη Σμύρνη. Στην πολιτεία π' ανέβαινε και τη βλόγαγε ο Θεός.

Γιατί την προσφυγιά την κουβαλάς πάνω σου

δυο γενιές τρεις γενιές

και παραπέρα

την έχεις στο πέτο

καρφιτσωμένη

σε χειμερία νάρκη

αγνοείς ότι υπάρχει

ώσπου αιφνίδια ξυπνά

και σε σπαράζει

θολώνουν τα νερά

πάνω σου ρίχνεται

σε αφοπλίζει.
24-3-07

(Τούτα γραμμένα αιφνίδια, όταν εισέβαλε ο τόπος της προσφυγιάς στην εκεί επίσκεψή σου - Καππαδοκία, κι ας μην ήταν ο Πόντος- με τις μνήμες της γιαγιάς και του παππού, που κατά περίεργο τρόπο έχουν διαχυθεί στο DNA. Τις κουβαλάς και τις ζεις, λες και τις έχεις ζήσει).


ΤΑ ΤΣΕΡΚΕΝΙΑ


"Καταφέρανε να' χω στην πατρίδα μου

το αίσθημα του ραγιά"


Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου. Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας


"Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγκοι ν' ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -ήτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ' Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ΄από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν' αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό.


[....]


Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν' ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε.

Αυτά είχα να σου πω. Έλα, πήγαινε τώρα. Στο καλό.


[....]


Ωστόσο, το θυμητικό μου είναι μπαξές χορταριασμένος, τα μονοπάτια του πνιγμένα μες στην τσουκνίδα και την αγριάδα. Δύσκολα βρίσκω πια το δρόμο. Και σίγουρα, κάπου θα ξεσκιστώ

-ξώπετσα, μπορεί και να μην το πάρω είδηση. Χοντροπέτσιασα μέσα στα τελευταία σαράντα χρόνια....Είναι και τ' άλλο: ψάχνοντας ανάμεσα στ' αποκαϊδια, ένα ψίχουλο από σπασμένο καθρεφτάκι φαντάζει για μπριλιάντι, κι ένα χρυσαφικό το παραρίχνεις σα να' τανε κίτρινος τενεκές. Για τούτο, και όσα σου κουβέντιασα για τα τσερκένια, μπορεί να' ναι μονάχα φαντασία μου. Μα όχι, νιώθω ακόμα τώρα το σπάγκο να τεζάρει μες στη φούχτα μου, να με τραβάει ψηλά....


ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, Στου Χατζηφράγκου, Ύψιλον 1990

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Ιντερμέδιο Αποκριάς με κάτι από Λόρκα


Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ


Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα...

Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ

Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, "Ο πειρασμός"


Ζ


Την κοιμούνται άραγε την πρώτη τους νύχτα

ή σκάβουν με τις παλάμες το χώμα;


Κόκκινο καρφωμένο φεγγάρι

ψηλά στο ναό

σκοτεινά υπερώα

κι αστέρια σαν από ρόδι σπασμένο


Πατούσε κάτι κι ανέβαινε

Μαύρο σκυλί

σημαία μαύρη με πικροδάφνες

Ύστερα πουλιά λευκά

ραμφίζοντας νήματα κόκκινα


Τώρα στους καθρέφτες

που κράτησαν κρυφά την εικόνα τους

γλιστρούν λάμψεις μεταλλικές

καπνοί, θυμιάματα σύγχρονα


Κάποτε κάποτε στο τζάμι

μια κίτρινη πεταλούδα ξεχασμένη


ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ, Φόδρες της νύχτας, Καστανιώτης 1996

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Φωνές μασκαράδικες. Σερπαντέν και κομφετί


"Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή! τι συρφετός! Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν τα λαντώ αργά, το' να πίσω από τ' άλλο, γεμάτα ντόμινο μαύρα και τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με νταντέλλες μαύρες, μ' άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές κορδέλλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια. Μπουκετάκια. Ρουκέττες από σερπαντέν και βροχή το κομφετί. "Εδώ ο χαρτοπόλεμος! Χαρτί και πόλεμος!" Τρόμπες "ουγου-ού-ου!"

Τα πεζοδρόμια πάστα απ' τον κοσμάκη, που έσερνε πατείς με πατώ σε τα πόδια του μες τον άμμο μια πιθαμή. κι απάνω στα μαύρα ανθρώπινα κύματα: τα τουρλωτά καπέλλα των γυναικώνε σα μαούνες φορτωμένες! -όλα αυτά βουτηγμένα στ' αλεύρι, τυλιγμένα σ' ένα σταχτοκίτρινο πέπλο βαρύ και πνιγερό.


Στ' αναμεταξύ Μακεδόνες πεζοί, μισόγυμνοι μες τσ χρυσόχαρτα, και γαμπροί και που φορούν το σεντόνι του νυφικού τους κρεββατιού για πέπλο και μπουλούκια-μπουλούκια παλιάτσοι με κουδουνάκια, και ιππότες από όπερες με ισπανικά και περμαντόνες με πορτοκαλιά κοντοφούστανα και μάγουλα βαμμένα σαν αυγά του Πάσχα και με κατσαρά από ροκανίδια, και κάτι διαβόλοι κοκκινοφορεμένοι με τις ουρές τους αλαμπρατσέττα.


Και πάλι φωνές: "Χα!-χα! χα!-χα!" και τρόμπες και ροκάνες και σφυρίγματα και "Χαρτί και πόλεμος! εδώ ο χαρτοπόλεμος!" και παλαμάκια.


Σ' ατέλειωτη σειρά περνούσαν τ' αμάξια στολισμένα με λουλούδια ψεύτικα κι άλλα μ' αληθινά, με κορδέλλες πολύχρωμες που κυματίζανε στα κεφάλια των αλόγων, στις ουρές τους, στις ρόδες, άρματα ντυμένα με χασέδες και κόκκινο λαδόπανο, φορτωμένα θεούς του Ολύμπου [....].


ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Η κερένια κούκλα, Νεφέλη 1988

Χαρταετών λόγος

ΧΑΜΗΛΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ

[....]

Για μένα είσαι απ' αυτούς,


τους χαμηλούς χαρταετούς,


που με μια μπόρα λιώνουν...


Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Στο καρναβάλι ετούτο


ΣΤΙΣ ΧΑΡΑΥΓΕΣ ΞΕΧΝΙΕΜΑΙ


Mάσκα δεν έχω να γυρνώ

στο καρναβάλι ετούτο

μόνο μια απόχη να τρυγώ

της θάλασσας την πονηριά

και της σιωπής τον πλούτο.


Bάρα καλή, βάρα γερή

μια ντουφεκιά ζαχαρωτή

κι άσε να νοιώσει η γαλαρία

του χαρτοπόλεμου τη βία.


Σκουπίδι η σκέψη την πετώ

τη λογική απαρνιέμαι,

μ' ένα σαράκι αρμένικο

για δρόμους που δε θέλησα

στις χαραυγές ξεχνιέμαι.


Bάστα το νου, βάστα το νου

να μην γκρινιάξει του καιρού

πού 'φτιαξε με τον πόνο κλίκα

και τσιγκουνεύεται στη γλύκα
Μουσική-στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου, "Αγία Νοσταλγία"

Ο ΞΕΝΟΣ


Ο ΞΕΝΟΣ


Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.

Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.

Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος

αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.


Εσύ που κάποτε τον αγάπησες

όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,

δωσ' του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,

και σκέψου μετά από χρόνια

ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ


Το βράδυ, μαζεύεις ξύλα για το τζάκι.



Και το πρωί, α το πρωί,

τι πικρή που είναι η ζωή όλο με τις στάχτες.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ποιήματα 1968-1987, Νεφέλη 2000

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Της Αποκριάς και της Παράδεισος


Στη μέση της Παράδεισος είναι ένα περιβόλι,

στην μέση του περιβολιού είν' ένα κυπαρίσσι,

στην ρίζα του κυπαρισσιού είναι μια κρύα βρύση

κι έχουνε νοι το μπαρπεργιό και νιες το πλυσταρίο

κι έχουν οι πρωτοδάσκαλοι Ελληνικό Σχολείο -

εκεί να πάει να τους ευρεί.

Πες τους δυο λόγια καυτερά να τους εκάψει την καρδιά:

τώραδα πόρχεται η Αποκριά και παριπίσω η Λαμπρή

και ο πόχει ξένον καρτερεί,

μα όπου έβαλε [σ]τη γης ποτέ δεν περιμένει

φωτία μας που χάνομε και όστι στον Άδη βάνομε

ποτέ δεν περιμένομε να τους εξαναδιούμε....
Σωκράτης Κουγέας, Τραγούδια του Κάτω Κόσμου. Μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης, Το Ροδακιό 2000

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

"Ήπιατε το θάνατό σας..."


ΠΡΟΟΙΜΙΟ


Άρχοντες, σαν αρέσει να ακούσετε έναν όμορφο μύθο αγάπης και θανάτου; Είναι ο μύθος του Τριστάνου και της βασίλισσας Ιζόλδης. Ακούστε πώς αγαπήθηκαν με μεγάλη χαρά και με μεγάλο πένθος και πώς μετά πέθαναν την ίδια μέρα, κείνος από κείνη και η βασίλισσα απ’ τον Τριστάνο.

"ΗΠΙΑΤΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΑΣ!"


Καθώς ο ήλιος έλαμπε και διψούσαν, ζήτησαν να πιουν. Το κορίτσι αναζήτησε ένα ποτό, όταν ανακάλυψε το μαγικό μπουκάλι που η Μπρανζιέν είχε πάρει απ’ τη μάνα της Ιζόλδης. «Βρήκα κρασί!» τους φώναξε. Όμως, δεν ήταν κρασί αλλά το πάθος, η στυφή χαρά, το χωρίς τέλος άγχος και ο θάνατος. Το κορίτσι γέμισε ένα ωραίο παλιό δοχείο και το παρουσίασε στην κυρία της. Ήπιε με βαθιές γουλιές και μετά το πρόσφερε στον Τριστάνο που το άδειασε.
Αυτή τη στιγμή η Μπρανζιέν ήρθε και τους είδε να κοιτάζονται σιωπηλά σαν παραπλανημένοι και καταγοητευμένοι. Είδε μπροστά τους το σχεδόν άδειο μπουκάλι και το δοχείο. Πήρε το μπουκάλι, έτρεξε στην πρύμνη, το πέταξε στα κύματα και αναστέναξε:
«Δυστυχισμένη! Καταραμένη να’ ναι η μέρα που γεννήθηκε και η μέρα που ανέβηκα σ’ αυτό το πλοίο! Φίλη Ιζόλδη και σεις Τριστάνε, ήπιατε το θάνατό σας!».

Το πλοίο κατευθυνόταν ξανά προς την Τενταζέλ. Του Τριστάνου του φαινόταν πως μια ζωντανή αδιαθεσία, σαν τρυπητά αγκάθια και λουλούδια με ωραία οσμή ταυτόχρονα, πίεζε τις ρίζες της ζωής του, το αίμα της καρδιάς του και πώς όλα αυτά έδεναν με δυνατά δεσμά το σώμα του στο ωραίο σώμα της Ιζόλδης, όπως και τη σκέψη του και την επιθυμία του.

Η Μπρανζιέν τους παρατηρούσε με άγχος, κι ήταν ακόμη περισσότερο ταραγμένη, γιατί μόνο κείνη γνώριζε ποιο κακό είχε προκαλέσει: Επί δύο μέρες τους κατασκόπευε και τους είδε να απωθούν κάθε τροφή, κάθε ποτό και κάθε άνεση, να ψάχνει ο ένας για τον άλλο, όπως οι τυφλοί που περπατούν ψηλαφιστά ο ένας προς τον άλλο, δυστυχείς, όταν πονούν από αγάπη καθώς είναι χωρισμένοι, και πιο δυστυχείς όταν, όντας μαζί, τρέμουν στη φρίκη της πρώτης ομολογίας.

«Δυστυχείς! σταματήστε και επιστρέψτε, αν ακόμη μπορείτε! Αλλά όχι, ο δρόμος δε γνωρίζει επιστροφή, ήδη η δύναμη της αγάπης σας παρασύρει και ποτέ πια δε θα’ χετε χαρά χωρίς πόνο. Σας κατακυριεύει το κρασί που ποτίστηκε σε βότανα, το ποτό της αγάπης».

Οι αγαπημένοι αγκαλιάστηκαν. στα όμορφα σώματά τους έτρεμαν η επιθυμία και η ζωή. Ο Τριστάνος είπε: «Έλα λοιπόν θάνατε!». Όταν βράδυασε, στο πλοίο που αναπηδούσε γοργά προς τη χώρα του βασιλιά Μάρκου, ενωμένοι για πάντα, οι δύο εραστές παραδόθηκαν στην αγάπη.

"ΟΠΩΣ Η ΔΙΨΑ ΣΠΡΩΧΝΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΤΟ ΕΛΑΦΙ"


Οι εραστές οφείλουν να τρομάζουν απ’ τους εαυτούς τους και όχι απ’ την πιστή Μπρανζιέν. Πώς όμως οι μεθυσμένες καρδιές τους θα’ ταν άγρυπνες; Η αγάπη τους πίεζε, όπως η δίψα σπρώχνει στον ποταμό το ελάφι. Αλίμονο! η αγάπη δεν μπορεί να κρυφτεί. […] κάθε ώρα και σε κάθε τόπο δε βλέπει ο καθένας πως η επιθυμία τούς κινεί, πως τούς περικυκλώνει, για να ξεχειλίζει προς όλες τις κατευθύνσεις, όπως το νέο κρασί τρέχει απ’ όλες τις πλευρές του πατητηριού;

Χωρίς ανάπαυλα όμως και μες στη λαύρα του πυρετού, η επιθυμία τον έσυρε όπως ένα θυμωμένο άλογο προς τους κατάκλειστους πύργους, οι οποίοι κρατούσαν τη βασίλισσα έγκλειστη. άλογο και ιππότης θραύονταν απ’ τους πέτρινους τοίχους. αλλά και το άλογο και ο ιππότης ξανασηκώνονταν και επαναλάμβαναν ακατάπαυστα την ιππασία.
Και η Ξανθή Ιζόλδη, πιο δυστυχής ακόμη, μαραινόταν πίσω απ’ τους κατάκλειστους πύργους. γιατί, ανάμεσα σ’ αυτούς τους ξένους που την κατασκοπεύουν είναι αναγκασμένη να χαίρεται και να γελάει υποκριτικά. τη νύχτα, ξαπλωμένη πλάι στο βασιλιά Μάρκο, έχει ανάγκη να δαμάσει ακίνητη την εξέγερση των μελών της και τα αναπηδήματα του πυρετού. Θέλει να φύγει για να βρει τον Τριστάνο. Της φαίνεται πως σηκώνεται και πως τρέχει μέχρι την πόρτα. στο σκοτεινό όμως κατώφλι οι δόλιοι άπλωσαν τις κακές και ακονισμένες λάμες, οι οποίες πιάνουν στο πέρασμα τα λεπτά της γόνατα. Της φαίνεται πως πέφτει και πως απ’ τα κομμένα της γόνατα ξεπηδούν δυο κόκκινες πληγές.

Η ΤΥΧΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ


Πίσω απ’ τον πύργο της Τενταζέλ απλωνόταν ένας καταπράσινος κήπος με οπωροφόρα δέντρα, ευρύς και κλειστός με πασσάλους. Όμορφα και αναρίθμητα δέντρα γεμάτα καρπούς διασταυρώνονταν, καθώς τα ευωδιαστά τσαμπιά και τα πουλιά του’ διναν ξέχωρη χάρη. Στο πιο απόμακρο σημείο απ’ τον πύργο, κοντά στους πασσάλους του φράχτη, ορθωνόταν ένα πεύκο, ίσο και ψηλό, του οποίου ο ρωμαλέος κορμός στήριζε όμορφους και πλατιούς κλάδους. Στη ρίζα του βρισκόταν μια ζωντανή πηγή της οποίας το νερό απλωνόταν στην αρχή σαν φωτεινό, ήσυχο και πλατύ τραπεζομάντηλο, περιφραγμένο από ένα μαρμάρινο ανάβαθρο. στη συνέχεια, το νερό, συγκρατημένο από δύο στέρεες όχθες, διέσχιζε τον κήπο και, εισδύοντας στο εσωτερικό του πύργου, έφτανε στα δωμάτια των γυναικών. Κάθε βράδυ λοιπόν ο Τριστάνος, ακολουθώντας τη συμβουλή της Μπρανζιέν, σκάλιζε με τέχνη κομμάτια φλούδας και μικρούς κλάδους. Δρασκέλιζε τους μυτερούς πασσάλους και, φτάνοντας στο πεύκο, έριχνε τα λεπτοκαμωμένα ξυλαράκια στην πηγή. Ελαφρά όπως ο αφρός, κολυμβούσαν και κυλούσαν καθώς, στα δωμάτια των γυναικών, η Ιζόλδη παραμόνευε να τα πιάσει. Ευθύς ως με τις φροντίδες της Μπρανζιέν ο βασιλιάς Μάρκος και οι προδότες απομακρύνονταν, η Ιζόλδη ερχόταν στο φίλο της.
Πήγαινε ευκίνητη και φοβισμένη ωστόσο, προσέχοντας σε κάθε βήμα της, μήπως προδότες καραδοκούσαν πίσω απ’ τα δέντρα. Απ’ τη στιγμή όμως που ο Τριστάνος την έβλεπε, με ολάνοιχτη την αγκαλιά ριχνόταν προς εκείνη. Τότε η νύχτα και η φιλική σκιά του μεγάλου πεύκου τους προστάτευαν.
«Τριστάνε, οι θαλασσινοί δε βεβαιώνουν πως αυτός ο πύργος της Τενταζέλ μαγεύεται και πως χάρη στη μαγεία δυο φορές το χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι χάνεται και εξαφανίζεται; Χάθηκε αυτή τη στιγμή. Δεν είναι εδώ ο υπέροχος κήπος για τον οποίο μιλούν τα χαριτωμένα ποιηματάκια της άρπας; Ένα αέρινο τείχος τον περικλείει από όλα τα μέρη, ανθισμένα δέντρα και βαλσαμωμένο έδαφος τον διακοσμούν. ο ήρωας ζει εδώ χωρίς να γηράσκει στην αγκαλιά της φίλης του, ενώ καμιά εχθρική δύναμη δεν μπορεί να σπάσει το αέρινο τείχος».
Ήδη, στα φρούρια της Τενταζέλ αντηχούν οι σάλπιγγες των φρουρών που αναγγέλλουν την αυγή.
«Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τείχος έσπασε πια και δε βρισκόμαστε στον υπέροχο κήπο. Μια μέρα όμως, φίλη, θα πάμε μαζί στην Τυχερή Πατρίδα απ’ την οποία κανένας δεν επιστρέφει. Εκεί υψώνεται ένας πύργος από άσπρο μάρμαρο. σε καθένα απ’ τα χίλια παράθυρά του λάμπει ένα αναμμένο κερί. σε κάθε παράθυρο, ένας οργανοπαίχτης παίζει και τραγουδάει μια χωρίς τέλος μελωδία. ο ήλιος δε λάμπει εκεί, κι όμως κανένας δεν αποζητάει το φως του: είναι η ευτυχής πατρίδα των ζώντων».
Στην κορυφή όμως των φρουρίων, η αυγή φωτίζει τους εναλλασσόμενους όγκους με υποκόκκινη και κυανόχρωμη απόχρωση.

Ο ΘΕΟΣ ΕΞΕΤΑΖΕΙ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ


Ο Τριστάνος έσκυψε και ταπεινώθηκε στα πόδια του. «Έλεος στη βασίλισσα, γιατί, αν υπάρχει ένας άνθρωπος σ’ αυτήν την αυλή τόσο τολμηρός που να υποστηρίζει το ψέμα πως την αγάπησα ένοχα, θα με βρει όρθιο απέναντί του σε μονομαχία. Κύριε, έλεος στη βασίλισσα, στο όνομα του Κυρίου και Θεού μας!» […]
Είχε όμως εμπιστοσύνη στο Θεό […]. Και βέβαια, δίκαια είχε εμπιστοσύνη στο Θεό. Όταν ορκιζόταν πως δεν είχε ποτέ αγαπήσει τη βασίλισσα ένοχα, οι δόλιοι βαρόνοι γελούσαν με ασυνήθιστο δόλο. Αλλά, άρχοντές μου, σας καλώ για μάρτυρες, σάς που γνωρίζετε την αλήθεια του φίλτρου το οποίο ήπιε στο πλοίο και που καταλαβαίνετε: έλεγε ψέματα; Το κριτήριο και όχι η πράξη κρίνει το έγκλημα. Οι άνθρωποι βλέπουν τις πράξεις αλλά ο Θεός εξετάζει τις καρδιές και μόνο Αυτός κρίνει δίκαια.

ΣΤΟ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΟΓΚΡΕΝ


Κάποια μέρα, καθώς διέτρεχαν αυτά τα μεγάλα δάση που δεν είχαν ποτέ πατηθεί, έφτασαν περιπετειωδώς στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρέν. Στον ήλιο και κάτω από ένα ελαφρό δάσος από σφένδαμνους, κοντά στο εκκλησάκι του, ο γηραιός ασκητής σιγοπερπατούσε στηριγμένος στη μαγκούρα του.
«[…] Μετανοήστε Τριστάνε! Ο Θεός συγχωρεί τον αμαρτωλό που μετανοεί.
-Να μετανιώσω αδελφέ Ογκρέν; Για ποιο αμάρτημα; Σεις που μας κρίνετε, ξέρετε ποιο ποτό ήπιαμε πάνω στη θάλασσα καθώς ταξιδεύαμε; Ναι το καλό ποτό μας μεθάει και θα προτιμούσα να ζητιανεύω όλη μου τη ζωή στους δρόμους και να ζω τρώγοντας χόρτα και ρίζες με την Ιζόλδη, παρά να’ μια χωρίς αυτήν βασιλιάς ενός ωραίου βασιλείου».
-Άρχοντα Τριστάνε, ο Θεός να σας βοηθήσει, γιατί χάσατε και αυτόν και τον άλλο κόσμο. Οφείλει κανένας να διαμελίζει με δύο άλογα τον προδότη του βασιλιά του, να τον κάψει στη φωτιά. εκεί που πέφτει η τέφρα του δε φυτρώνει πια χορτάρι και το όργωμα είναι ανώφελο. τα δέντρα και η πρασινάδα χάνονται από κει. Τριστάνε, επιστρέψτε τη βασίλισσα σε κείνον που τη νυμφεύτηκε κατά τον νόμο της Ρώμης!
-Δεν ανήκει πια σε κείνον. την παρέδωσε στους λεπρούς του. την κατέκτησα απ’ τους λεπρούς. Στο εξής είναι δική μου. δε μπορώ να την αποχωριστώ, ούτε η Ιζόλδη εμένα».
Ο Ογκρέν είχε καθίσει. στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε με το κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υπόφερε για το Θεό. Ο ερημίτης της ξαναθύμιζε τα άγια λόγια του Βιβλίου. ολόγεμη δάκρυα και στεναγμούς, τίναζε το κεφάλι της κι αρνιόταν να τον πιστέψει.
«Αλίμονο! έλεγε ο Ογκρέν, ποια ενίσχυση μπορεί να δώσει κανένας σε νεκρούς; Μετανόησε Τριστάνε, γιατί κείνος που ζει στην αμαρτία χωρίς μετάνοια είναι νεκρός.
-Όχι, ζω και δε μετανιώνω. Θα γυρίσουμε στο δάσος που μας φυλάει και μας προστατεύει. Έλα φίλη Ιζόλδη!»
Η Ιζόλδη ξανασηκώθηκε. πιάστηκαν απ’ τα χέρια. Πέρασαν στα ψηλά χορτάρια και στα ρύκια. τα δέντρα έγειραν τους κλώνους τους. χάθηκαν πίσω απ’ τα φυλλώματα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗ ΙΖΟΛΔΗΣ


Η Ιζόλδη είδε ένα όραμα καθώς κοιμόταν: βρισκόταν κάτω από μια πλούσια τέντα στο μέσο ενός μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια ρίχνονταν πάνω της και ψάχονταν για να την αποκτήσουν… Κείνη άφησε μια κραυγή και ξύπνησε.

"ΔΕ ΛΕΩ ΠΩΣ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΤΡΙΣΤΑΝΟ, ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΜΑΣ ΟΜΩΣ ΘΑ ΧΩΡΙΣΤΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ"


-Τριστάνε, ας θυμηθούμε, τον ερημίτη Ογκρέν του δάσους! Ας πάμε κοντά του κι ας προσπαθήσουμε να ζητήσουμε έλεος απ’ τον παντοδύναμο ουράνιο βασιλιά, Τριστάνε φίλε!»
Η Ιζόλδη ανέβηκε στο άλογο το οποίο ο Τριστάνος οδηγούσε κι όλη τη νύχτα, διασχίζοντας για τελευταία φορά τα αγαπημένα δάση, βάδιζαν χωρίς να βγάλουν μιλιά. Το πρωί ξεκουράστηκαν και ξανά άρχισαν την πορεία, μέχρι που’ φτασαν στο ερημητήριο. Στην πόρτα της μικρής του εκκλησίας ο Ογκρέν διάβαζε ένα βιβλίο. Τους είδε και από μακριά τους κάλεσε στοργικά:΅
«Φίλοι! πώς η αγάπη σας καταδιώκει από μιζέρια σε μιζέρια! Πόσο θα διαρκέσει η τρέλα σας; Κουράγιο! μετανοείστε επί τέλους!»
Ο Τριστάνος του είπε:
«Ακούστε σεβαστέ Ογκρέν. Βοηθήστε μας για να συμφιλιωθούμε με το βασιλιά. Θα του επιστρέψω τη βασίλισσα. Κατόπιν θα φύγω μακριά στην Βρετάνη ή στη Φριζ. αν κάποτε ο βασιλιάς με ανεχτεί κοντά του, θα επιστρέψω και θα τον υπηρετήσω όπως πρέπει».
Γερμένη στα πόδια του ερημίτη η Ιζόλδη, είπε με πόνο:
«Δεν μπορώ πια να ζήσω έτσι. Δε λέω πως μετανιώνω επειδή αγάπησα και αγαπώ για πάντα τον Τριστάνο. τα σώματά μας όμως θα χωριστούν πια».
Ο ερημίτης έκλαψε και παρακάλεσε το Θεό: « Θεέ, ωραίε και παντοδύναμε βασιλιά! Σας δοξάζω που με αφήσατε να ζήσω τόσο πολύ, ώστε να βοηθήσω αυτούς εδώ!».

"ΟΥΤΕ ΤΕΙΧΟΣ ΟΥΤΕ ΙΣΧΥΡΟ ΦΡΟΥΡΙΟ"


-Φίλε Τριστάνε, απ’ τη στιγμή που θα ξαναδώ το δαχτυλίδι με τον πράσινο ίασπη, ούτε πύργος, ούτε τείχος, ούτε ισχυρό φρούριο δε θα μ’ εμποδίσουν να εκτελέσω τη θέληση του φίλου μου.

"ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ ΕΔΩ, ΜΑ ΕΧΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ"


Κάτω απ’ τα δέντρα και χωρίς μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του. τα χέρια τους περιτυλίχτηκαν δυνατά γύρω απ’ τα σώματά τους και μέχρι το πρωί, σαν ραμμένοι, δε χαλάρωσαν την αγκαλιά τους. Παρά το βασιλιά και τους καταδιώκτες, συνεχίζουν τη χαρά και την αγάπη τους.
Αυτή η νυχτιά τρέλανε τους αγαπημένους.

-Πώς θα μπορούσα να ζήσω;
-Ναι φίλε Τριστάνε, οι ζωές μας είναι σφιχτοδεμένες και υφασμένες η μια με την άλλη. Και γω πώς θα μπορούσα να ζήσω; Το σώμα μου μένει εδώ, μα έχεις την καρδιά μου.
-Ιζόλδη, φίλη, φεύγω και δεν ξέρω σε ποια χώρα πάω. Αν όμως ξαναδείς το δαχτυλίδι με τον ίασπη, θα κάνεις ό,τι σου παραγγείλω;
-Ναι, το ξέρεις: αν το ξαναδώ, ούτε πύργος, ούτε ισχυρό φρούριο, ούτε βασιλική απαγόρευση δε θα μ’ εμποδίσουν να εκτελέσω την επιθυμία του φίλου μου, είτε είναι τρέλα, είτε είναι σοφία!
- Φίλη, ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε ευλογεί!
-Φίλε, ο Θεός ας σε προστατεύει!

Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν ούτε να ζουν ούτε να πεθαίνουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Χωρισμένοι, ζούσαν και τη ζωή και το θάνατο ταυτόχρονα.

Αυτή τη στιγμή σώπασαν τα άσματα των υπολαϊδων και των κορυδαλλών κι ο Τριστάνος άρχισε να τραγουδάει με απέραντη στοργή και μελωδία. Η βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου της. Παρατήρησε στο έδαφος το φύλλωμα της λεπτοκαρυάς απ’ όπου το αγιόκλημα απλωνόταν σκέφτηκε: «Έτσι συμβαίνει με μας φίλε. ούτε σεις χωρίς εμένα, ούτε εγώ χωρίς εσάς».


"ΑΛΛΑ ΤΙ ΑΛΛΟ ΚΑΝΩ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ; ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΩ;"

Τι με νοιάζει κι αν με σκοτώσει; Ιζόλδη, δεν οφείλω να πεθάνω για την αγάπη σας; Αλλά τι άλλο κάνω κάθε μέρα; Δεν πεθαίνω;

Αποσύρθηκε γεμάτη σκέψεις στο δωμάτιό της, κάθισε στο κρεβάτι της και βυθίστηκε στο πένθος:
«Αδύναμη! γιατί γεννήθηκα; Η καρδιά μου είναι βαριά και λυπημένη. Μπρανζιέν, αγαπημένη μου αδελφή, η ζωή μου είναι τόσο πικρή και τόσο σκληρή, που καλύτερα θα μου άξιζε ο θάνατος!».

«Βέβαια, έζησα πάρα πολύ γιατί είδα τη μέρα κατά την οποία η Ιζόλδη με απωθεί. Δε με αγαπάει πια, με θεωρεί ταπεινό και αχρείο! Αχ! Ιζόλδη, όποιος αγαπάει πολύ ξεχνάει αργά! Ιζόλδη, μια πλούσια πηγή που ξεχύνεται και τρέχει με ρεύματα φωτεινά και πλατιά, είναι κάτι το ωραίο και το πολύτιμο. όταν όμως στερεύει, δεν αξίζει τίποτε: έτσι είναι η αγάπη που αποξηραίνεται».

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΩΝ


-Φίλη, πρέπει να φύγω, γιατί σε λίγο θα με ανακαλύψουν. Πρέπει να φύγω και δε θα σε ξαναδώ πια ποτέ. Ο θάνατός μου είναι κοντά, μα μακριά από σένα. θα πεθάνω από επιθυμία.
-Φίλε, σφίξε τα χέρια σου και κόλλησέ με πάνω σου, τόσο πολύ, που να σπάσουν οι καρδιές μας και να φύγουν μαζί οι ψυχές μας! Οδήγησέ με στη μακάρια χώρα για την οποία μου μιλούσες στο παρελθόν: στη χώρα απ’ την οποία κανένας δεν επιστρέφει, όπου άσημοι μουσικοί τραγουδούν χωρίς τέλος. Πάρε με!
-Ναι, θα σε οδηγήσω στη μακάρια χώρα των Ζώντων. Ο καιρός πλησιάζει. δεν ήπιαμε ήδη όλη τη δυστυχία και όλη τη χαρά; Ο καιρός πλησιάζει. όταν έλθει το πλήρωμα, θα σε καλέσω. Ιζόλδη, θα’ ρθεις;
-Φίλε, κάλεσέ με, ξέρεις καλά πως θα’ ρθω.
-Φίλη, ο Θεός ας σε ανταμείβει.

"Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΟΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΤΕ ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ, ΟΥΤΕ ΕΓΩ ΧΩΡΙΣ ΕΣΑΣ"


Η Ιζόλδη κραύγασε:
«Αλίμονο! Δύστυχη! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω αρκετά, για να δω τον Τριστάνο το φίλο μου μια φορά ακόμη, μόνο μια φορά. Τριστάνε, αν σας μιλούσα μια φορά ακόμη, λίγο θα μ’ ενδιέφερε αν πέθαινα μετά. Αν, φίλε, δε σας δω, είναι γιατί ο Θεός δεν το θέλει κι αυτό είναι ο μεγαλύτερος πόνος της ψυχής μου. Ο θάνατός μου δεν είναι τίποτε για μένα: τον δέχομαι επειδή ο Θεός τον θέλει. φίλε, όταν τον μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά. Η αγάπη μας είναι τέτοια που δε θα μπορέσετε να ζήσετε χωρίς εμένα, ούτε εγώ χωρίς εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου, ταυτόχρονο με το δικό μου

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


«Κυρία, σηκωθείτε κι αφήστε με να πλησιάσω. Έχω περισσότερα δικαιώματα από σας, πιστέψτε με. Τον αγάπησα περισσότερο».
Γύρισε προς την Ανατολή και προσευχήθηκε. Κατόπιν ξεσκέπασε λίγο το σώμα, ξάπλωσε κοντά του, φίλησε το στόμα και το πρόσωπο του φίλου της, τον έσφιξε δυνατά. Παράδωσε την ψυχή της κολλημένη στο σώμα του φίλου της. Πέθανε απ’ τον πόνο της.

Όταν ο βασιλιάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων, διέσχισε τη θάλασσα και, φτάνοντας στη Βρετάνη, είπε να κάνουν δύο φέρετρα, το ένα από αγάπη για την Ιζόλδη και το άλλο από βήρυλλο για τον Τριστάνο. Πήρε μαζί του στην Τενταζέλ τα αγαπημένα τους σώματα. Τα ενταφίασε κοντά σε ένα παρεκκλήσι, το ένα δεξιά και το άλλο αριστερά απ’ την αψίδα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας όμως απ’ τον τάφο του Τριστάνου αναβλάστησε ένας καταπράσινος βάτος με δυνατούς κλώνους, με αρωματικά λουλούδια, ο οποίος, αφού ανυψώθηκε πάνω απ’ το παρεκκλήσι, έσκυψε στον τάφο της Ιζόλδης. Οι άνθρωποι της χώρας έκοψαν το βάτο: την επόμενη όμως μέρα ξαναβλάστησε το ίδιο πράσινος, ολάνθιστος και ζωντανός, που’ φτασε πια στο κρεβάτι της Ιζόλδης της Ξανθής. Τρεις φορές θέλησαν αν τον καταστρέψουν, αλλά μάταια. Τέλος, ανέφεραν το θαύμα στο βασιλιά Μάρκο, ο οποίος διέταξε να μην ξανακόψουν το φυτό.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Οι καλοί ραψωδοί του παλιού καιρού […] διηγήθηκαν αυτήν την ιστορία για κείνους που αγαπούν κι όχι για τους άλλους. Σας στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους. Χαιρετούν κείνους που είναι σκεπτικοί και κείνους που είναι ευτυχείς, κείνους που είναι χαρούμενοι και κείνους που είναι πονεμένοι, όλους τους αγαπημένους. Ας βρουν, μακάρι να’ βρουν εδώ παρηγοριά ενάντια στην αστάθεια, ενάντια στην αδικία, ενάντια στο πείσμα, ενάντια στον πόνο και σε όλα τα κακά της αγάπης!
Μπεντιέ Ζοζέφ, Τριστάνος και Ιζόλδη (μτφρ.Ν.Μακρής), Ζαχαρόπουλος 1989

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

"Σπίτι δε θα' ναι μα εξορία"


Διαγώνισμα στα Κείμενα. Β’ Γυμνασίου. Διαγώνισμα τριμήνου.

Υποχρεωτικό και αναγκαίο κακό για αμφότερους. Ξέρεις την τάξη που έχεις. Ξέρεις την "προσφυγιά" που κουβαλάνε δυο από αυτά. Το στίγμα του μετανάστη σε καλομαθημένη λιγνιτο-πόλη. Παλεύεις τρεις μήνες τώρα με την πάλη τους. Εμείς και οι άλλοι. Εμείς και οι Αλβανοί. Οι Αλβανοί –σα να μην είναι άνθρωποι. Παιδιά με γλυκύτητα, "αρπαγμένα" από την ηλιθιότητα των ενηλίκων, την κομπορρημοσύνη τους, τη βαρβαρότητά τους. Την ασφάλειά τους. Τι να προκάμεις να τους κάμεις; Σχεδόν δεν ακούν. Σχεδόν πάντα έχεις την αίσθηση –και το βλέπεις άλλωστε- ότι δεν ακούν. Ότι δεν είναι εκεί. Ότι σπανίως είναι εκεί. Μόνο πριν τα Χριστούγεννα σα ρώτησες «θα πάτε πουθενά στις διακοπές;», «Πώς, κυρία, θα πάμε!» σου απάντησαν «Και πού;», «Στην Αλβανία φυσικά!». «Από πού μπαίνετε» τους είπες ξανά και τα μάτια τους πέταξαν και η ψυχή τους ορθώθηκε στη ματιά εκείνη, τη ζωντανή «Από Κρυσταλλοπηγή». Χαζή ερώτηση, όμως έτσι για να συνεχίσεις την κουβέντα, να πάρουν θάρρος. «Τι θα μου φέρετε; Φέρτε μου κάτι που τρώτε εκεί στις γιορτές». Και το χαμόγελο πλάτυνε και η καρδιά άνοιξε. Λουλούδι έγινε. Κι όλα μείναν εκεί.

Κι έρχεται ο Μπρεχτ και ο όρος "μετανάστες", που επίτηδες το διάλεξες, μπας κι ακουστεί τίποτα παραπάνω. Μπας και νιώσουν λιγότερο ξένοι και μεις λιγότερο βάρβαροι. Δυο ώρες κι η τρίτη το διαγώνισμα. Δυο ώρες να μιλάς για το αίσθημα της εξορίας, για τον πόνο της μετανάστευσης, για την ξένη γη. Δυο ώρες κι άλλες δυο ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα του Χατζή. Κι έπειτα ο Ανδρέας του Βενέζη. Φυσιογνωμίες που επαναλαμβάνονται στο τώρα. Ώρες να μιλάς, ώρες να παλεύεις και να βλέπεις τα βλέμματα άδεια, τις ψυχές σε καταστολή, το τίποτα. Γυρνάς σπίτι σα να μην τους έχεις αγγίξει. Και τούτο πονά. Κι έρχεται η ώρα για το διαγώνισμα. Ας γράψουν, αφού πρέπει να γράψουν. Ας γράψουν εδώ, στον όρο «μετανάστες» του Μπρεχτ. Και τους λες να βρουν λέξεις-κλειδιά του ποιήματος, έτσι για να κερδίσουν καμιά μονάδα. Και κείνος, ο Μάριν, μόνος απ’ όλους και μονάχος, σου γράφει αυτές που δε γράψανε οι άλλοι: μετανάστες / σε μιαν άλλην χώρα μπήκαμε /σπίτι δε θα’ ναι μα εξορία /σύνορα / του γυρισμού η μέρα. Και κάτι αρχίζει να σαλεύει μέσα σου. Σε κείνο του γυρισμού η μέρα νιώθεις πως κάτι σάλεψε και μέσα στον ίδιο. Και συνεχίζεις να διορθώνεις τα λάθη του Μάριν, όταν ρωτάς, «γιατί ο ποιητής επιλέγει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο» και κείνος σου απαντά «λάθος»: «Γιατί όλλοι είμαστε το είδιο και κανένας δεν έχει πιο πολύ από κάποιον άλλον».
Και συνεχίζεις να διορθώνεις και κει πια σταματάς:
«[…] απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά στα σύνορα, προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα ν’ απαρνιόμαστε, χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε». Σχολιάστε τους στίχους αυτούς σε σχέση με το αίσθημα εξορίας και νοσταλγίας του ποιητή»
γιατί έρχεται ο Μάριν πια ολόκληρος και σε σταματά με λυγμούς, με τους σφιγμένους λυγμούς τους δικούς του, που γίνονται πια οι δικοί σου:
«Αυτός είναι ασίχαστος και δεν μπορεί να κάτση σε μια άλλη χώρα όλα αυτά του φένονται πολύ άσχημα σε μια άλλη χώρα σε ένα ξένω χόμα εγώ ξέρω πος νιόθη ο… Αυτά γιατί κι εγώ είμαι στιν θέση του. Και εγώ ζω σε μια άλη χώρα και είναι πολύ άσχημα».
Και σταματάς ξανά και σωπαίνεις. Για ώρα σωπαίνεις, για ώρα πνίγεσαι στην ψυχή του μικρού αυτού παιδιού. Κι ευγνωμονείς τον Μάριν και τον Λεύιν, τους Αλβανούς, τον Δαβίδ απ' τη Ρωσία, τον Σταύρο από τη Βόρειο Ήπειρο. Τους ευγνωμονείς που με τον δικό τους πόνο, μαλάκωσαν την ψυχή σου. Τους ευγνωμονείς, που χωρίς να το έχουν υποψιαστεί, δώσαν νόημα σε τούτο το πήγαινελα στις τάξεις και τα θρανία. Που χωρίς να το νιώσουν, ένιωσες συ πως και οι φωτοβολίδες μια στάλα φως ρίχνουν στο σκοτάδι.


ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΟ "ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ"


Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:

"Μετανάστες".

Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,

δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,

λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε

και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε

να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.

Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.

Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα' ναι, μα εξορία.

Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά

στα σύνορα,

προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό

σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις

κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα

ν' απαρνιόμαστε,

χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.

Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ

τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς

οι ίδιοι

μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε

τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,

περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,

μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.

Όμως κανένας μας

δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη

δεν ειπώθηκε ακόμα.


ΜΠΡΕΧΤ Μπ., Ποιήματα (μτφρ. Μάριος Πλωρίτης), Θεμέλιο

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Βαθιά πληγή, παλιά πληγή


Μουσική, Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Τραγούδι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου


Βαθιά πληγή, παλιά πληγή
μονάκριβη, δική μου.
Την ξεριζώνω απ' την καρδιά,
φυτρώνει στην αυλή μου.

Ανθίζει καταχείμωνο
που οι φωνές κοπάζουν,
Έχει τη φυλλωσιά πυκνή
και νύχια που χαράζουν.


Αγαπημένα πρόσωπα,
αγαπημένα μάτια.
Έρχονται σαν τα κύματα
κι αφήνουν κατακάθια.


Μαραίνεται απ' το γέλιο μου,
πίνει απ' τα δάκρυά μου.
Έρχεται στις παρέες μου
και κλέβει τη μιλιά μου.


Βαθιά πληγή, παλιά πληγή
πες μου τί να κοιτάξω.
Να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι ν' αγκαλιάσω;


Ενορχήστρωση: Μπάμπης Παπαδόπουλος
Αλέξης Μπουλγουρτζής: νταούλι
Μπάμπης Παπαδόπουλος: κιθάρες
Θανάσης Παπακωνσταντίνου: τζουρά
φωτογραφία: Γκανάτσιος Α., http://www.fotoart.gr/

Τι μας έπιασε καί σήμερα...


ΧΡΩΣΤΟΥΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΒΟΡΙΑ


Παλιά μου Πόλη γλυκιά του κόσμου

Γιομάτη θύμησες κι αναστενάρηδες τσ' αγάπης

Που όλα τα ζήλεψες κι όλα τα' χασες

Στο πέρασμα κρυφό τ' ανέμου

Τίποτα δε μένει της πρωτινής σου αίγλης

Πάρεξ χαλάσματα της τωρινής συνήθειας.


Ντέλλα Ο., Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΠΟΛΗ ΓΛΥΚΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Επιστρέφεις στον Καββαδία από άλλη αφορμή. Αγαπημένος από τότε, της πόλης του Βορρά.

Αγαπήμενο ποίημα διπλά, γιατί είναι και του Λόρκα. Το σιγοψιθύριζες με την ίδια αμείωτη ένταση. Ανοίγεις το "Πούσι", βλέπεις τι είχες σημείωσει, τότε που έβρεχε, κάθε που έβρεχε κι ο δρόμος αντί να οδηγεί στις αίθουσες της Σχολής, οδηγούσε στην παραλία -εκεί που η λογοτεχνία γινόταν ζωή και όχι φιλολογία-, χαμένη στην ομίχλη της να είσαι και βυθισμένη, με άπειρη ευγνωμοσύνη προς τη δροσιά που έριχνε στο πρόσωπο, τη βροχή που μούσκευε τα μαλλιά -πάντα χωρίς ομπρέλα. Κι ο δρόμος τέλειωνε στην Πρωτοπορία έναντι της θαλάσσης, για να κάνεις το μηνιάτικο βιβλία. Έτσι ήρθε στα χέρια σου και το "Πούσι" 17 Φεβρ. του '94. Κι είχες γράψει μπροστά το άλλο ποίημα, που σ' εκοβε τότε κομμάτια, όπως το Φεύγω του Περίδη (Ρίχνω στα μάτια μου ένα φως και κάνω ανάκριση μονάχος. Ο χωρισμένος μου εαυτός είναι που χώρισε τον κόσμο από λάθος. Άραγε τι να φταίει τι, που ονειρευόμαστε στον ξύπνιο [...] φεύγω, κάθε μέρα φεύγω, στην καρδιά μου πιο κοντά), τώρα κανένα με την ίδια ένταση, παρά με μια ακαθόριστη νοσταλγία, στυφή: "Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης....εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού...". Ταξίδι ανέλπιδο, έγραφες, που πασχίζω να του ρίξω φως, καθώς τα ρολά της ζωής μου κλείνουν....Χρόνος άχρονος", μ' όλη την υπερβολή και τ' αδιέξοδα του φοιτητικού, δηλ. νεανικού χρόνου. Πέρασαν χρόνοι και δεν ξέρεις αν έριξες φως, όπως τόσο το επιθυμούσες, ούτε αν το ταξίδι είναι πια τόσο ανέλπιδο όσο ήταν. Άνθρωποι αγαπημένοι γύρω ακυρώνουν την απελπισία, μα το φως το πληρώνεις με ιδιαίτερη βαρύτητα.

Δυο επιστροφές την ίδια μέρα. Αρχίζω να ανησυχώ.


FEDERICO GARCIA LORCA


Στο Θανάση Καραβία


Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό

και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.

Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,

τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.


Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά

και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.

Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά

κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ' αχαμνά του.


Του ταύρου ο Πικάσσο ρουθούνιζε βαριά

και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.

Τραβέρσο ανάποδο -πορεία προς το Βοριά.

Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλει.


Κάτου απ' τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές

και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.

Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές

τότες που σ΄έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.


Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;

Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.

Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω

κ' ίσα έν' αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.


Κοπέλες απ' το Δίστομο φέρτε νερό και ξύδι.

Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά

σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,

μέσ' απ' τα διψασμένα της χωράφια τ' ανοιχτά.


Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.

Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.

Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα

και στο χωριό ν' ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.


ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ, Πούσι, Άγρα 1993

ΣΑ ΝΥΦΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ


ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ


Καθόμασταν μια Κυριακή στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου

ώσπου ξαφνικά σηκώθηκε ένας και είπε: "να μας πεις για εκείνη".



Και εγώ πήρα το λόγο και άρχισα: "σπίτι εξοχικό η ψυχή της,

το χειμώνα, όπου έβλεπες κάθε πρωί τα πορτοκάλια στην αυλή

και έλεγες κάποιος θα έρχεται

κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.

Άνοιξα τότε και μπήκα. Πυροβολεία εγκατελειμμένα στα βουνά

από μιαν άλλη κατοχή συνάντησα,

νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών με λαμπαδίτσες του Πάσχα

και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.

Και περνούσεν ο καιρός

κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της

όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή

ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.

Όλοι γελούσαν σε εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,

και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του

πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέλησή της

στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.

Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω.

Ήταν σφαγμένη, με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά της λυμένα.

Ωραιοτάτη κοιμωμένη για τον τάφο της, φώναξα,

στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή,

ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρέθουσα,

για να σμίγουν τα νερά μας κάπου στα βάθη της θάλασσας.

Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πια. Την άνοιξη μόνο

στα φωτεινά μου διαλείμματα αμυδρά τη θυμούμαι".


Και μελαγχόλησαν όλοι μετά την αφήγησή μου αυτή,

και κανένας δεν μίλησε.

Το σούρουπο μόνο εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα

μου φώναξε ένας: "περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες".

Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά. Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι

γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου. με παλτά. Σκισμένοι.

Με μια κομμένη ζώνη στη μέση. Εξομοιωμένοι.



Και στο τέλος εσύ. Μόνη.

Με το ραβδί ανιχνεύοντας το δρόμο, όπως οι τυφλοί.



ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Ποιήματα (1968-1987), Νεφέλη 2000

ΛΑΜΠΡΙΑΝΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, Δρυόβουνο (φωτογραφία)

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ


Κάπου σκαλωμένο ήταν στη βιβλιοθήκη και τ' άνοιξα τυχαία. Κι έπεσα σ' αγαπημένο στίχο-σελίδα, ολάκερη λαβωμένη πριν από χρόνια. Αγαπητός ο συγγραφέας από τα φοιτητικά τα χρόνια, όταν τον γνώρισα. Αγαπητός εκ νέου. Με κείνη την επιείκεια και το άσυλο που ζητάς στη ματιά του Σιναϊτη. Κάτι τέτοιες κουβέντες μας κρατάνε. Όχι γιατί τις έχουμε απόλυτα ανάγκη. Απλώς μας κρατάνε.


"Κύριε ελέησον"


Και ξαφνικά ανοίγει ένα παραθυράκι στο νου. Έρχεται ένα φως. Τότε έχεις μια άλλη αίσθηση. Τότε το κατανοείς καλά. Όχι ως προς το ετυμολογικό.

Μα με μια κατάνυξη και συναίσθηση και θεία θαλπωρή.

Και λες: Τι άλλο να λέω;

Παρά μόνο πάλιν και πολλάκις και συνεχώς: Κύριε ελέησον.

Δίχως να βαριέσαι. Δίχως να κουράζεσαι. Αυτό τα λέει όλα.

Δεν θέλει άλλα και πολλά


Μόνο ποιητικά μπορεί κανείς μερικές φορές να εκφρασθεί.

Η προσευχή είναι ποίηση.

Όλες οι προσευχές είναι ποιήματα.

Οι ποιητές νοιώθουν τους συνανθρώπους τους και τους παρηγορούν, όπως οι άγιοι.

Είναι μεγάλη η ευλογία να συναντάς ένα ποιητή κι ένα άγιο.


Μωυσέως μοναχού αγιορείτου, Αθωνικό απόδειπνο, Αρμός

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

ΧΕΙΜΩΝΑΝΘΟΣ




Φθινόπωρο στον έρωτα απόψε ανατέλλει

αρισμαρί και μέλι μύρισαν τα βουνά

Κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός το χώμα το βρεγμένο

σαν κάρβουνο αναμμένο η ομορφιά πονά.


Φιλί γυρεύω του ουρανού κι αυτός μου δίνει στάχτη

μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι σαν θέλω να κοπείς

σαλεύουν τα πορτόφυλλα κι η κλειδωνιά γυρίζει

αέρας μου σφυρίζει αν έρθεις μην αργείς.


Γδύσου κι από τα μάτια μου πάρε νερό και πλύσου

ο χωρισμός θυμήσου είναι χειμωνανθός

την λύπη την κατοίκησα σε νύχτα και σε μέρα

σ’ αφήνω στον αέρα για να σε βρω στο φως.


Η αγάπη φόβους κι όνειρα δειπνά προτού ραγίσει

στου πόνου το ξωκλήσι αγιάζει η ερημιά

κι εγώ μια θλίψη που ζητώ για να με σημαδέψει

το φως πριν βασιλέψει θα σ’ αρνηθώ ξανά.


Τραγούδι: Γιάννης Χαρούλης

Στίχοι, μουσική : Φωτάκη Ελένη - Καζαντζής Γιώργος





ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΕΝΑ ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΕ ΞΕΡΟΥΝ (1935)


Δεν μπορούν να με ξέρουν

Πιότερο απ' ό,τι με ξέρεις


Τα μάτια σου που μέσα τους κοιμόμαστε

Κι οι δυο μας

Δώσαν στα φώτα μου σαν άντρα

Μοίρα καλύτερη παρά στις νύχτες του κόσμου


Τα μάτια σου που μέσα τους αρμενίζω

Δώσανε στις χειρονομίες των δρόμων

Μια έννοια που ξέκοβε απ' τη γη


Στα μάτια σου όσοι μας δείχνουν

Την άπειρη μοναξιά μας

Δεν είναι πια αυτό που νόμιζαν πως είναι


Δεν μπορούν να σε ξέρουν

Πιότερο απ' ό,τι σε ξέρω.


ΚΑΙ ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ


Η νύχτα ποτέ δεν είναι πλήρης

Υπάρχει πάντα αφού το λέω

Αφού το βεβαιώνω

Στην άκρη του πόνου ένα ανοιχτό παράθυρο

Ένα φωτισμένο παράθυρο

Υπάρχει πάντα ένα όνειρο που αγρυπνά

Πόθος για εκπλήρωση πείνα για χόρταση

Μια γενναία καρδιά

Ένα χέρι απλωμένο ένα χέρι ανοιχτό

Μάτια προσεχτικά

Μια ζωή τη ζωή να μοιραστούμε.


ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΥΟ


Εμείς οι δύο πιασμένοι χέρι χέρι

Σπίτι μας είμαστε παντού

Στο δέντρο τ' απαλό από κάτω κάτω απ' τον μαύρο ουρανό

Κάτω απ' τις στέγες όλες στη φωτιά σιμά

Στον άδειο δρόμο καταμεσής στον ήλιο

Μέσα στα ακαθόριστα μάτια του πλήθους

Δίπλα σε γνωστικούς και σε τρελούς

Μέσα σε μεγάλους ή παιδιά

Μυστήριο ούτε ένα δεν κρύβει ο έρωτας

Είμαστε η ίδια η αλήθεια

Κι οι ερωτευμένοι είναι σαν στο σπίτι μας.


ELYARD PAYL, Ποιήματα (μτφρ. Γιώργος Σπανός), Πλέθρον 1984
φωτογραφία: Λαμπριανίδης ξανά, Αλιάκμονας ξανά

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

ΕΛΕΓΕΙΟ


Ελεγείο

των στιγμών που δεν αντάμωσαν το χρόνο

παρά τα όνειρα

των ψυχών που δε συνάντησαν τα σώματα

παρά τα χαρτιά και τα μελάνια

ελεγείο

αυτών που δεν αξιώθηκαν τη θάλασσα

παρά τη λίμνη

μια λίμνη τεχνητή

ανήμπορη στο κύμα

στην τρικυμία πιο ανήμπορη


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΜΠΡΙΑΝΙΔΗΣ, ΛΙΜΝΗ ΠΟΛΥΦΥΤΟΥ

IF LOVE IS THE WAY




DEDICATION

Feel's like I'm getting older
I'm not afraid
all though
I'm worlds apart from yesterday
and yet I can't believe I'm old enough today
to be in love, and feel in love
and see if love is the way.
I don't need fancy places
to spend the time,
I'm happy just to be here
with you tonight
and yet I'm not so sure
the time is really right
to be in love, and feel in love
and see if love is alright.
And you will sing
as long as there's a song
the feeling’s never gone
it was the first time to be in love.
Maybe tomorrow I'll never sing again
but I'll remember when
it was the first time to be in love
The picture’s slowly fading
and now it's gone,the letters we remembered are old and torn
and although the time has passed
the memory lingers onto be in love, and feel in love
and know when love is gone.






http://www.youtube.com/watch?v=PoEvL6lVYBw&NR=1


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Adam Fuss

ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΟΡΙΣΕΣ



ΜΝΗΜΗ


Φευγαλέο το πνεύμα

Το μουντό

Το γκρίζο

Το θλιβερό

-Ανικανοποίητο.

Αγιάτρευτο

Όπως η ψυχή σου τ' όρισε

Κι η μοίρα το θέλησε.


"Χλωμές Κυριακές γιομάτες θλίψη και μουχλιασμένο άρτο"


Το κενό σου ποτέ δεν το όρισες

Και τώρα που τα σύννεφα

Μονάχα ανάμνηση σου δίνουν

Στέκεται τούτη πιότερο άδεια

Κι απ' την άδεια σου ζωή.


Το πνεύμα το μουντό το γκρίζο το θλιβερό

-Ανικανοποίητο.

Δεν τ' ορίζεις πια.

Ποτέ σου δεν το όρισες.



Ντέλλα Ο., Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002

Η φωτογραφία από μια εκδρομή στην Καππαδοκία.

Τα ποτάμια είναι παντού τα ίδια. Οι αγαπημένοι ποταμοί όμως στην καρδιά μας.

Που τον τόπο της δεν τον ορίζεις

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

"Δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια, μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία"


Μια βδομάδα τώρα κλωθογυρίζεις το «Διπλό Βιβλίο» του Χατζή. Άλλοτε νηφάλια κι άλλοτε όχι, ωστόσο επιμένεις ξανά και ξανά. Επειδή όποιον Χατζή κι αν ανοίξεις κολλάς κι επειδή ποτέ δε φτάνει ένα πέρασμα, παρά μόνο την επιστροφή προϋποθέτει από μόνος του. Οι ιώσεις έχουν επιστρέψει κι αυτές δριμύτερες. Μέρες μας κρατούν σα να’ χει φύγει το αίμα από μέσα μας. Όχι όμως και η ένθεη μανία. Τα πουλιά του Γιαννιώτη. Τα πουλιά που στριφογυρνάν μέσα μας κι έξω μας. Που περιμένεις να τ’ ακούσεις και την ίδια ώρα έντρομος ακούς το κάλεσμά τους. Σε ποιο κάλεσμα να υποκύψεις τελικά; Ακολουθείς την πορεία της Αναστασίας. Τα έθαψε μέσα της τα πουλιά. Και του Κώστα. Είδε να του φεύγουν αζευγάρωτα. Άλλοτε αδυναμία. Κι άλλοτε μοίρα αναπότρεπτη. Ατελέσφορα παντού και πληγές. Όπου κι αν αγγίξεις πονά. Πώς λαμπάς φωτός να υψωθείς; Ποια η αγάπη που τ’ αντέχει; Ωστόσο, τα ευγνωμονείς που υπάρχουν. Ευγνωμονείς το αιφνίδιο πέρασμά τους από τη ζωή σου. Τα ευγνωμονείς, έστω κι αν τούτο το πέρασμα δεν είν’ παρά το ξέσκισμά σου. Ευφραίνεσαι με τούτες τις πληγές που είν’ κατάδικές σου. Άλλωστε, δεν το μπορείς, και δεν το θες, να μην ακολουθήσεις τα πουλιά. Η μοίρα των πουλιών είναι η μοίρα των σημαδεμένων. Κάποιοι είναι σημαδεμένοι μ’ αυτό το πέταγμά τους. Και οι υπόλοιποι παρευρίσκονται απλώς και κάποτε τους παραστέκονται. Κι άλλοτε τους χλευάζουν.
Κι απ’ την άλλη είν’ οι Ρωμιές του Λορεντζάτου. Κάποιες απ’ αυτές μες στον Χατζή. Η ίδια η Αναστασία και η μάνα της ανάμεσά τους. Ρωμιές όπως του Σολωμού και του Σκιαθίτη. Ρωμιές. Πώς να τις κοιτάξεις; Σε τι να μετρηθείς μαζί τους; Μόνο γιατί νιώθαν τα πουλιά και συμπονούσαν. Μόνο για το πρόσωπο της επιείκειας που μπορούν μονάχα αυτές ως το τέλος να κρατήσουν.
Ας έρθουν τα πουλιά. Τα πουλιά του Κωνσταντή. Της ξενιτεμένης Αρετής. Όλοι μες στην ξενιτιά συνεχίζουμε κι ας της έχουμε δώσει ονόματα. Ας έρθουν κι ας μιλήσουν με ανθρώπινη λαλία. Κι ας είν’ ο λόγος τους κομμάτι του θανάτου μας. Ας έρθουν όμως κι ας μιλήσουν.

Τα πουλιά, λοιπόν.
Πώς είναι; Είναι ένα βούισμα στην αρχή, σαν ένα βούισμα μακρινό στην αρχή. Κάπως έτσι σα να χτυπούν απάνω, ψηλά, μακριά, κάποια μεγάλα φτερά. Προτού ν’ ακούσω το βούισμά τους, τα νιώθω πως έρχονται, πως όπου να’ ναι θα’ ρθούνε. Και πρέπει τότε να φύγω –φεύγω, για να’ μαι μονάχη μου. Τρέχω να τα προφτάσω. Κρύβομαι κάπου. Με το κεφάλι μέσα στα χέρια, κάθομαι κουβαριασμένη, το κορμί μου τρέμει. Σε λίγο τ’ ακούω που φτάνουν. Κοπαδιαστά. Το βούισμα δυναμώνει, τα νιώθω πως είναι πάνω μου –κατεβαίνουνε, κατεβαίνουνε, γυρίζουνε πάνω μου. Με τα μάτια κλεισμένα τα βλέπω. Τις βλέπω τις μεγάλες φτερούγες τους. Τέτοια πουλιά δεν υπάρχουν. Είναι φτερούγες γαλάζιες, χρυσές, χρυσοπράσινες και λαμποκοπούν ανοιχτές, αστράφτουν μέσα στον ήλιο –νύχτα δεν έρχονται- πάντα μέρα. Φτάνουνε κι άλλα πιο πίσω, γυρίζουν απάνω μου, ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους. Ύστερα ακούω που ξεμακραίνουν. Ξεμακραίνουνε, τ’ ακούω που φεύγουν. Σηκώνω πια το κεφάλι μου, φύγανε, χάθηκαν. Εγώ τρέμω ακόμα. Είμαι παράλυτη, σα να μου δείρανε το κορμί, δε μπορώ να σαλέψω, δε φεύγω ακόμα. Σηκώνω τα μάτια μου, κοιτάζω πάνω, τριγύρω, κοιτάζω μακριά, κοιτάζω παντού. Γι’ αυτό μπορεί να γίνανε τόσο μεγάλα τα μάτια μου –απ’ αυτό το κοίταγμα.
Πόσο κρατάει; Δεν ξέρω. Ποτέ δε μπόρεσα να μετρήσω. Όσο κρατάει, νιώθω πως είναι για πάντα, πως έτσι είταν πάντα, πως έτσι θα’ ναι για πάντα, πως δεν τελειώνει ποτές. Ύστερα που σηκώνομαι και γυρίζω πίσω, είναι κάπως έτσι σα να τα ξέχασα κιόλας, σα να μην είταν ποτές. Είμαι πάλι μέσα στους άλλους –κανένας δεν ξέρει γι’ αυτά. Όσο ν’ ακούσω πάλι το βούισμά τους –και τρέχω πάλι στο κάλεσμα.
Από πότε; ρωτάς. Πρέπει να’ μουνα πολύ μικρή. Κ’ είταν έτσι από τότε. Τ’ άκουγα από τότε, το’ νιωθα πως είναι να’ρθουν, πως έρχονται πάλι, έτρεχα να φύγω απ’ το σπίτι –είχα ένα δέντρο πιο πέρα, καθόμουν εκεί και περίμενα. Κι αργότερα, που’ μουνα στο σχολειό, σ’ αυτό το δέντρο πήγαινα πάλι. Κάποτε με χάναν από την τάξη –έπρεπε να πάω. Ύστερα που γύριζα με μαλώναν, έσκυβα το κεφάλι μου, με ρωτούσαν και δεν τους το’ λεγα πού βρισκόμουν. Ήξερα από τότε πως τ’ άλλα παιδιά δεν είχαν τέτοια πουλιά. Είταν, λοιπόν, μυστικό. Κ’ έτσι την άρχιζα εγώ τη ζωή μου –τη μισή με τους άλλους, την άλλη μισή μ’ αυτό μου το μυστικό- τη διπλή τη ζωή μου.
Θα με ρωτήσεις τώρα, πώς είναι. Χαίρομαι, φοβάμαι, τρομάζω, αρρωσταίνω; Και φοβάμαι και τρομάζω κι αρρωσταίνω –μα χαίρομαι. Τα χαίρομαι που’ ρχονται, τα χρυσά τους τα φτερά, το μεγάλο τους πέταγμα. Χαίρομαι. Άμα τα δεις μια φορά, τότε την ξέρεις αυτή τη χαρά. Δε μοιάζει με τίποτα, δε μετριέται με τίποτα. Είναι η χαρά.
Χαιρόμουν γι’ αυτά. Ήξερα πια. Το πέταγμά τους εκείνο –πως είμουν εγώ. Πως τα πουλιά μου εκείνα –είμουν εγώ. Η ψυχή μου, που λέτε σεις. Και φτερουγίζουν απάνω μου εκείνα, φτερούγιζε αυτή. Μέσα σε κείνη τη στέρηση, την ορφάνια, τη λύπη. Και τα χαιρόμουν. Χαιρόμουν εμένα την ίδια –μέσα σ’ αυτή τη διπλή τη ζωή μου –από δω τ’ όνειρό μου, η αλήθεια της απ’ την άλλη- και δεν το σκεφτόμουνα να τα ζευγαρώσω, δεν ήξερα τότε τι θα’ τανε το ζευγάρωμα, σε τι μπορεί να χρειάζεται.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ, ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ 1999
ΦΩΤΟ: ADAM FUSS

ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ


Η ΣΙΩΠΗ

Στην Αυγή-Άννα Μάγγελ

Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα.
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα.
Τη γδύνω.
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τα τρία χρώματα
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δε σου είπα
και ποτέ πια δε θα σου πω.


ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ

Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο
τον κράτησες στο χέρι σου
κι ύστερα τον άφησες
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου

Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα
θα μείνει λίγος άμμος
με τη δική μας την αφή
κι ο άνεμος που θα φυσάει
όπως τ’ απόγιομα εκείνο του Οκτώβρη
θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί
όλο θα τον πηγαίνει


ΓΙΑ ΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ

Πού ανεβαίνω και τι γυρεύω
πάνω σ’ αυτό το τρομερό βουνό.

Όσο κι αν κράτησα καθαρή την ψυχή μου
ποτέ δεν θα φτάσω στην άσπιλη κορφή
εκεί που σμίγουν η φωτιά και το χιόνι.

Κάτω η θάλασσα με τα λουλούδια της
η γη με τα φρούτα και τα πουλιά της
και πάνω το ποτάμι τ’ ουρανού γεμάτο ψάρια
έχουν τώρα χαθεί.

Βρέχει αιώνια στάχτη και τίποτα δεν βλέπω πια.
Όλη μου η γνώση είναι άχρηστη.
Εκείνο μόνο που μου έμεινε
είναι η αγάπη μου για Σένα.
Κι’ Εσύ δεν είσαι δω να μου κρατάς το χέρι.

Τέυδε, Τενερίφη, Μάης 1995

ΘΕΩΡΗΜΑ

Το ένα ήταν όνειρο μιας γυναίκας
το άλλο ήταν όνειρο ενός άντρα.
Μια νύχτα μπήκαν σε μια κάμαρα
και γδύθηκαν κι αγαπήθηκαν πολύ
και σμίξανε για πάντα σ’ ένα όνειρο.
Τώρα όμως δεν το έβλεπαν
μήτε η γυναίκα μήτε ο άντρας
επειδή κι οι δυο μαζί
δεν μπορούσαν πια να ιδούν
το ίδιο όνειρο.
Μπορούσαν μόνο να το φανταστούν
αγκαλιασμένοι στο σκοτάδι.


ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Σήκωσα το σεντόνι
και ήταν πάλι γυμνή στο πλάι μου
και πριν χαθεί
γύρισα να την κοιτάξω
και μη με κοιτάζεις μου είπε
δεν είμαι το σώμα που αγάπησες
αλλά εκείνο που θέλεις να θυμάσαι
κι εκείνο που δεν μπορείς να θυμηθείς
κι εκείνο που νομίζεις πως θυμάσαι.



Γιώργης Παυλόπουλος, Λίγος Άμμος, Νεφέλη 1997