Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ


Η ΣΙΩΠΗ

Στην Αυγή-Άννα Μάγγελ

Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα.
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα.
Τη γδύνω.
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τα τρία χρώματα
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δε σου είπα
και ποτέ πια δε θα σου πω.


ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ

Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο
τον κράτησες στο χέρι σου
κι ύστερα τον άφησες
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου

Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα
θα μείνει λίγος άμμος
με τη δική μας την αφή
κι ο άνεμος που θα φυσάει
όπως τ’ απόγιομα εκείνο του Οκτώβρη
θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί
όλο θα τον πηγαίνει


ΓΙΑ ΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ

Πού ανεβαίνω και τι γυρεύω
πάνω σ’ αυτό το τρομερό βουνό.

Όσο κι αν κράτησα καθαρή την ψυχή μου
ποτέ δεν θα φτάσω στην άσπιλη κορφή
εκεί που σμίγουν η φωτιά και το χιόνι.

Κάτω η θάλασσα με τα λουλούδια της
η γη με τα φρούτα και τα πουλιά της
και πάνω το ποτάμι τ’ ουρανού γεμάτο ψάρια
έχουν τώρα χαθεί.

Βρέχει αιώνια στάχτη και τίποτα δεν βλέπω πια.
Όλη μου η γνώση είναι άχρηστη.
Εκείνο μόνο που μου έμεινε
είναι η αγάπη μου για Σένα.
Κι’ Εσύ δεν είσαι δω να μου κρατάς το χέρι.

Τέυδε, Τενερίφη, Μάης 1995

ΘΕΩΡΗΜΑ

Το ένα ήταν όνειρο μιας γυναίκας
το άλλο ήταν όνειρο ενός άντρα.
Μια νύχτα μπήκαν σε μια κάμαρα
και γδύθηκαν κι αγαπήθηκαν πολύ
και σμίξανε για πάντα σ’ ένα όνειρο.
Τώρα όμως δεν το έβλεπαν
μήτε η γυναίκα μήτε ο άντρας
επειδή κι οι δυο μαζί
δεν μπορούσαν πια να ιδούν
το ίδιο όνειρο.
Μπορούσαν μόνο να το φανταστούν
αγκαλιασμένοι στο σκοτάδι.


ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Σήκωσα το σεντόνι
και ήταν πάλι γυμνή στο πλάι μου
και πριν χαθεί
γύρισα να την κοιτάξω
και μη με κοιτάζεις μου είπε
δεν είμαι το σώμα που αγάπησες
αλλά εκείνο που θέλεις να θυμάσαι
κι εκείνο που δεν μπορείς να θυμηθείς
κι εκείνο που νομίζεις πως θυμάσαι.



Γιώργης Παυλόπουλος, Λίγος Άμμος, Νεφέλη 1997



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου