Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

"Δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια, μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία"


Μια βδομάδα τώρα κλωθογυρίζεις το «Διπλό Βιβλίο» του Χατζή. Άλλοτε νηφάλια κι άλλοτε όχι, ωστόσο επιμένεις ξανά και ξανά. Επειδή όποιον Χατζή κι αν ανοίξεις κολλάς κι επειδή ποτέ δε φτάνει ένα πέρασμα, παρά μόνο την επιστροφή προϋποθέτει από μόνος του. Οι ιώσεις έχουν επιστρέψει κι αυτές δριμύτερες. Μέρες μας κρατούν σα να’ χει φύγει το αίμα από μέσα μας. Όχι όμως και η ένθεη μανία. Τα πουλιά του Γιαννιώτη. Τα πουλιά που στριφογυρνάν μέσα μας κι έξω μας. Που περιμένεις να τ’ ακούσεις και την ίδια ώρα έντρομος ακούς το κάλεσμά τους. Σε ποιο κάλεσμα να υποκύψεις τελικά; Ακολουθείς την πορεία της Αναστασίας. Τα έθαψε μέσα της τα πουλιά. Και του Κώστα. Είδε να του φεύγουν αζευγάρωτα. Άλλοτε αδυναμία. Κι άλλοτε μοίρα αναπότρεπτη. Ατελέσφορα παντού και πληγές. Όπου κι αν αγγίξεις πονά. Πώς λαμπάς φωτός να υψωθείς; Ποια η αγάπη που τ’ αντέχει; Ωστόσο, τα ευγνωμονείς που υπάρχουν. Ευγνωμονείς το αιφνίδιο πέρασμά τους από τη ζωή σου. Τα ευγνωμονείς, έστω κι αν τούτο το πέρασμα δεν είν’ παρά το ξέσκισμά σου. Ευφραίνεσαι με τούτες τις πληγές που είν’ κατάδικές σου. Άλλωστε, δεν το μπορείς, και δεν το θες, να μην ακολουθήσεις τα πουλιά. Η μοίρα των πουλιών είναι η μοίρα των σημαδεμένων. Κάποιοι είναι σημαδεμένοι μ’ αυτό το πέταγμά τους. Και οι υπόλοιποι παρευρίσκονται απλώς και κάποτε τους παραστέκονται. Κι άλλοτε τους χλευάζουν.
Κι απ’ την άλλη είν’ οι Ρωμιές του Λορεντζάτου. Κάποιες απ’ αυτές μες στον Χατζή. Η ίδια η Αναστασία και η μάνα της ανάμεσά τους. Ρωμιές όπως του Σολωμού και του Σκιαθίτη. Ρωμιές. Πώς να τις κοιτάξεις; Σε τι να μετρηθείς μαζί τους; Μόνο γιατί νιώθαν τα πουλιά και συμπονούσαν. Μόνο για το πρόσωπο της επιείκειας που μπορούν μονάχα αυτές ως το τέλος να κρατήσουν.
Ας έρθουν τα πουλιά. Τα πουλιά του Κωνσταντή. Της ξενιτεμένης Αρετής. Όλοι μες στην ξενιτιά συνεχίζουμε κι ας της έχουμε δώσει ονόματα. Ας έρθουν κι ας μιλήσουν με ανθρώπινη λαλία. Κι ας είν’ ο λόγος τους κομμάτι του θανάτου μας. Ας έρθουν όμως κι ας μιλήσουν.

Τα πουλιά, λοιπόν.
Πώς είναι; Είναι ένα βούισμα στην αρχή, σαν ένα βούισμα μακρινό στην αρχή. Κάπως έτσι σα να χτυπούν απάνω, ψηλά, μακριά, κάποια μεγάλα φτερά. Προτού ν’ ακούσω το βούισμά τους, τα νιώθω πως έρχονται, πως όπου να’ ναι θα’ ρθούνε. Και πρέπει τότε να φύγω –φεύγω, για να’ μαι μονάχη μου. Τρέχω να τα προφτάσω. Κρύβομαι κάπου. Με το κεφάλι μέσα στα χέρια, κάθομαι κουβαριασμένη, το κορμί μου τρέμει. Σε λίγο τ’ ακούω που φτάνουν. Κοπαδιαστά. Το βούισμα δυναμώνει, τα νιώθω πως είναι πάνω μου –κατεβαίνουνε, κατεβαίνουνε, γυρίζουνε πάνω μου. Με τα μάτια κλεισμένα τα βλέπω. Τις βλέπω τις μεγάλες φτερούγες τους. Τέτοια πουλιά δεν υπάρχουν. Είναι φτερούγες γαλάζιες, χρυσές, χρυσοπράσινες και λαμποκοπούν ανοιχτές, αστράφτουν μέσα στον ήλιο –νύχτα δεν έρχονται- πάντα μέρα. Φτάνουνε κι άλλα πιο πίσω, γυρίζουν απάνω μου, ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους. Ύστερα ακούω που ξεμακραίνουν. Ξεμακραίνουνε, τ’ ακούω που φεύγουν. Σηκώνω πια το κεφάλι μου, φύγανε, χάθηκαν. Εγώ τρέμω ακόμα. Είμαι παράλυτη, σα να μου δείρανε το κορμί, δε μπορώ να σαλέψω, δε φεύγω ακόμα. Σηκώνω τα μάτια μου, κοιτάζω πάνω, τριγύρω, κοιτάζω μακριά, κοιτάζω παντού. Γι’ αυτό μπορεί να γίνανε τόσο μεγάλα τα μάτια μου –απ’ αυτό το κοίταγμα.
Πόσο κρατάει; Δεν ξέρω. Ποτέ δε μπόρεσα να μετρήσω. Όσο κρατάει, νιώθω πως είναι για πάντα, πως έτσι είταν πάντα, πως έτσι θα’ ναι για πάντα, πως δεν τελειώνει ποτές. Ύστερα που σηκώνομαι και γυρίζω πίσω, είναι κάπως έτσι σα να τα ξέχασα κιόλας, σα να μην είταν ποτές. Είμαι πάλι μέσα στους άλλους –κανένας δεν ξέρει γι’ αυτά. Όσο ν’ ακούσω πάλι το βούισμά τους –και τρέχω πάλι στο κάλεσμα.
Από πότε; ρωτάς. Πρέπει να’ μουνα πολύ μικρή. Κ’ είταν έτσι από τότε. Τ’ άκουγα από τότε, το’ νιωθα πως είναι να’ρθουν, πως έρχονται πάλι, έτρεχα να φύγω απ’ το σπίτι –είχα ένα δέντρο πιο πέρα, καθόμουν εκεί και περίμενα. Κι αργότερα, που’ μουνα στο σχολειό, σ’ αυτό το δέντρο πήγαινα πάλι. Κάποτε με χάναν από την τάξη –έπρεπε να πάω. Ύστερα που γύριζα με μαλώναν, έσκυβα το κεφάλι μου, με ρωτούσαν και δεν τους το’ λεγα πού βρισκόμουν. Ήξερα από τότε πως τ’ άλλα παιδιά δεν είχαν τέτοια πουλιά. Είταν, λοιπόν, μυστικό. Κ’ έτσι την άρχιζα εγώ τη ζωή μου –τη μισή με τους άλλους, την άλλη μισή μ’ αυτό μου το μυστικό- τη διπλή τη ζωή μου.
Θα με ρωτήσεις τώρα, πώς είναι. Χαίρομαι, φοβάμαι, τρομάζω, αρρωσταίνω; Και φοβάμαι και τρομάζω κι αρρωσταίνω –μα χαίρομαι. Τα χαίρομαι που’ ρχονται, τα χρυσά τους τα φτερά, το μεγάλο τους πέταγμα. Χαίρομαι. Άμα τα δεις μια φορά, τότε την ξέρεις αυτή τη χαρά. Δε μοιάζει με τίποτα, δε μετριέται με τίποτα. Είναι η χαρά.
Χαιρόμουν γι’ αυτά. Ήξερα πια. Το πέταγμά τους εκείνο –πως είμουν εγώ. Πως τα πουλιά μου εκείνα –είμουν εγώ. Η ψυχή μου, που λέτε σεις. Και φτερουγίζουν απάνω μου εκείνα, φτερούγιζε αυτή. Μέσα σε κείνη τη στέρηση, την ορφάνια, τη λύπη. Και τα χαιρόμουν. Χαιρόμουν εμένα την ίδια –μέσα σ’ αυτή τη διπλή τη ζωή μου –από δω τ’ όνειρό μου, η αλήθεια της απ’ την άλλη- και δεν το σκεφτόμουνα να τα ζευγαρώσω, δεν ήξερα τότε τι θα’ τανε το ζευγάρωμα, σε τι μπορεί να χρειάζεται.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ, ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ 1999
ΦΩΤΟ: ADAM FUSS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου