Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

"Σπίτι δε θα' ναι μα εξορία"


Διαγώνισμα στα Κείμενα. Β’ Γυμνασίου. Διαγώνισμα τριμήνου.

Υποχρεωτικό και αναγκαίο κακό για αμφότερους. Ξέρεις την τάξη που έχεις. Ξέρεις την "προσφυγιά" που κουβαλάνε δυο από αυτά. Το στίγμα του μετανάστη σε καλομαθημένη λιγνιτο-πόλη. Παλεύεις τρεις μήνες τώρα με την πάλη τους. Εμείς και οι άλλοι. Εμείς και οι Αλβανοί. Οι Αλβανοί –σα να μην είναι άνθρωποι. Παιδιά με γλυκύτητα, "αρπαγμένα" από την ηλιθιότητα των ενηλίκων, την κομπορρημοσύνη τους, τη βαρβαρότητά τους. Την ασφάλειά τους. Τι να προκάμεις να τους κάμεις; Σχεδόν δεν ακούν. Σχεδόν πάντα έχεις την αίσθηση –και το βλέπεις άλλωστε- ότι δεν ακούν. Ότι δεν είναι εκεί. Ότι σπανίως είναι εκεί. Μόνο πριν τα Χριστούγεννα σα ρώτησες «θα πάτε πουθενά στις διακοπές;», «Πώς, κυρία, θα πάμε!» σου απάντησαν «Και πού;», «Στην Αλβανία φυσικά!». «Από πού μπαίνετε» τους είπες ξανά και τα μάτια τους πέταξαν και η ψυχή τους ορθώθηκε στη ματιά εκείνη, τη ζωντανή «Από Κρυσταλλοπηγή». Χαζή ερώτηση, όμως έτσι για να συνεχίσεις την κουβέντα, να πάρουν θάρρος. «Τι θα μου φέρετε; Φέρτε μου κάτι που τρώτε εκεί στις γιορτές». Και το χαμόγελο πλάτυνε και η καρδιά άνοιξε. Λουλούδι έγινε. Κι όλα μείναν εκεί.

Κι έρχεται ο Μπρεχτ και ο όρος "μετανάστες", που επίτηδες το διάλεξες, μπας κι ακουστεί τίποτα παραπάνω. Μπας και νιώσουν λιγότερο ξένοι και μεις λιγότερο βάρβαροι. Δυο ώρες κι η τρίτη το διαγώνισμα. Δυο ώρες να μιλάς για το αίσθημα της εξορίας, για τον πόνο της μετανάστευσης, για την ξένη γη. Δυο ώρες κι άλλες δυο ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα του Χατζή. Κι έπειτα ο Ανδρέας του Βενέζη. Φυσιογνωμίες που επαναλαμβάνονται στο τώρα. Ώρες να μιλάς, ώρες να παλεύεις και να βλέπεις τα βλέμματα άδεια, τις ψυχές σε καταστολή, το τίποτα. Γυρνάς σπίτι σα να μην τους έχεις αγγίξει. Και τούτο πονά. Κι έρχεται η ώρα για το διαγώνισμα. Ας γράψουν, αφού πρέπει να γράψουν. Ας γράψουν εδώ, στον όρο «μετανάστες» του Μπρεχτ. Και τους λες να βρουν λέξεις-κλειδιά του ποιήματος, έτσι για να κερδίσουν καμιά μονάδα. Και κείνος, ο Μάριν, μόνος απ’ όλους και μονάχος, σου γράφει αυτές που δε γράψανε οι άλλοι: μετανάστες / σε μιαν άλλην χώρα μπήκαμε /σπίτι δε θα’ ναι μα εξορία /σύνορα / του γυρισμού η μέρα. Και κάτι αρχίζει να σαλεύει μέσα σου. Σε κείνο του γυρισμού η μέρα νιώθεις πως κάτι σάλεψε και μέσα στον ίδιο. Και συνεχίζεις να διορθώνεις τα λάθη του Μάριν, όταν ρωτάς, «γιατί ο ποιητής επιλέγει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο» και κείνος σου απαντά «λάθος»: «Γιατί όλλοι είμαστε το είδιο και κανένας δεν έχει πιο πολύ από κάποιον άλλον».
Και συνεχίζεις να διορθώνεις και κει πια σταματάς:
«[…] απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά στα σύνορα, προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα ν’ απαρνιόμαστε, χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε». Σχολιάστε τους στίχους αυτούς σε σχέση με το αίσθημα εξορίας και νοσταλγίας του ποιητή»
γιατί έρχεται ο Μάριν πια ολόκληρος και σε σταματά με λυγμούς, με τους σφιγμένους λυγμούς τους δικούς του, που γίνονται πια οι δικοί σου:
«Αυτός είναι ασίχαστος και δεν μπορεί να κάτση σε μια άλλη χώρα όλα αυτά του φένονται πολύ άσχημα σε μια άλλη χώρα σε ένα ξένω χόμα εγώ ξέρω πος νιόθη ο… Αυτά γιατί κι εγώ είμαι στιν θέση του. Και εγώ ζω σε μια άλη χώρα και είναι πολύ άσχημα».
Και σταματάς ξανά και σωπαίνεις. Για ώρα σωπαίνεις, για ώρα πνίγεσαι στην ψυχή του μικρού αυτού παιδιού. Κι ευγνωμονείς τον Μάριν και τον Λεύιν, τους Αλβανούς, τον Δαβίδ απ' τη Ρωσία, τον Σταύρο από τη Βόρειο Ήπειρο. Τους ευγνωμονείς που με τον δικό τους πόνο, μαλάκωσαν την ψυχή σου. Τους ευγνωμονείς, που χωρίς να το έχουν υποψιαστεί, δώσαν νόημα σε τούτο το πήγαινελα στις τάξεις και τα θρανία. Που χωρίς να το νιώσουν, ένιωσες συ πως και οι φωτοβολίδες μια στάλα φως ρίχνουν στο σκοτάδι.


ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΟ "ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ"


Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:

"Μετανάστες".

Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,

δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,

λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε

και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε

να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.

Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.

Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα' ναι, μα εξορία.

Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά

στα σύνορα,

προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό

σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις

κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα

ν' απαρνιόμαστε,

χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.

Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ

τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς

οι ίδιοι

μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε

τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,

περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,

μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.

Όμως κανένας μας

δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη

δεν ειπώθηκε ακόμα.


ΜΠΡΕΧΤ Μπ., Ποιήματα (μτφρ. Μάριος Πλωρίτης), Θεμέλιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου