Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

"Ήπιατε το θάνατό σας..."


ΠΡΟΟΙΜΙΟ


Άρχοντες, σαν αρέσει να ακούσετε έναν όμορφο μύθο αγάπης και θανάτου; Είναι ο μύθος του Τριστάνου και της βασίλισσας Ιζόλδης. Ακούστε πώς αγαπήθηκαν με μεγάλη χαρά και με μεγάλο πένθος και πώς μετά πέθαναν την ίδια μέρα, κείνος από κείνη και η βασίλισσα απ’ τον Τριστάνο.

"ΗΠΙΑΤΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΑΣ!"


Καθώς ο ήλιος έλαμπε και διψούσαν, ζήτησαν να πιουν. Το κορίτσι αναζήτησε ένα ποτό, όταν ανακάλυψε το μαγικό μπουκάλι που η Μπρανζιέν είχε πάρει απ’ τη μάνα της Ιζόλδης. «Βρήκα κρασί!» τους φώναξε. Όμως, δεν ήταν κρασί αλλά το πάθος, η στυφή χαρά, το χωρίς τέλος άγχος και ο θάνατος. Το κορίτσι γέμισε ένα ωραίο παλιό δοχείο και το παρουσίασε στην κυρία της. Ήπιε με βαθιές γουλιές και μετά το πρόσφερε στον Τριστάνο που το άδειασε.
Αυτή τη στιγμή η Μπρανζιέν ήρθε και τους είδε να κοιτάζονται σιωπηλά σαν παραπλανημένοι και καταγοητευμένοι. Είδε μπροστά τους το σχεδόν άδειο μπουκάλι και το δοχείο. Πήρε το μπουκάλι, έτρεξε στην πρύμνη, το πέταξε στα κύματα και αναστέναξε:
«Δυστυχισμένη! Καταραμένη να’ ναι η μέρα που γεννήθηκε και η μέρα που ανέβηκα σ’ αυτό το πλοίο! Φίλη Ιζόλδη και σεις Τριστάνε, ήπιατε το θάνατό σας!».

Το πλοίο κατευθυνόταν ξανά προς την Τενταζέλ. Του Τριστάνου του φαινόταν πως μια ζωντανή αδιαθεσία, σαν τρυπητά αγκάθια και λουλούδια με ωραία οσμή ταυτόχρονα, πίεζε τις ρίζες της ζωής του, το αίμα της καρδιάς του και πώς όλα αυτά έδεναν με δυνατά δεσμά το σώμα του στο ωραίο σώμα της Ιζόλδης, όπως και τη σκέψη του και την επιθυμία του.

Η Μπρανζιέν τους παρατηρούσε με άγχος, κι ήταν ακόμη περισσότερο ταραγμένη, γιατί μόνο κείνη γνώριζε ποιο κακό είχε προκαλέσει: Επί δύο μέρες τους κατασκόπευε και τους είδε να απωθούν κάθε τροφή, κάθε ποτό και κάθε άνεση, να ψάχνει ο ένας για τον άλλο, όπως οι τυφλοί που περπατούν ψηλαφιστά ο ένας προς τον άλλο, δυστυχείς, όταν πονούν από αγάπη καθώς είναι χωρισμένοι, και πιο δυστυχείς όταν, όντας μαζί, τρέμουν στη φρίκη της πρώτης ομολογίας.

«Δυστυχείς! σταματήστε και επιστρέψτε, αν ακόμη μπορείτε! Αλλά όχι, ο δρόμος δε γνωρίζει επιστροφή, ήδη η δύναμη της αγάπης σας παρασύρει και ποτέ πια δε θα’ χετε χαρά χωρίς πόνο. Σας κατακυριεύει το κρασί που ποτίστηκε σε βότανα, το ποτό της αγάπης».

Οι αγαπημένοι αγκαλιάστηκαν. στα όμορφα σώματά τους έτρεμαν η επιθυμία και η ζωή. Ο Τριστάνος είπε: «Έλα λοιπόν θάνατε!». Όταν βράδυασε, στο πλοίο που αναπηδούσε γοργά προς τη χώρα του βασιλιά Μάρκου, ενωμένοι για πάντα, οι δύο εραστές παραδόθηκαν στην αγάπη.

"ΟΠΩΣ Η ΔΙΨΑ ΣΠΡΩΧΝΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΤΟ ΕΛΑΦΙ"


Οι εραστές οφείλουν να τρομάζουν απ’ τους εαυτούς τους και όχι απ’ την πιστή Μπρανζιέν. Πώς όμως οι μεθυσμένες καρδιές τους θα’ ταν άγρυπνες; Η αγάπη τους πίεζε, όπως η δίψα σπρώχνει στον ποταμό το ελάφι. Αλίμονο! η αγάπη δεν μπορεί να κρυφτεί. […] κάθε ώρα και σε κάθε τόπο δε βλέπει ο καθένας πως η επιθυμία τούς κινεί, πως τούς περικυκλώνει, για να ξεχειλίζει προς όλες τις κατευθύνσεις, όπως το νέο κρασί τρέχει απ’ όλες τις πλευρές του πατητηριού;

Χωρίς ανάπαυλα όμως και μες στη λαύρα του πυρετού, η επιθυμία τον έσυρε όπως ένα θυμωμένο άλογο προς τους κατάκλειστους πύργους, οι οποίοι κρατούσαν τη βασίλισσα έγκλειστη. άλογο και ιππότης θραύονταν απ’ τους πέτρινους τοίχους. αλλά και το άλογο και ο ιππότης ξανασηκώνονταν και επαναλάμβαναν ακατάπαυστα την ιππασία.
Και η Ξανθή Ιζόλδη, πιο δυστυχής ακόμη, μαραινόταν πίσω απ’ τους κατάκλειστους πύργους. γιατί, ανάμεσα σ’ αυτούς τους ξένους που την κατασκοπεύουν είναι αναγκασμένη να χαίρεται και να γελάει υποκριτικά. τη νύχτα, ξαπλωμένη πλάι στο βασιλιά Μάρκο, έχει ανάγκη να δαμάσει ακίνητη την εξέγερση των μελών της και τα αναπηδήματα του πυρετού. Θέλει να φύγει για να βρει τον Τριστάνο. Της φαίνεται πως σηκώνεται και πως τρέχει μέχρι την πόρτα. στο σκοτεινό όμως κατώφλι οι δόλιοι άπλωσαν τις κακές και ακονισμένες λάμες, οι οποίες πιάνουν στο πέρασμα τα λεπτά της γόνατα. Της φαίνεται πως πέφτει και πως απ’ τα κομμένα της γόνατα ξεπηδούν δυο κόκκινες πληγές.

Η ΤΥΧΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ


Πίσω απ’ τον πύργο της Τενταζέλ απλωνόταν ένας καταπράσινος κήπος με οπωροφόρα δέντρα, ευρύς και κλειστός με πασσάλους. Όμορφα και αναρίθμητα δέντρα γεμάτα καρπούς διασταυρώνονταν, καθώς τα ευωδιαστά τσαμπιά και τα πουλιά του’ διναν ξέχωρη χάρη. Στο πιο απόμακρο σημείο απ’ τον πύργο, κοντά στους πασσάλους του φράχτη, ορθωνόταν ένα πεύκο, ίσο και ψηλό, του οποίου ο ρωμαλέος κορμός στήριζε όμορφους και πλατιούς κλάδους. Στη ρίζα του βρισκόταν μια ζωντανή πηγή της οποίας το νερό απλωνόταν στην αρχή σαν φωτεινό, ήσυχο και πλατύ τραπεζομάντηλο, περιφραγμένο από ένα μαρμάρινο ανάβαθρο. στη συνέχεια, το νερό, συγκρατημένο από δύο στέρεες όχθες, διέσχιζε τον κήπο και, εισδύοντας στο εσωτερικό του πύργου, έφτανε στα δωμάτια των γυναικών. Κάθε βράδυ λοιπόν ο Τριστάνος, ακολουθώντας τη συμβουλή της Μπρανζιέν, σκάλιζε με τέχνη κομμάτια φλούδας και μικρούς κλάδους. Δρασκέλιζε τους μυτερούς πασσάλους και, φτάνοντας στο πεύκο, έριχνε τα λεπτοκαμωμένα ξυλαράκια στην πηγή. Ελαφρά όπως ο αφρός, κολυμβούσαν και κυλούσαν καθώς, στα δωμάτια των γυναικών, η Ιζόλδη παραμόνευε να τα πιάσει. Ευθύς ως με τις φροντίδες της Μπρανζιέν ο βασιλιάς Μάρκος και οι προδότες απομακρύνονταν, η Ιζόλδη ερχόταν στο φίλο της.
Πήγαινε ευκίνητη και φοβισμένη ωστόσο, προσέχοντας σε κάθε βήμα της, μήπως προδότες καραδοκούσαν πίσω απ’ τα δέντρα. Απ’ τη στιγμή όμως που ο Τριστάνος την έβλεπε, με ολάνοιχτη την αγκαλιά ριχνόταν προς εκείνη. Τότε η νύχτα και η φιλική σκιά του μεγάλου πεύκου τους προστάτευαν.
«Τριστάνε, οι θαλασσινοί δε βεβαιώνουν πως αυτός ο πύργος της Τενταζέλ μαγεύεται και πως χάρη στη μαγεία δυο φορές το χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι χάνεται και εξαφανίζεται; Χάθηκε αυτή τη στιγμή. Δεν είναι εδώ ο υπέροχος κήπος για τον οποίο μιλούν τα χαριτωμένα ποιηματάκια της άρπας; Ένα αέρινο τείχος τον περικλείει από όλα τα μέρη, ανθισμένα δέντρα και βαλσαμωμένο έδαφος τον διακοσμούν. ο ήρωας ζει εδώ χωρίς να γηράσκει στην αγκαλιά της φίλης του, ενώ καμιά εχθρική δύναμη δεν μπορεί να σπάσει το αέρινο τείχος».
Ήδη, στα φρούρια της Τενταζέλ αντηχούν οι σάλπιγγες των φρουρών που αναγγέλλουν την αυγή.
«Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τείχος έσπασε πια και δε βρισκόμαστε στον υπέροχο κήπο. Μια μέρα όμως, φίλη, θα πάμε μαζί στην Τυχερή Πατρίδα απ’ την οποία κανένας δεν επιστρέφει. Εκεί υψώνεται ένας πύργος από άσπρο μάρμαρο. σε καθένα απ’ τα χίλια παράθυρά του λάμπει ένα αναμμένο κερί. σε κάθε παράθυρο, ένας οργανοπαίχτης παίζει και τραγουδάει μια χωρίς τέλος μελωδία. ο ήλιος δε λάμπει εκεί, κι όμως κανένας δεν αποζητάει το φως του: είναι η ευτυχής πατρίδα των ζώντων».
Στην κορυφή όμως των φρουρίων, η αυγή φωτίζει τους εναλλασσόμενους όγκους με υποκόκκινη και κυανόχρωμη απόχρωση.

Ο ΘΕΟΣ ΕΞΕΤΑΖΕΙ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ


Ο Τριστάνος έσκυψε και ταπεινώθηκε στα πόδια του. «Έλεος στη βασίλισσα, γιατί, αν υπάρχει ένας άνθρωπος σ’ αυτήν την αυλή τόσο τολμηρός που να υποστηρίζει το ψέμα πως την αγάπησα ένοχα, θα με βρει όρθιο απέναντί του σε μονομαχία. Κύριε, έλεος στη βασίλισσα, στο όνομα του Κυρίου και Θεού μας!» […]
Είχε όμως εμπιστοσύνη στο Θεό […]. Και βέβαια, δίκαια είχε εμπιστοσύνη στο Θεό. Όταν ορκιζόταν πως δεν είχε ποτέ αγαπήσει τη βασίλισσα ένοχα, οι δόλιοι βαρόνοι γελούσαν με ασυνήθιστο δόλο. Αλλά, άρχοντές μου, σας καλώ για μάρτυρες, σάς που γνωρίζετε την αλήθεια του φίλτρου το οποίο ήπιε στο πλοίο και που καταλαβαίνετε: έλεγε ψέματα; Το κριτήριο και όχι η πράξη κρίνει το έγκλημα. Οι άνθρωποι βλέπουν τις πράξεις αλλά ο Θεός εξετάζει τις καρδιές και μόνο Αυτός κρίνει δίκαια.

ΣΤΟ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΟΓΚΡΕΝ


Κάποια μέρα, καθώς διέτρεχαν αυτά τα μεγάλα δάση που δεν είχαν ποτέ πατηθεί, έφτασαν περιπετειωδώς στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρέν. Στον ήλιο και κάτω από ένα ελαφρό δάσος από σφένδαμνους, κοντά στο εκκλησάκι του, ο γηραιός ασκητής σιγοπερπατούσε στηριγμένος στη μαγκούρα του.
«[…] Μετανοήστε Τριστάνε! Ο Θεός συγχωρεί τον αμαρτωλό που μετανοεί.
-Να μετανιώσω αδελφέ Ογκρέν; Για ποιο αμάρτημα; Σεις που μας κρίνετε, ξέρετε ποιο ποτό ήπιαμε πάνω στη θάλασσα καθώς ταξιδεύαμε; Ναι το καλό ποτό μας μεθάει και θα προτιμούσα να ζητιανεύω όλη μου τη ζωή στους δρόμους και να ζω τρώγοντας χόρτα και ρίζες με την Ιζόλδη, παρά να’ μια χωρίς αυτήν βασιλιάς ενός ωραίου βασιλείου».
-Άρχοντα Τριστάνε, ο Θεός να σας βοηθήσει, γιατί χάσατε και αυτόν και τον άλλο κόσμο. Οφείλει κανένας να διαμελίζει με δύο άλογα τον προδότη του βασιλιά του, να τον κάψει στη φωτιά. εκεί που πέφτει η τέφρα του δε φυτρώνει πια χορτάρι και το όργωμα είναι ανώφελο. τα δέντρα και η πρασινάδα χάνονται από κει. Τριστάνε, επιστρέψτε τη βασίλισσα σε κείνον που τη νυμφεύτηκε κατά τον νόμο της Ρώμης!
-Δεν ανήκει πια σε κείνον. την παρέδωσε στους λεπρούς του. την κατέκτησα απ’ τους λεπρούς. Στο εξής είναι δική μου. δε μπορώ να την αποχωριστώ, ούτε η Ιζόλδη εμένα».
Ο Ογκρέν είχε καθίσει. στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε με το κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υπόφερε για το Θεό. Ο ερημίτης της ξαναθύμιζε τα άγια λόγια του Βιβλίου. ολόγεμη δάκρυα και στεναγμούς, τίναζε το κεφάλι της κι αρνιόταν να τον πιστέψει.
«Αλίμονο! έλεγε ο Ογκρέν, ποια ενίσχυση μπορεί να δώσει κανένας σε νεκρούς; Μετανόησε Τριστάνε, γιατί κείνος που ζει στην αμαρτία χωρίς μετάνοια είναι νεκρός.
-Όχι, ζω και δε μετανιώνω. Θα γυρίσουμε στο δάσος που μας φυλάει και μας προστατεύει. Έλα φίλη Ιζόλδη!»
Η Ιζόλδη ξανασηκώθηκε. πιάστηκαν απ’ τα χέρια. Πέρασαν στα ψηλά χορτάρια και στα ρύκια. τα δέντρα έγειραν τους κλώνους τους. χάθηκαν πίσω απ’ τα φυλλώματα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗ ΙΖΟΛΔΗΣ


Η Ιζόλδη είδε ένα όραμα καθώς κοιμόταν: βρισκόταν κάτω από μια πλούσια τέντα στο μέσο ενός μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια ρίχνονταν πάνω της και ψάχονταν για να την αποκτήσουν… Κείνη άφησε μια κραυγή και ξύπνησε.

"ΔΕ ΛΕΩ ΠΩΣ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΤΡΙΣΤΑΝΟ, ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΜΑΣ ΟΜΩΣ ΘΑ ΧΩΡΙΣΤΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ"


-Τριστάνε, ας θυμηθούμε, τον ερημίτη Ογκρέν του δάσους! Ας πάμε κοντά του κι ας προσπαθήσουμε να ζητήσουμε έλεος απ’ τον παντοδύναμο ουράνιο βασιλιά, Τριστάνε φίλε!»
Η Ιζόλδη ανέβηκε στο άλογο το οποίο ο Τριστάνος οδηγούσε κι όλη τη νύχτα, διασχίζοντας για τελευταία φορά τα αγαπημένα δάση, βάδιζαν χωρίς να βγάλουν μιλιά. Το πρωί ξεκουράστηκαν και ξανά άρχισαν την πορεία, μέχρι που’ φτασαν στο ερημητήριο. Στην πόρτα της μικρής του εκκλησίας ο Ογκρέν διάβαζε ένα βιβλίο. Τους είδε και από μακριά τους κάλεσε στοργικά:΅
«Φίλοι! πώς η αγάπη σας καταδιώκει από μιζέρια σε μιζέρια! Πόσο θα διαρκέσει η τρέλα σας; Κουράγιο! μετανοείστε επί τέλους!»
Ο Τριστάνος του είπε:
«Ακούστε σεβαστέ Ογκρέν. Βοηθήστε μας για να συμφιλιωθούμε με το βασιλιά. Θα του επιστρέψω τη βασίλισσα. Κατόπιν θα φύγω μακριά στην Βρετάνη ή στη Φριζ. αν κάποτε ο βασιλιάς με ανεχτεί κοντά του, θα επιστρέψω και θα τον υπηρετήσω όπως πρέπει».
Γερμένη στα πόδια του ερημίτη η Ιζόλδη, είπε με πόνο:
«Δεν μπορώ πια να ζήσω έτσι. Δε λέω πως μετανιώνω επειδή αγάπησα και αγαπώ για πάντα τον Τριστάνο. τα σώματά μας όμως θα χωριστούν πια».
Ο ερημίτης έκλαψε και παρακάλεσε το Θεό: « Θεέ, ωραίε και παντοδύναμε βασιλιά! Σας δοξάζω που με αφήσατε να ζήσω τόσο πολύ, ώστε να βοηθήσω αυτούς εδώ!».

"ΟΥΤΕ ΤΕΙΧΟΣ ΟΥΤΕ ΙΣΧΥΡΟ ΦΡΟΥΡΙΟ"


-Φίλε Τριστάνε, απ’ τη στιγμή που θα ξαναδώ το δαχτυλίδι με τον πράσινο ίασπη, ούτε πύργος, ούτε τείχος, ούτε ισχυρό φρούριο δε θα μ’ εμποδίσουν να εκτελέσω τη θέληση του φίλου μου.

"ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ ΕΔΩ, ΜΑ ΕΧΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ"


Κάτω απ’ τα δέντρα και χωρίς μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του. τα χέρια τους περιτυλίχτηκαν δυνατά γύρω απ’ τα σώματά τους και μέχρι το πρωί, σαν ραμμένοι, δε χαλάρωσαν την αγκαλιά τους. Παρά το βασιλιά και τους καταδιώκτες, συνεχίζουν τη χαρά και την αγάπη τους.
Αυτή η νυχτιά τρέλανε τους αγαπημένους.

-Πώς θα μπορούσα να ζήσω;
-Ναι φίλε Τριστάνε, οι ζωές μας είναι σφιχτοδεμένες και υφασμένες η μια με την άλλη. Και γω πώς θα μπορούσα να ζήσω; Το σώμα μου μένει εδώ, μα έχεις την καρδιά μου.
-Ιζόλδη, φίλη, φεύγω και δεν ξέρω σε ποια χώρα πάω. Αν όμως ξαναδείς το δαχτυλίδι με τον ίασπη, θα κάνεις ό,τι σου παραγγείλω;
-Ναι, το ξέρεις: αν το ξαναδώ, ούτε πύργος, ούτε ισχυρό φρούριο, ούτε βασιλική απαγόρευση δε θα μ’ εμποδίσουν να εκτελέσω την επιθυμία του φίλου μου, είτε είναι τρέλα, είτε είναι σοφία!
- Φίλη, ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε ευλογεί!
-Φίλε, ο Θεός ας σε προστατεύει!

Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν ούτε να ζουν ούτε να πεθαίνουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Χωρισμένοι, ζούσαν και τη ζωή και το θάνατο ταυτόχρονα.

Αυτή τη στιγμή σώπασαν τα άσματα των υπολαϊδων και των κορυδαλλών κι ο Τριστάνος άρχισε να τραγουδάει με απέραντη στοργή και μελωδία. Η βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου της. Παρατήρησε στο έδαφος το φύλλωμα της λεπτοκαρυάς απ’ όπου το αγιόκλημα απλωνόταν σκέφτηκε: «Έτσι συμβαίνει με μας φίλε. ούτε σεις χωρίς εμένα, ούτε εγώ χωρίς εσάς».


"ΑΛΛΑ ΤΙ ΑΛΛΟ ΚΑΝΩ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ; ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΩ;"

Τι με νοιάζει κι αν με σκοτώσει; Ιζόλδη, δεν οφείλω να πεθάνω για την αγάπη σας; Αλλά τι άλλο κάνω κάθε μέρα; Δεν πεθαίνω;

Αποσύρθηκε γεμάτη σκέψεις στο δωμάτιό της, κάθισε στο κρεβάτι της και βυθίστηκε στο πένθος:
«Αδύναμη! γιατί γεννήθηκα; Η καρδιά μου είναι βαριά και λυπημένη. Μπρανζιέν, αγαπημένη μου αδελφή, η ζωή μου είναι τόσο πικρή και τόσο σκληρή, που καλύτερα θα μου άξιζε ο θάνατος!».

«Βέβαια, έζησα πάρα πολύ γιατί είδα τη μέρα κατά την οποία η Ιζόλδη με απωθεί. Δε με αγαπάει πια, με θεωρεί ταπεινό και αχρείο! Αχ! Ιζόλδη, όποιος αγαπάει πολύ ξεχνάει αργά! Ιζόλδη, μια πλούσια πηγή που ξεχύνεται και τρέχει με ρεύματα φωτεινά και πλατιά, είναι κάτι το ωραίο και το πολύτιμο. όταν όμως στερεύει, δεν αξίζει τίποτε: έτσι είναι η αγάπη που αποξηραίνεται».

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΩΝ


-Φίλη, πρέπει να φύγω, γιατί σε λίγο θα με ανακαλύψουν. Πρέπει να φύγω και δε θα σε ξαναδώ πια ποτέ. Ο θάνατός μου είναι κοντά, μα μακριά από σένα. θα πεθάνω από επιθυμία.
-Φίλε, σφίξε τα χέρια σου και κόλλησέ με πάνω σου, τόσο πολύ, που να σπάσουν οι καρδιές μας και να φύγουν μαζί οι ψυχές μας! Οδήγησέ με στη μακάρια χώρα για την οποία μου μιλούσες στο παρελθόν: στη χώρα απ’ την οποία κανένας δεν επιστρέφει, όπου άσημοι μουσικοί τραγουδούν χωρίς τέλος. Πάρε με!
-Ναι, θα σε οδηγήσω στη μακάρια χώρα των Ζώντων. Ο καιρός πλησιάζει. δεν ήπιαμε ήδη όλη τη δυστυχία και όλη τη χαρά; Ο καιρός πλησιάζει. όταν έλθει το πλήρωμα, θα σε καλέσω. Ιζόλδη, θα’ ρθεις;
-Φίλε, κάλεσέ με, ξέρεις καλά πως θα’ ρθω.
-Φίλη, ο Θεός ας σε ανταμείβει.

"Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΟΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΤΕ ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ, ΟΥΤΕ ΕΓΩ ΧΩΡΙΣ ΕΣΑΣ"


Η Ιζόλδη κραύγασε:
«Αλίμονο! Δύστυχη! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω αρκετά, για να δω τον Τριστάνο το φίλο μου μια φορά ακόμη, μόνο μια φορά. Τριστάνε, αν σας μιλούσα μια φορά ακόμη, λίγο θα μ’ ενδιέφερε αν πέθαινα μετά. Αν, φίλε, δε σας δω, είναι γιατί ο Θεός δεν το θέλει κι αυτό είναι ο μεγαλύτερος πόνος της ψυχής μου. Ο θάνατός μου δεν είναι τίποτε για μένα: τον δέχομαι επειδή ο Θεός τον θέλει. φίλε, όταν τον μάθετε, θα πεθάνετε, το ξέρω καλά. Η αγάπη μας είναι τέτοια που δε θα μπορέσετε να ζήσετε χωρίς εμένα, ούτε εγώ χωρίς εσάς. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου, ταυτόχρονο με το δικό μου

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


«Κυρία, σηκωθείτε κι αφήστε με να πλησιάσω. Έχω περισσότερα δικαιώματα από σας, πιστέψτε με. Τον αγάπησα περισσότερο».
Γύρισε προς την Ανατολή και προσευχήθηκε. Κατόπιν ξεσκέπασε λίγο το σώμα, ξάπλωσε κοντά του, φίλησε το στόμα και το πρόσωπο του φίλου της, τον έσφιξε δυνατά. Παράδωσε την ψυχή της κολλημένη στο σώμα του φίλου της. Πέθανε απ’ τον πόνο της.

Όταν ο βασιλιάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων, διέσχισε τη θάλασσα και, φτάνοντας στη Βρετάνη, είπε να κάνουν δύο φέρετρα, το ένα από αγάπη για την Ιζόλδη και το άλλο από βήρυλλο για τον Τριστάνο. Πήρε μαζί του στην Τενταζέλ τα αγαπημένα τους σώματα. Τα ενταφίασε κοντά σε ένα παρεκκλήσι, το ένα δεξιά και το άλλο αριστερά απ’ την αψίδα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας όμως απ’ τον τάφο του Τριστάνου αναβλάστησε ένας καταπράσινος βάτος με δυνατούς κλώνους, με αρωματικά λουλούδια, ο οποίος, αφού ανυψώθηκε πάνω απ’ το παρεκκλήσι, έσκυψε στον τάφο της Ιζόλδης. Οι άνθρωποι της χώρας έκοψαν το βάτο: την επόμενη όμως μέρα ξαναβλάστησε το ίδιο πράσινος, ολάνθιστος και ζωντανός, που’ φτασε πια στο κρεβάτι της Ιζόλδης της Ξανθής. Τρεις φορές θέλησαν αν τον καταστρέψουν, αλλά μάταια. Τέλος, ανέφεραν το θαύμα στο βασιλιά Μάρκο, ο οποίος διέταξε να μην ξανακόψουν το φυτό.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Οι καλοί ραψωδοί του παλιού καιρού […] διηγήθηκαν αυτήν την ιστορία για κείνους που αγαπούν κι όχι για τους άλλους. Σας στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους. Χαιρετούν κείνους που είναι σκεπτικοί και κείνους που είναι ευτυχείς, κείνους που είναι χαρούμενοι και κείνους που είναι πονεμένοι, όλους τους αγαπημένους. Ας βρουν, μακάρι να’ βρουν εδώ παρηγοριά ενάντια στην αστάθεια, ενάντια στην αδικία, ενάντια στο πείσμα, ενάντια στον πόνο και σε όλα τα κακά της αγάπης!
Μπεντιέ Ζοζέφ, Τριστάνος και Ιζόλδη (μτφρ.Ν.Μακρής), Ζαχαρόπουλος 1989

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου