Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

"Κάναμε παρέα με αγγέλοι"


Επιστροφή στη Σμύρνη. Στην πολιτεία π' ανέβαινε και τη βλόγαγε ο Θεός.

Γιατί την προσφυγιά την κουβαλάς πάνω σου

δυο γενιές τρεις γενιές

και παραπέρα

την έχεις στο πέτο

καρφιτσωμένη

σε χειμερία νάρκη

αγνοείς ότι υπάρχει

ώσπου αιφνίδια ξυπνά

και σε σπαράζει

θολώνουν τα νερά

πάνω σου ρίχνεται

σε αφοπλίζει.
24-3-07

(Τούτα γραμμένα αιφνίδια, όταν εισέβαλε ο τόπος της προσφυγιάς στην εκεί επίσκεψή σου - Καππαδοκία, κι ας μην ήταν ο Πόντος- με τις μνήμες της γιαγιάς και του παππού, που κατά περίεργο τρόπο έχουν διαχυθεί στο DNA. Τις κουβαλάς και τις ζεις, λες και τις έχεις ζήσει).


ΤΑ ΤΣΕΡΚΕΝΙΑ


"Καταφέρανε να' χω στην πατρίδα μου

το αίσθημα του ραγιά"


Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου. Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας


"Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγκοι ν' ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -ήτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ' Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ΄από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν' αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό.


[....]


Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν' ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε.

Αυτά είχα να σου πω. Έλα, πήγαινε τώρα. Στο καλό.


[....]


Ωστόσο, το θυμητικό μου είναι μπαξές χορταριασμένος, τα μονοπάτια του πνιγμένα μες στην τσουκνίδα και την αγριάδα. Δύσκολα βρίσκω πια το δρόμο. Και σίγουρα, κάπου θα ξεσκιστώ

-ξώπετσα, μπορεί και να μην το πάρω είδηση. Χοντροπέτσιασα μέσα στα τελευταία σαράντα χρόνια....Είναι και τ' άλλο: ψάχνοντας ανάμεσα στ' αποκαϊδια, ένα ψίχουλο από σπασμένο καθρεφτάκι φαντάζει για μπριλιάντι, κι ένα χρυσαφικό το παραρίχνεις σα να' τανε κίτρινος τενεκές. Για τούτο, και όσα σου κουβέντιασα για τα τσερκένια, μπορεί να' ναι μονάχα φαντασία μου. Μα όχι, νιώθω ακόμα τώρα το σπάγκο να τεζάρει μες στη φούχτα μου, να με τραβάει ψηλά....


ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, Στου Χατζηφράγκου, Ύψιλον 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου