Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΠΟΛΗ ΓΛΥΚΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Επιστρέφεις στον Καββαδία από άλλη αφορμή. Αγαπημένος από τότε, της πόλης του Βορρά.

Αγαπήμενο ποίημα διπλά, γιατί είναι και του Λόρκα. Το σιγοψιθύριζες με την ίδια αμείωτη ένταση. Ανοίγεις το "Πούσι", βλέπεις τι είχες σημείωσει, τότε που έβρεχε, κάθε που έβρεχε κι ο δρόμος αντί να οδηγεί στις αίθουσες της Σχολής, οδηγούσε στην παραλία -εκεί που η λογοτεχνία γινόταν ζωή και όχι φιλολογία-, χαμένη στην ομίχλη της να είσαι και βυθισμένη, με άπειρη ευγνωμοσύνη προς τη δροσιά που έριχνε στο πρόσωπο, τη βροχή που μούσκευε τα μαλλιά -πάντα χωρίς ομπρέλα. Κι ο δρόμος τέλειωνε στην Πρωτοπορία έναντι της θαλάσσης, για να κάνεις το μηνιάτικο βιβλία. Έτσι ήρθε στα χέρια σου και το "Πούσι" 17 Φεβρ. του '94. Κι είχες γράψει μπροστά το άλλο ποίημα, που σ' εκοβε τότε κομμάτια, όπως το Φεύγω του Περίδη (Ρίχνω στα μάτια μου ένα φως και κάνω ανάκριση μονάχος. Ο χωρισμένος μου εαυτός είναι που χώρισε τον κόσμο από λάθος. Άραγε τι να φταίει τι, που ονειρευόμαστε στον ξύπνιο [...] φεύγω, κάθε μέρα φεύγω, στην καρδιά μου πιο κοντά), τώρα κανένα με την ίδια ένταση, παρά με μια ακαθόριστη νοσταλγία, στυφή: "Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης....εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού...". Ταξίδι ανέλπιδο, έγραφες, που πασχίζω να του ρίξω φως, καθώς τα ρολά της ζωής μου κλείνουν....Χρόνος άχρονος", μ' όλη την υπερβολή και τ' αδιέξοδα του φοιτητικού, δηλ. νεανικού χρόνου. Πέρασαν χρόνοι και δεν ξέρεις αν έριξες φως, όπως τόσο το επιθυμούσες, ούτε αν το ταξίδι είναι πια τόσο ανέλπιδο όσο ήταν. Άνθρωποι αγαπημένοι γύρω ακυρώνουν την απελπισία, μα το φως το πληρώνεις με ιδιαίτερη βαρύτητα.

Δυο επιστροφές την ίδια μέρα. Αρχίζω να ανησυχώ.


FEDERICO GARCIA LORCA


Στο Θανάση Καραβία


Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό

και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.

Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,

τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.


Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά

και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.

Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά

κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ' αχαμνά του.


Του ταύρου ο Πικάσσο ρουθούνιζε βαριά

και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.

Τραβέρσο ανάποδο -πορεία προς το Βοριά.

Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλει.


Κάτου απ' τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές

και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.

Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές

τότες που σ΄έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.


Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;

Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.

Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω

κ' ίσα έν' αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.


Κοπέλες απ' το Δίστομο φέρτε νερό και ξύδι.

Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά

σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,

μέσ' απ' τα διψασμένα της χωράφια τ' ανοιχτά.


Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.

Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.

Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα

και στο χωριό ν' ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.


ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ, Πούσι, Άγρα 1993

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου