Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Έρμαν Έσσε, Ο εξομολογητής


"Είναι η μοίρα μερικών ανθρώπων

να βιώνουν τη ζωή σαν θλίψη και πόνο,

όχι μόνο θεωρητικά με κάποιο λογοτεχνικό αισθητικό πεσσιμισμό, αλλά σωματικά και πραγματικά.

Σ' αυτούς ανήκω"


ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


"Είχα παίξει κι εγώ ο ίδιος κάποτε, γεμάτος ικανοποίηση, με τη σοφία των πατέρων και όταν ακολουθούσα ήδη το δρόμο του Σταυρού, οι θεολογικές σπουδές με γέμιζαν χαρές μα και λύπες, όπως ήταν φυσικό. Τις σκέψεις μου απασχολούσε πιο πολύ απ' όλα η δημιουργία του κόσμου και προπάντων η ιδέα ότι με την αποπεράτωση του θεϊκού έργου θα μπορούσαν να είναι όλα όμορφα και καλά [...]. Στην πραγματικότητα όμως μόνο για μια στιγμή παρέμειναν όλα καλά και τέλεια, τη στιγμή του Παραδείσου. Αμέσως μετά, την επόμενη κιόλας στιγμή, εισχώρησαν σ' αυτή την τελειότητα η αμαρτία και η κατάρα, γιατί ο Αδάμ είχε φάει ακριβώς από εκείνο το δένδρο που του είχε απαγορευτεί.




[...] Υπάρχει μια διδασκαλία που ισχυρίζεται ότι η δημιουργία δεν είναι έργο κάποιου θεού, αλλά του Διαβόλου. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να βοηθήσουμε με τις διάνοιές μας. Να συντρέξουμε τον Λυτρωτή στη δημιουργία του νέου πνευματικού κόσμου που έρχεται. Έτσι φτιάχνουμε τους θεούς και τους κόσμους και τις δημιουργίες στα μέτρα μας, λογομαχούμε και ασκούμε τη θεολογία. Ώσπου μια ημέρα έπεσα με μεγάλο πυρετό στο κρεβάτι, έτοιμος να πεθάνω. Μέσα στα πυρετικά μου όνειρα πάλευα με τον Δημιουργό, έπρεπε να πολεμήσω και να χύσω το αίμα μου, όλοι οι δικοί μου είχαν κατατρομάξει μέχρι που έφτασα να νομίζω, τη νύχτα του πιο μεγάλου πυρετού, ότι έπρεπε να σκοτώσω τη μάνα μου για να εξαλείψω από το πρόσωπο της γης τη σαρκική μου γέννηση! Ο Σατανάς με είχε κυνηγήσει με όλα μαζί τα σκυλιά του, μέσα στα πυρετικά μου οράματα. Κάποτε όμως έγινα καλά και προς μεγάλη απογοήτευση των παλιών μου φίλων επέστρεψα στη ζωή, εντελώς αλλαγμένος όμως, ένας κουτός, σιωπηλός άνθρωπος με το πνεύμα του χαμένο. Οι σβησμένες δυνάμεις του κορμιού μου επέστρεψαν γρήγορα αλλά όχι και η χαρά του φιλοσοφείν. Γιατί εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες της ανάρρωσης, και ενώ εκείνα τα φριχτά, πυρετικά μου όνειρα είχαν αρχίσει να γίνονται πιο ήπια, αισθάνθηκα κάποια στιγμή που ξύπνησα τον Σωτήρα στο πλευρό μου και ένιωσα τη δύναμή του να γεμίζει ολάκερο το είναι μου. Όταν όμως έγινα εντελώς καλά, έπεσα σε μεγάλη θλίψη, γιατί δεν μπορούσαν πια να ξαναζήσω το πλησίασμά του. Η ζωή μου γέμισε από τη λαχτάρα γι' αυτό το πλησίασμα, μα μόλις άρχισαν να ηχούν και πάλι στ' αυτιά μου οι ίδιες, ατέλειωτες θεολογικές συζητήσεις και διαμάχες, ένιωσα αμέσως σε τι μεγάλο κίνδυνο βρισκόταν αυτή μου η λαχτάρα -ήταν κάποτε το πιο ακριβό μου αγαθό- να μπερδευτεί μέσα σ' όλες αυτές τις λέξεις και τις σκέψεις και να χαθεί όπως το νερό που το καταπίνει η άμμος. Αρκετά, αγαπητέ μου, με τη θεολογία και την εξυπνάδα μου, είχα φτάσει πια στο τέλος. Από τότε ανήκω στους αφελείς. Παρ' όλα αυτά, όταν συναντήσω κάποιον που ανακατεύεται με φιλοσοφίες και μυθολογίες, κάποιον που ξέρει να παίζει μ' αυτά τα παιχνίδια, όπως έκανα κι εγώ κάποτε, δεν τον κατατρέχω ούτε τον περιφρονώ. Όπως έπρεπε να καταλάβω κάποτε πως δημιουργός και πνευματικός θεός, πως δημιουργία και λύτρωση μέσα στην ακατάληπτη αλληλεξάρτηση και ταύτισή τους θα παρέμεναν για μένα ένα άλυτο αίνιγμα, έτσι έπρεπε να μάθω επίσης ότι τους φιλόσοφους δεν μπορώ να τους κάνω πιστούς. Δεν είναι της αρμοδιότητάς μου.




Θέλω όμως να σου πω κάτι, Ιωσήφ: αυτοί οι κοσμικοί στην πραγματικότητα δεν έχουν κάνει καμία αμαρτία. Όσες φορές προσπάθησα να έρθω στη θέση τους και να σκεφτώ σαν κι αυτούς κατάλαβα ότι είχα να κάνω με παιδιά. Δεν είναι φρόνιμα ούτε καλά κι ευγενικά. Είναι εγωιστές, φιλήδονοι, αλαζονικοί και θυμώνουν εύκολα. Στο βάθος όμως είναι αθώοι. Αθώοι με τον τρόπο που είναι και τα παιδιά. [...] Είναι παιδιά κι όταν έρχονται με βαριά τη συνείδησή τους για να εξομοληγηθούν, απαιτούν να τους πάρει ο άλλος στα σοβαρά και να τους τα ψάλει από την καλή. Τουλάχιστον αυτή είναι η γνώμη μου.

[...]

Οι άνθρωποι του κόσμου είναι παιδιά, γιε μου. Και οι άγιοι -πρόσεξέ το αυτό- δεν έρχονται σ' εμάς για να εξομολογηθούν. Εμείς, εσύ κι εγώ και όλοι οι όμοιοί μας, είμαστε αναχωρητές, φυγάδες του κόσμου, δοσμένοι στην αιώνια αναζήτηση. Δεν είμαστε παιδιά ούτε αθώοι, και δεν μπορούμε να συνετίσουμε τον κόσμο με αυστηρά κηρύγματα και τιμωρίες. Εμείς είμαστε οι μοναδικοί αμαρτωλοί, εμείς οι γνώστες και οι σκεπτόμενοι που φάγαμε από το Δένδρο της Γνώσης. Δεν μπορούμε να μεταχειριστούμε ο ένας τον άλλον σαν παιδιά που τα δέρνουν με τη βέργα και τ' αφήνουν πάλι να τρέξουν. Εμείς δεν το σκάμε ξανά μετά την εξομολόγηση και τη μετάνοια για τον κόσμο των παιδιών, εκεί που κάνουν γιορτές, κανονίζουν τις δουλειές τους και πολλές φορές σκοτώνονται μεταξύ τους. Δεν βιώνουμε την αμαρτία μέσα μας σαν ένα σύντομο κακό όνειρο, που μπορεί να το αποτινάξει κανείς από πάνω του με εξομολόγηση και θυσία: εμείς παραμένουμε μέσα σε αυτή, δεν είμαστε ποτέ αθώοι, καιγόμαστε μέσα στην πυρκαγιά της συνείδησής μας και γνωρίζουμε ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ξεπληρώσουμε την ενοχή μας, και πως αυτό θα γίνει μόνο όταν ο Θεός δει το θάνατό μας με ευμένεια και μας υποδεχτεί στη Χάρη του και στο Έλεός του. Αυτός είναι ο λόγος, Ιωσήφ, που δεν μπορώ, ούτε σε σένα μα ούτε και σε μένα να κάνω κήρυγμα ή να επιβάλω τη μετάνοια. Εμείς δεν βασανιζόμαστε από αυτή ή εκείνη την παρεκτροπή ή την οποιαδήποτε κακή πράξη, αλλά από το ίδιο το προπατορικό αμάρτημα. Το μόνο που μπορούμε να εγγυηθούμε ο ένας στον άλλον είναι η κοινή γνώση και η αδελφική αγάπη. Δεν μπορούμε όμως να επιδιώξουμε τη γιατρειά μέσα από την τιμωρία. Δεν το γνώριζες λοιπόν αυτό;"


ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο εξομολογητής, Οι κλασικοί της Νεφέλης
Φωτογραφία: όρος Σαραντάριο ή αλλιώς όρος των Πειρασμών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου