Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Εποχές χωρίς τέλος


hotel voros csillag


Μην ξεχνάς

να θυμάσαι είχαμε

τέσσερις εποχές

δύο φορές παρελθόν

και σχεδόν ένα μέλλον

μερικές μέρες παραπάνω

απ' όσες θ' απαιτούσαμε

τον παράδεισο αγγέλους

και άγιους μια άπληστη

αθωότητα χέρια γεμάτα

φως και γράμματα

γεμάτα παρόν

ίσως τελικά πάρα πολλή

ελπίδα αλλά τις λέξεις

για να πουν το τέλος


CHIASMA


Ότι σ' αγαπώ λέω

στο όνειρό σου: ξέρω

κοιμάσαι το ακούς

δεν σε ονειρεύομαι εγώ

βαθιά είναι η νύχτα

κι ένας μεγάλος χώρος

μοναξιά

στέκομαι πλάι

σου

συμπαραστέκομαι

από μοναξιά

κι ένας μεγάλος χώρος

βαθιά είναι η νύχτα

δεν σε ονειρεύομαι εγώ

κοιμάσαι το ακούς

στο όνειρό μου: ξέρω

ότι σ' αγαπώ λέω


BARBARA KOHLER, η πηνελόπη περιμένει. τι περιμένει (μτφρ. Ντάντη Σιδέρη-Speck), Νεφέλη, Ιούνιος 2009

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Στο δάσος της σιωπής


Υπάρχουν δυο όψεις της σιωπής

όπως υπάρχουν και δυο δρόμοι για να διασχίσουμε

το μαύρο δάσος.

Ο ληστής δεν παραμονεύει πάντα στον σκοτεινότερο.

Όμως ο ποιητής πρέπει ν' ανοίξει τον δικό του δρόμο.Προσθήκη  εικόνας

Όχι για ν' αποφύγει τον κίνδυνο.

Για να γνωρίσει στον κόσμο την άλλη

την απόκρυφη γοητεία του δάσους.


ΘΑΝΑΣΗΣ Κ.ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, Κήποι στον Παράδεισο, 1990

Του ποταμού ξανά




Να τον φτάσω τον ποταμό

δεν το μπορώ

από μακριά μόνο θα τον βλέπω

έτσι θα τον αγγίζω

να με κυλά στα όνειρα

κοιλάδα ζεστή η μνήμη μου

και μέσα μου χωράει.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ

17.5.2009

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Μια αχτίδα άπελπις όμως αχτίδα


ΑΓΑΠΗ


Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.

Και με είδε μια αχτίδα.


Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της

κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.

Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,

πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!



Σάμπως τα μάτια της να μού είπαν ότι

δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,

κι ελύγισα σαν από τρυφερότητα,

εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.


Κ.Γ.Καρυωτάκης, Ο πόνος του ανθρώπου 1919

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Αγίας Γλυκερίας σήμερα κι όλα πήραν τη θέση τους στον ύπνο



ΖΩΗ




Τα κοιμήθηκα


τα ποιήματά μου ένα βράδυ


τα' βαλα στο προσκεφάλι


και τα ονειρεύτηκα


να μεγαλώνουν


και να ζουν δίχως εμένα


τα όσα μέσα τους έριξα


να είν' η ζωή μου η αληθινή.




ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ 11 προς 12.ο5.2009

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Το βουνό μου -ψιθύρισα...


Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ


Στον Βασίλη Νιτσιάκο



Καθώς -σκυμμένος στα γόνατα- περνούσα με μονωτικό

Υλικό την ταράτσα τις πρώτες καλοκαιρινές ημέρες

Του μηνός Ιουνίου δεν κατάλαβα πώς μειώθηκε το φως

Ένα γύρω συννέφιασε θαρρείς και μυρωδιές πλημμύρισαν

Τον χώρο γνώριμες μυρωδιές της Πατρίδας η Νεμέρτσκα

-Ψιθύρισα- το βουνό μου με χιόνια στις κορφές του τα

Μαλλιά του ξέπλεκα ανεμοδαρμένα δάση με τους υπηκόους του

Λεύτερους να το υπερασπίζονται -με ξέχασες είπε κι όσο

Προσπαθούσα να ψελλίσω μια δικαιολογία χάθηκε όπως είχε

Έρθει ξαναφάνηκαν οι άλλες αμέτρητες ταράτσες με τους

Ηλιακούς και τα στημένα δόκανα δια τον άρτον ημών τον

Επιούσιον.



ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ. Σώμα κινδύνου

Ο Κόζιακας στη φωτογραφία μες στο Μάη

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Χρόνια πριν πίσω. Κασέτες σε αχρηστία τραγούδια πάντα εδώ

ΜΗ ΦΟΒΗΘΕΙΣ ΤΗ ΦΩΤΙΑ


Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης


Κοίτα, κοίτα

Τι είναι η στάχτη κοίτα

Κοίτα, κοίτα, κοίτα

Μη φοβηθείς την φωτιά


Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη

Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά

Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει

Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη

Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά


Νομίζει η καρδιά πως μισεί

Ό,τι αγαπάει και ό,τι φοβάται να βρει

Κι είναι δειλός του Σαββάτου ο πηλός

άγγελος απατηλός

ψάχνεις και 'συ σαν καδένα μισή

τ' άλλο μισό και αν είμαι εγώ

Δεν το 'θέλε η μοίρα μαζί


Κοίτα, κοίτα

Τι είναι η στάχτη κοίτα

Κοίτα, κοίτα, κοίτα

Μη φοβηθείς την φωτιά

Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη

Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά


Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει

Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη

Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά


Κοίτα, κοίτα...


Η φωτογραφία της Αμάντας Σαρρή από την παράσταση "Άμλετ στο σκοτάδι" Άνοιξη 2008

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Του Απρίλη με το παλιό



ΕΝΝΕΑ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, 1993


ΙΙΙ


Είναι που η ανοιξιάτικη βροχή


δεν δύναται να γεμίσει τον γκρεμό της απουσίας σου


με στάλες από ροδόσταμο


είναι που δεν μπόρεσα να στύψω ακόμη


το πηγάδι του θανάτου


επειδή χωρίς τη φλόγα σου βρίσκομαι καθημερινά


αντίκρυ σε χιλιάδες εκτελεστικά αποσπάσματα.


Είναι που σού λέω σ' αγαπώ


σ' όλες τις γλώσσες των λουλουδιών


των εντόμων και των δέντρων


κι εσύ μπορεί να μη μ' ακούς


που τόσες φορές φόρεσα το ρούχο της απελπισίας


κι ήρθα ικέτης στην Παράδεισό σου


μια βάτος καιομένη χωρίς έλεος.


Είναι που το φεγγάρι κυλάει κατά πάνω μου


που όλο μεγαλώνει κι έρχεται ανελέητο


κι άλλη δεν έχω έπαλξη απ' το γυμνό σου σώμα


δεν έχω άλλη παράκληση


απ' αυτόν τον ακονισμένο Απρίλιο


που σκέφτομαι να τον καρφώσω


μ' όλη τη δύναμη του σκότους μου


ανάμεσα ακριβώς στα φυλλοκάρδια της νύχτας


και τότε


"φυλάξου αγάπη μου" να σού φωνάξω


γιατί πάλι απόψε


θα πλεύσει στο αίμα ο έρωτάς μας


κι απ' το πυρακτωμένο στήθος μου


μη φεύγεις μακριά


που ξέρει να φυλάττει τα ζεστά σου χέρια


στ' αρώματα των γιασεμιών


και στη σιωπή του.


ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΒΛΑΧΟΣ

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Εκείνο που γλίτωσε από τα σκάγια...7 Μαϊου λοιπόν


ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΩΣ




Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το


φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-


τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια


Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα


Κόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο


Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα


τους φαγώθηκε από παράσιτα


Κι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου


Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δάχτυλά μου όπως περνάει


ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού


Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι


και κοιμάσαι


Και ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και


θυμάσαι


Διότι θυμάσαι


Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-


στε μαζί


Κι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει


τα δέντρα


Όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Βάρκιζας


Κι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν






Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια


του νερού και λέω: να το ριζικό κι η ματιά της

Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες

απ' το κόκκινο -σαν τα μάτια του μπεκρή- λυκόφως

Και είπαμε να το ριζικό να οι αγάπες βγήκαν στους δρόμους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες

Να' ρχονται και να χάνονται

Γι' αυτό σ' αγαπώ

Κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά

Είσαι κείνο που γλίτωσε απ' τα σκάγια


Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι από

σκέψη από αίσθηση κι από φωνή

Είναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο

Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων

Γι' αυτό σ' αγαπώ.


Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Το πέταγμα


ΜΙΜΗΣΙΣ ΓΛΑΡΟΥ ΑΤΕΛΗΣ


Βραχυχρόνως πετάμε

Και πάλι επανερχόμαστε

Αιφνιδίως

Αναποδράστως

Δίχως να μπορεί να γίνει κι αλλιώς.



Το πέταγμα

Για λίγο το κρατάμε.

Και το δεχόμαστε

Με πόθο

Ανύδρου γης

Όταν δροσίζει

Καθώς

Ο ουρανός

Χλωμιάζει.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002


ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ


Όπως τα δέντρα

καρφωμένα στέκονται

μα στον ουρανό κοιτάνε

και κρυφά ταξιδεύουν

δίχως την απουσία τους

να νιώσουμε

έτσι

καρφωμένοι και μεις

με ρίζες γερά μπηγμένες

στον τόπο που κατέχουμε

ασθματικές ρίζες

ξέπνοες

όμως στα όνειρα

τον ουρανό κοιτάμε

και μέσα του ταξιδεύουμε

κι ο ένας τον άλλο

ανταμώνει

δίχως κανείς

την απουσία μας να νιώσει

το ίδιο και μεις

ωσάν τα δέντρα

που τα βλέπουμε

πασσαλωμένα

στης γης το χώμα

το ανήλιαγο

δίχως φωνή

καρτερικά

την ώρα για το πέταγμα

να περιμένουμε.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, 2008

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Δυο ποιήματα εσπερινά



ΒΟΥΝΑ



Σας ζηλεύω που στρογγυλοκάθεστε στον ορίζοντα και κανείς


δεν μπορεί να σας κουνήσει εκατομμύρια χρόνια κάνετε


συλλογή βλεμμάτων για το λιγοστό μπλε των λουλουδιών και


το πολύ καφέ και καστανό των δέντρων του δάσους που


απλώνεται από την αυλή ως την ατέλειωτη διαδρομή των


αισθημάτων κυματίζοντας τα πράσινα χαλιά του στην


ανυπομονησία του βιαστικού βοριά και του ακατάστατου


ρυθμού του στήθους μου καθώς παίρνει φωτιά και παραμιλά


η μνήμη στο ξέφωτο της βαθειάς κοιλάδας.




ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Σώμα κινδύνου, ύψιλον 2004




ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ


Όσο ζήσουμε

μες

στην

ομορφιά

του

ρόδινου

των

ουράνιων

νεφελωμάτων

του

αγέρα

του

πρωιού

του

αγέρα

εαρινών

συμφωνιών

της

θλίψης

των

βουνών

όταν

το

φως

τους

λιγοστεύει

των

ήχων

της

σιωπής

όταν

η

νύχτα

αγγίζει

τις

μορφές

μας.

Όσο ζήσουμε μες στην ομορφιά

καλά.

Καλά κι ευλογημένα.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002


Μέρα μέρωσε



"Καλημερίσματα "

Γαμήλιο της Καλύμνου. Γνωστό σε όλα τα Δωδεκάννησα.
Παίζεται τις πρωινές ώρες μετά το κλείσιμο του γλεντιού. Μες στο δίκτυο βρίσκει κανείς διάφορα.
Βρήκα τούτο και μου άρεσε: "Το είχα πρωτακούσει, όταν ήμουν μικρή, κάποιο ξημέρωμα στις καλοκαιρινές μου διακοπές. Οι γείτονές μας στην Κάλυμνο είχαν γάμο και θυμάμαι ότι ξημερώματα ήρθαν συγγενείς και φίλοι και τραγουδούσαν έξω από το σπίτι του ζευγαριού το "Μέρα μέρωσε". Είχε απόλυτη ησυχία σε όλη τη γειτονιά, καθότι ξημερώματα, και ακούγονταν μόνο αυτοί. Μου είχε φανεί πολύ μαγική στιγμή και το θυμάμαι ακόμα. Δεν είναι και λίγο να ξυπνάς με το "Μέρα μέρωσε" τα χαράματα"

Μέρα μέρωσε,
τώρα η αυγή χαράζει
τώρα τα πουλιά,
τώρα τα χελιδόνια
τώρα κελαηδούν.
Τώρα κελαηδούν
τώρα λαλούν και λένε
"ξύπνα αφέντη μου
ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο
και άσπρονε λαιμό".

http://www.youtube.com/watch?v=ruOSUVMgPRs



http://www.youtube.com/watch?v=u8km_1ycCAQ&NR=1

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Της Απουσίας ή ό,τι χάνει σε αφή το χάνει σε αφή


ΛΕΕΙ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ


And your absence teaches me

what art could not


DANIEL WEISSBORT


Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,

ένα γραφτό άρχιζα κι έσβηνα

κάτω απ' το βάρος της λέξης

γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση

όταν πιέζετ' από πόνο το μέσα.

Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου

-απουσία από τη ζωή-

κλάματα βγαίνουν στο χαρτί

κι η φυσική οδύνη του σώματος

που στερείται.

.................................................................


Σε λησμονώ με πάθος

κάθε μέρα

για να πλυθείς από τις αμαρτίες

της γλύκας και της μυρωδιάς

κι ολοκάθαρος πια

να μπεις στην αθανασία.

Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.

Μόνη μου πλήρωμή αν καταλάβω

στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία

τι απουσία

ή πώς λειτουργεί το εγώ

στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο

πώς δε σταματάει με τίποτα το αύριο

το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του

σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι

σαν να το πελεκάνε

πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο

ελπίζοντας

πως ό,τι χάνει σε αφή

κερδίζει σε ουσία.


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, Τραμ, Θεσσαλονίκη 1977