Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Οι ποιητές να μαρτυρούν


Χρόνους εφτά είχες να τον διαβάσες και τον ξανάβρες σκονισμένο τον ποιητή πάνω στο ράφι.
Είπες να τον δεις απ' την αρχή. Να παραβλέψεις τις πρότερες υπογραμμίσεις να τον δεις ως σελίδα κενή. Σού άρεσε και πάλι. Σκιερή η μάνα που πάει κι έρχεται μες στις σελίδες του κι ο λόγος μυστικός -τις περισσότερες φορές σε αφήνει μετέωρο. Μοιράζομαι το α' και αποσιωπώ την αρχή και το τέλος της συλλογής, που ίσως είναι και τα πιο δυνατά.
Τα φυλάω για άλλη φορά.


α'


Ήταν που τυλιγότανε

πέρα στις πάχνες το νησί

και μέσα φώτιζε το σπίτι.

Φέγγανε και τα χέρια της μητέρας

γύρω απ' το καιούμενο άστρο των ημερών μου

άσ' το να σβήσει!

Ήταν και που μ' ευλόγησε

στρώνοντας ύστερα τραπέζι

κινήσεις γεωμετρικές

όπως όταν θα πεις μεγάλα ή ευχαριστώ.

Έξω η αυλή με οικόσιτα φυτά

νύξη της τελευταίας φυλακής μου

και κάτω

δεν ένιωθες πως ήταν πλάκες κάτω

μαλάκωνε το πάτωμα ν' ανέβει

κι ο στεναγμός των πεθαμένων.

Μπορεί κι ο έρωτας να φύσαγε αργότερα στ' ανθοδοχεία

χτυπώντας μέσα στους καθρέφτες

το νόμισμα της σελήνης του.

-Πάρε με, μάνα, τρίζει το σπίτι

δε σφάξανε κοκόρι στα θεμέλια του

και δε μας θέλει.

-Σώπα, παιδάκι μου,

είναι το βλέμμα σου που θα' χει

του αθώου ζώου την υπομονή.

Κι είναι η ζωή σου που θα πάρει

του κυπαρισσιού τη μοναξιά την όρθια.

......................................................................

Ό,τι πρόλαβα πήρα

απ' την αλμύρα των πρώτων ημερών

κυρίως την υπόνοια

πώς δένεται το δάκρυ.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΑΝΑΣΣΗΣ, Τα οικόσημα, Το Ροδακιό 2000



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου