Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010


Γι’ αυτούς και για τους άλλους


Για τις ανάγκες κάποιας εισήγησης πριν από μερικά χρόνια είχα ξαναδιαβάσει και χρησιμοποιήσει κομμάτια της "Γιαγιάς Ρούσας" του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Το περιστατικό που διέσωσε ο λόγιος τούτος είναι κατά τη γνώμη μου από κείνα που λάμπουν ανάμεσα στα κείμενα που έχουμε διαβάσει και που μας λυγίζουν και που λειτουργούν ως οδοδείκτες ζωής. Όχι τόσο για την τεχνική τους τελειότητα -δεν είναι τούτο το ζητούμενο πάντα- όσο για την ανθρωπιά των στιγμών και τη λογοτεχνική μεταφορά τους εντός της γραφής. Το διαβάζω πάντα με τη σκέψη πως ετούτος είναι ο Θεός που έχει η ψυχή ανάγκη και πάντα αναρωτιέμαι πού τον έχουμε θάψει, σε ποια αυλή εκκλησιάς, σε ποιο μεγαλεπήβολο επισκοπικό έργο, σε ποιο φιλόπτωχο, σε ποιον εκκλησιασμό της Κυριακής. Το «κατάλαβε την ψυχή της» που σώζεται μέσα από το παρακάτω απόσπασμα, είναι θαρρώ τούτο που μας σώζει και εμάς ενώπιον του Θεού.

«Εκείνη τη μέρα –μια μέρα του 1923- ήτανε που η γιαγιά φαινόταν άπιαστη. Ετοίμαζε λειτουργίες, τοίμαζε λάδι, τοίμαζε κρασί. Ασυνήθιστη κίνηση στο σπίτι, […].
-Αύριο έχουμε λειτουργία.
-Πού;

-Στον Άγιο Κωνσταντίνο.

-Για ποιον κάνουμε τη λειτουργία; Ειδοποίησες τον παπά;

Η γιαγιά τον είχε ειδοποιήσει και είχε φροντίσει για όλα. Όμως μασούσε τα λόγια της όταν τη ρωτούσανε για ποιον ήτανε η λειτουργία. Γιορτή δεν είχαμε. Καμιά άλλη περίπτωση λειτουργίας δεν φαινότανε. Η γιαγιά κάτι είχε στο μυαλό της αλλά δεν το’ βγαζε.
Ήρθε ο παπα-Βασίλης στο σπίτι για να συναντηθούν. Καθόταν κοντά μας, ήμασταν μικροσυγγενείς, αγαπούσαμε όλη την οικογένεια. Είχε πολλά παιδιά ο παπα-Βασίλης, τα περισσότερα στην ηλικία του γιου της γιαγιάς, του θείου μου του Μανώλη. Έστησα αυτί όταν σιγοκουβεντιάζανε.
-Για ποιον η λειτουργία, κυρα-Ρούσα; ρώτησε ο παπάς.
-Γι’ αυτούς, απάντησε κουμπωμένη η γιαγιά.
-Γι’ αυτούς; Ποιους αυτούς; ρώτησε ο παπα-Βασίλης.
Κόμπιαζε η γιαγιά που συνήθως δεν είχε δύσκολα τα λόγια της. Αλλά ο παπα-Βασίλης περίμενε. Η γιαγιά δεν είχε άλλη διέξοδο.

-Γι’ αυτούς και για τους άλλους. Για όλους.
Ο παπα-Βασίλης άρχισε να μπαίνει λίγο στο νόημα. Τις μέρες εκείνες κύματα είχανε φτάσει οι πρόσφυγες. Γυμνοί οι περισσότεροι, νηστικοί, παιδάκια με ζωγραφισμένη ακόμα την πείνα και τον τρόμο στα προσωπάκια τους. Ο στρατός ‘τοίμαζε συσσίτια, ο Δήμος φρόντιζε για τρόφιμα, η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών μάζευε λεφτά και ρούχα. Πολλά σπίτια ανοίγανε για να τους φιλοξενήσουνε, λίγα μένανε κλειστά. Άντρες που ζητούσαν δουλειά για ένα κομμάτι ψωμί, γυναίκες που ήταν έτοιμες να σφουγγαρίσουν όλη την αυλή για λίγο γάλα για το παιδάκι τους. Είχε μαθευτεί πως στα χωριά παίρνανε τα σπίτια των Τούρκων και πως οι Τούρκοι είχαν κάνει μπόγους τα πράματά τους κι ετοιμάζονταν να φύγουν για τη Μικρασία. Η αθλιότητα της προσφυγιάς έπεφτε πάνω στη φτώχεια της Κοζάνης και των χωριών της. Στους στρατώνες, στα σχολεία, όπου υπήρχε δημόσια αίθουσα, στοιβάζονταν άνθρωποι μόνο για ν’ απλώσουν τα μέλη τους και να κοιμηθούν ύστερα από μέρες πορείας. Τα πόδια πρησμένα απλώνονταν χωρίς να μπορούν ν’ αναπαυτούν για να ξαναξεκινήσουν πάλι ως τον προορισμό τους. Ποιον προορισμό; Τις περισσότερες φορές κανένας δεν ήξερε.
Ο παπα-Βασίλης νόμισε πως κατάλαβε τις σκέψεις της γιαγιάς:

-Για τους πρόσφυγες τους καημένους, είπε.

-Ναι, απάντησε η γιαγιά.

Σαν να μην είχε τελειώσει εκείνο που ήθελε να πει. Δίστασε λίγο και πρόσθεσε με σφιγμένα δόντια:

-Και για τους άλλους.
-Ποιους άλλους; έκανε απορημένος ο παπάς.
Δεν έβγαιναν τα λόγια απ’ το στόμα της γιαγιάς. Δεν μπορούσε να καταλάβει ο παπα-Βασίλης. Τι στο διάολο –ή στο Θεό- σκεφτόταν η κυρα-Ρούσα;

-Γι’ αυτούς και για τους άλλους, είπε στο τέλος αποφασισμένα. Γι’ αυτούς που ήρθαν και γι’ αυτούς που φεύγουν.

Άνοιξε μάτια και στόμα ο παπα-Βασίλης.
-Για τους Τούρκους; Μ’ αυτοί είναι αντίχριστοι.
Η γιαγιά ήταν πολύ θεοφοβούμενη.

-Δεν κάνει; ρώτησε δισταχτικά.
Την κοίταξε καλά καλά στα μάτια ο παπα-Βασίλης, κατάλαβε την ψυχή της, κούνησε το κεφάλι του κι απάντησε κι αυτός αποφασιστικά για να την καθησυχάσει:

-Τι θα πει δεν κάνει; Ο Θεός είναι για όλους. Και για τους Χριστιανούς και για τους αντίχριστους».

Τώρα τι σχέση έχει τούτος ο παπάς είτε και ο άλλος, ο παπα-Νικόλας του Κοσμά Πολίτη στου Χατζηφράγκου, με τον επίσκοπο ή αρχιμανδρίτη -αδιάφορο-, ρασοφόρο πάντως, που στον τηλεοπτικό εκκλησιασμό της Κυριακής καλούσε τους πιστούς να συμβάλουν στη "δισκοφορία" που θα ακολουθούσε, νομίζω ο καθείς είναι σε θέση να κατανοήσει. Μέχρι τώρα έχω ακούσει για "δισκοβολία", έχω ακούσει και για "ψηφοφορία", αλλά για δισκοφορία πρώτη φορά ακούγω και δηλώνω άγνοια. Ωστόσο, η λέξη υπάρχει! Πρόχειρα κατέβασα τον Σταματάκο και ερμηνεύει τη λέξη ως αυτό που είναι, δηλαδή η περιφορά του δίσκου εντός του Ναού. Το ότι θα εφευρίσκαμε και λέξη για να στεγάσουμε την υποκρισία μας ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων αυτό δεν το φανταζόμουνα, καθώς το μόνο που θυμάμαι είναι το ευαγγελικό "το καλό που κάνει το δεξί σου χέρι να μην το γνωρίζει το αριστερό" και κείνο του λαού το "κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό", δηλ. οι πράξεις της ψυχής κρυφές από όλους, ακόμα και από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ειδικά μάλλον από τον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς τότε κινδυνεύεις πανεύκολα να κυλίσεις στο είδωλο του Νάρκισσου εντός του ποταμού ή της λίμνης -αδιάφορο. Ή με αυταρέσκεια να υψωθείς στους άβατους τόπους μιας χοϊκής αγιότητας, που σκόπιμα καλλιεργείται -και την αφήνουμε και εμείς εννοείται να καλλιεργηθεί και λίπασμα μάλιστα της ρίχνουμε- στους κόλπους μιας καθωσπρέπει Κυριακής που αρχίζει και τελειώνει με τον εκκλησιασμό της. Η θέση για το θέμα τούτο δεν εξαντλείται.

  • «Η επιβίωση της ανθρωπιάς μέσα από τη θρησκευτική ετερότητα, όπως αποτυπώνεται στο έργο του Νετζατή Τζουμαλή, αλλά και -επιλεκτικά- σε «σταθμούς» της νεοελληνικής πεζογραφίας του Μείζονος Ελληνισμού» τώρα στα πρακτικά του Συνεδρίου για τον Νετζατή Τζουμαλή. Ένας Τούρκος συγγραφέας από τη Φλώρινα, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Παιδαγωγική Σχολή Φλώρινας, 2009

  • Παπακωνσταντίνου Μ., Η γιαγιά μου η Ρούσα, Εστία, Αθήνα 1995, 18-22

  • Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου