Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010








6.1.10, Θεοφάνεια δηλαδή ήδη

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έκτακτα ψώνια και τελευταία προς το εσπέρας. Περπατώ στις οικείες παιδικές γειτονιές. Ανοιξιάτικο αεράκι από τον Υμηττό να κατεβαίνει. Νοτιάς. Ξελαμπικάρω από τη σύσφιξη του σπιτιού. Συναντώ τούτο γραμμένο σε τοίχο και χαμογελώ. Το σύνθημα της χρονιάς λέω. Ήταν να με βρει και με βρήκε. Με τούτο λοιπόν θα πορευτώ -θέλω δεν θέλω. Όχι, θέλω. Μου έδωσε μια ανάταση από το σκύψιμο των φορτωμένων ημερών. Χαμογέλασα ξανά. Λοιπόν, υπάρχει ζωή πριν το θάνατο. Ποιος είπε το αντίθετο;
Κάποιες ώρες νωρίτερα σε βόλτα γύρω από τον Ακρόπολη στο αγαπημένο Θησείο, εκεί που ανυποψίαστη διασχίζεις ξεχασμένες αλέες και μονοπάτια ειδυλλιακά και μόνο τούτη την πλευρά φαντάζεσαι ως συνήθως, συναντάς το παγκάκι των ονείρων για το 2010. Οι ευχές λοιπόν και οι προσδοκίες των ανθρώπων είναι πράματα πολύ σχετικά. Μπορεί να είναι απλώς το παγκάκι των άστεγων ονείρων. Μπορεί ούτε καν αυτό. Ελέγχομαι και σηκώνομαι για μια ακόμα φορά. Οι εικόνες της ζωής μάς οδηγούν στην αληθινή ζωή. Η αγάπη λοιπόν, μόνο η αγάπη, μπορεί από την άβυσσο να μας βγάλει. Προς όλους και προς όλα. Χωρίς πρόσωπο, αναζητώντας όμως το αληθινό μας πρόσωπο. Που ίσως δεν είναι παρά το πρόσωπο του Θεού.
Φεύγοντας, βλέπεις και ακούς κάλαντα του μπαλκονιού για ψυχές που περιμένουν μια ανάβαση που δεν έρχεται. Έτσι στις βεράντες βγαίνουν μα και στις αυλές, το μήνυμα που δεν έρχεται αλλιώς, με κάποιο τρόπο να τους φτάσει. Κάλαντα λοιπόν από το μπαλκόνι στις γειτονιές του Θησείου. Δεν ξέρεις ποιος τα έχει περισσότερο ανάγκη. Εκείνη που σταματά τον πλανόδιο ακκορντεονίστα ή ο πλανόδιος ακκορντεονίστας. Ποιος είναι πιο χτισμένος στη μοναξιά του ή τη φτώχεια του; Οι ψυχές ίδιες παντού και οι άνθρωποι ίδιοι και οι ανάγκες τους ακόμα πιο ίδιες. Μόνο σχήματα αλλάζουν. Κατά τα άλλα αυτά τα ίδια που τα ξέρεις πια.
Άλλαξε ο χρόνος και «βγες να δεις, πανσέληνο πρέπει να έχει» είπε η μάνα. Και ήταν πράγματι η τελευταία του έτους. Νωρίτερα το είχες δει. Ολόγιομο σού φάνηκε, μα μες στις φούριες πήρες την ανάσα του και μέσα μπήκες. Μα τώρα, μόλις που πρωτομπήκε η χρονιά και βγήκες να το αιχμαλωτίσεις -γιατί άραγε; Φώτα που αναβοσβήνουν και γύρω σκιές που πάνε κι έρχονται και άνθρωποι γύρω από τραπέζια γιορτινά μες από παράθυρα να διακρίνεις τις μορφές τους και αρχή του χρόνου. Πυροτεχνήματα κάπου μακριά και σιωπή μες στη δική σου βεράντα και σκιές από πολυκατοικίες που σε κυκλώνουν και κάτω λεμονιές με τους καρπούς να λάμπουν, όπως πέφτει το φεγγάρι απάνω τους, και ένα φρέαρ που ίσως δεν έχει στερέψει, μα το νερό του το κρατά κρυφό. Άλλοι αλλού ν’ αλλάζουν τη χρονιά, μες σε εκκλησιές που μένουν ανοιχτές και υποδέχονται το έτος εκεί. Εκτός τόπου και χρόνου και είναι παρηγορητικό κάποτε τούτο. Κάποιοι μένουν πίσω, ένα μικρό κορίτσι που κοιμάται, και τώρα γίναν τρεις οι γενιές, θυμάμαι τα νυχτέρια της Φραγκογιαννούς με τη δική της κόρη και τώρα εντός πάλι οι γυναίκες του σπιτιού μες στην αλλαγή του χρόνου, εντός, και το μόνο που εύχονται να γεμίσουν οι ψυχές τους. 2010 λοιπόν.
Δεύτερη μέρα του έτους που μόλις εισήλθε και βρίσκομαι ενώπιον της ψυχής ενός άλλου ζωγράφου. Γιάννης Τσαρούχης στο Μπενάκη του Πειραιά. Εισβολή χρωμάτων και ανθρώπινων μορφών και μακέτες από κείμενα αγαπημένα, λευκό και γαλάζιο, ο απίστευτος ουρανός του Πειραιά, που διασχίζει όλους τους πίνακες και οι ναύτες, εκεί, μορφές αντρικές, όπως τις ήθελε και τις έχτισε και κείνες χτίστηκαν μέσα στα πλαίσια και τα κάδρα και μας κοιτούν με το βλέμμα που εκείνος επέλεξε να αιχμαλωτίσει και να το παραδώσει ατόφιο στην αιωνιότητα. Φύσεις έμψυχες που σε κοιτούν πια από τον αέναο χρόνο και τόπο της τέχνης. Εκεί που διασώζονται τα πρόσωπα και οι ψυχές τους. Μα γιατί τόση πια μανία με τις ψυχές; Αγνοώ. Ακόμα τον λόγο τον αγνοώ. Λοιπόν, αναζητώ σε διαδικτυακή τοποθεσία το «Όραμα του Δαυίδ» με εγχάρακτο πάνω τον ψαλμό του βιβλικού ποιητή «Προς σε ορθρίζω και εδίψησέ σε και εκολλήθη» κλπ. κλπ. Τούτες οι μεταπηδήσεις από την εγκόσμια αναζήτηση στη θεϊκή και το μπλέξιμό τους είναι κάτι που με θέλγει και με συγκινεί σε όλες του τις μορφές. Σκύβεις το κεφάλι, όταν νιώθεις τη λαχτάρα του ανθρώπου προς τον άνθρωπο και πόσο μάλλον την ένθεη μανία του ανθρώπου προς τον Θεό του.
Κατεβαίνοντας προς την πόλη των Αθηνών, ανήμερα των Χριστουγέννων, δυο παραμύθια του αγαπημένου ποιητή των παραμυθιών συνόδευαν τούτη την κάθοδο. Ο Εγωιστής Γίγαντας για αρχή και έπειτα ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας (εκδ. Κέδρος, τα γνωστά βιβλιοσιντί). Ήταν σχεδόν παρορμητική η επιλογή τους την παραμονή από τα ράφια του οικείου βιβλιοπωλείου. Εκείνο όμως που αγνοούσα κατά την ώρα της, ας πούμε, ασύνειδης επιλογής τους, το είδα ολοκάθαρα, δηλ. το άκουσα την επομένη. Δώρο για τα αγόρια του σπιτιού ή μήπως δώρο για την ψυχή μας; Δεν ξέρω ποιος ωφελείται τελικά περισσότερο. Πάντως πρέπει να οδηγηθούμε στα παραμύθια. Τουλάχιστον σε αυτά τα παραμύθια. Ξέρω γιατί διώχτηκε τόσο εν ζωή ο παραμυθάς τούτος από την Ιρλανδία. Δεν ξέρω όμως πολλούς χριστιανούς σαν την ευγενική τούτη ψυχή του Ουάιλντ. Τούτες οι ιστορίες γονάτισαν την ψυχή μου και ήταν Χριστούγεννα πια καθαρά. Ποιο σκεύος επιλέγει ο Θεός να μας μιλήσει; Νομίζω αυτό που έχει ανάγκη η ψυχή του καθενός μας.
Ανεβαίνοντας τώρα, μέσα στις αποσκευές είχα φυλάξει πολύτιμο εύρημα από το δισκοπωλείο της κ. Ουρανίας. Κάτι διαφορετικό να ακούσω αναζητούσα, αλλά δεν ήξερα τι. Έπαιζε τούτο μόλις μπήκα και από την αρχή το αναγνώρισε η ψυχή και ας μην το είχε γνωστό. Ήταν όμως αυτό, «La barcha d’ amore», μελοποιημένα δηλ. ποιήματα από την ερωτική ποίηση μεταξύ των ετών 1563-1685. Ανώνυμοι και επώνυμοι δημιουργοί σε μια σύνθεση μουσικής που σε οδηγεί οπωσδήποτε εκτός εποχής. Ανάμεσα σε τούτα τα ακούσματα το μοναδικό -ανώνυμου δημιουργού- Greensleeves.
Με τούτα τα ακούσματα αφήσαμε τη χρονιά που έφυγε και εισήλθαμε στην επόμενη. Ένα δέντρο συνεχίζει να παραμένει στη γωνιά του σπιτιού με ανοιχτά τα φωτάκια του, με το αστέρι στην κορφή του, με τη φάτνη στα τελευταία κλαδιά του, να κοιτά μες απ’ τα ανοιχτά παράθυρα τον καιρό να φεύγει, τη βροχή που ήλθε, το χιόνι που έλιωσε, την απρόβλεπτη αιθρία που μας άφησε. Στοιβαγμένα σύννεφα τώρα στους ουρανούς και οι μέρες περνάν. Αναβάλλω να το ξεστολίσω, αναβάλλω τα φωτάκια να σβήσω, αναβάλλω να εισέλθω στην καθημερινότητα. Μπορεί και να αδυνατώ. Μπορεί και να το επιδιώκω.
Αντάμα με το σύνθημα των τοίχων, θαρρώ πάει και το παρακάτω. Λοιπόν, υπάρχει ζωή πριν το θάνατο. Επομένως, όσο υπάρχει ουρανός ας πετάμε.

http://www.youtube.com/watch?v=iF-L0woreV0

Καλή χρονιά ξανά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου