Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010


Απόκριες

Απόκριες είναι η γενιά του ’20, ο κλαυσίγελος του Μεσοπολέμου, ο Καρυωτάκης και η Πολυδούρη, η απόγνωση του Λαπαθιώτη και το μόνιμο φθινόπωρο του Παπανικολάου, ο τρυφερός Άγρας και ο νοσταλγικός Ουράνης. Απόκριες είναι η Κερένια κούκλα, η Βιργινία και η Λιόλια, το φεγγάρι της μιας, ο ήλιος της άλλης, ο έρως και ο θάνατος ανάμεσά τους. Απόκριες είναι τα τσερκένια του Κοσμά Πολίτη και η Σμύρνη, μια πολιτεία ολάκερη να φτερουγίζει στους ουρανούς της Ανατολής και να βυθίζεται έπειτα μες στην πυρκαγιά της. Απόκριες είναι τα χάλκινα μέσα στη νύχτα να χτυπάν και μια χλαίνη γύρους να κάνει και φανός στη μέση, να πέφτει το χιόνι, σαν τη βροχή να πέφτει και να μην έρχεται κανείς. Απόκριες είναι ήχος γιορτής και σερπατίνες και κομφετί από κοντά ν’ ακούγονται, από μακριά να σου σιμώνουν και εντός πληγές, από παντού πληγές, ανθρώπων εκτός της εορτής, όμως ο ήχος να τους φτάνει και κελιά και χτισμένες ψυχές, η φωτιά να σε οδηγεί, τα βήματα αυτή να τα ορίζει κι αν όλα στάχτες, φωτιά ήταν πριν και πυρκαγιά, μα οι στάχτες είναι εδώ και υπομνηματίζουν. Απόκριες είναι η Τετάρτη των Τεφρών του μακρινού Άγγλου, τόπος της συγχωρήσεως δύσβατος, που ποτέ να τον κουρσέψεις δεν το μπόρεσες ούτε καν να τον διεκδικήσεις. Απόκριες είναι μια θλίψη άφατη της Καθαρής, που δεν λέει χρόνια τώρα να αποφορτιστεί και που τα έγκατα πιέζει, μα δεν λυτρώνεσαι. Χρόνια τώρα από τη θλίψη τούτη και να μη λυτρώνεσαι. Απόκριες θα πει το πρωί της Καθαρής, μα και το μεσημέρι, σε δάσος μουσκεμένο να βρεθείς, να πάρεις το μονοπάτι και στην αρχή και στο τέλος του μια σκιά, μ’ αυτή συνομιλείς, το λίθινο μονοπάτι ακολουθείς και με το φάσμα τούτο συμπορεύεσαι. Απόκριες θα πει να μην τολμήσεις τίποτα να νοσταλγήσεις, μα γρήγορα-γρήγορα στις Ακολουθίες της Σαρακοστής υποταγμένος να εισέλθεις, στην ανάβαση προς τα Ιεροσόλυμα πάραυτα να ενσωματωθείς, πίσω να μην κοιτάξεις να σταθείς.
Απόκριες είναι όλα τούτα και με τίποτα δεν είναι όλα κείνα που μας πιέζουν με το έτσι θέλω να είναι. Απόκριες δεν είναι τα σκαλοπάτια που ανέβηκε ως ζήτουλας ο πρωθυπουργός, Απόκριες δεν είναι ένα κράτος αύτανδρο να παραλύει από την καρναβαλική υστερία της Πάτρας ή του Μοσχάτου. Απόκριες δεν είναι το όριο της πτώχευσης, που το περάσαμε, ούτε και το δημόσιο χρήμα που το χάσαμε.
Καλύτερα λοιπόν στον Μεσοπόλεμο, καλύτερα στα βουνά και στα μονοπάτια, όπου αλλού καλύτερα, μόνο σ’ αυτόν τον περίγελο μέρος να μην πάρεις ούτε καν δέκτης του να γίνεις, ούτε κι ο ήχος του να σε φτάσει, γιατί τι θες, τι θέλουν κι άλλοι, και είναι πολλοί αυτοί και όχι λίγοι, μόνο σκόρπιοι είναι, παρά μια αλήθεια να τους αγγίζει, μια αλήθεια στις κουβέντες, μια αλήθεια στα πρόσωπα, μια αλήθεια που ξέρεις τώρα πια πως με ελάχιστους θα τη μοιράζεσαι. Μια αλήθεια και μια απλότητα. Έτσι λοιπόν, καλύτερα στον Μεσοπόλεμο. Χίλιες φορές καλύτερα. Σε τούτες τις Απόκριες τον τρελό του Αναγνωστάκη θυμάμαι και ανακαλώ και το ένδυμά του θέλω να φέρω.

http://www.youtube.com/watch?v=GLFM7Wf-xAU&feature=related




ΣΤΑΣΗ ΠΡΩΤΗ: Η εσωτερική φωνή και το φάσμα του εαυτού

ΦΥΓΗ

Ι

Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο. Γύρω δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, αλλά τείχη που στενεύουν διαρκώς περσότερο, τέλματα στα οποία βυθίζομαι ολοένα. Αναρχούμαι από τις αισθήσεις μου.
Η παραμικρότερη υπόθεση γίνεται τώρα σωστή περιπέτεια. Για να πω μια κοινή φράση, πρέπει να τη διανοηθώ σ’ όλη της την έκταση, στην ιστορική της θέση, στις αιτίες και τα αποτελέσματά της. Αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μου.
ΙΙ
Είμαι ο Φαίδων ριγμένος στη λάσπη. Θαυμαστό βιβλίο, που οι έννοιές του δε θα το σώσουν από τον άνεμο και τη βροχή, από τα στοιχεία και τους ανθρώπους.
ΙΙΙ
Στο χυδαίο αυτό καρναβάλι εφόρεσα αληθινή πορφύρα, στέμμα από καθαρό, ατόφιο χρυσάφι, ύψωσα ένα σκήπτρο πάνω από τα πλήθη, κι επήγαινα ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Έχανα τη συνείδηση του περιβάλλοντος, αλλά επήγαινα, σαν υπνοβάτης, ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Οι παλιάτσοι έτρεχαν μπροστά μου ή εχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Εφώναζαν, εχτυπούσαν. Αλλά εγώ επήγαινα βλέποντας τα σύννεφα και ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα επροχωρούσα. Με τους αγκώνες άνοιγα τόπο, αφήνοντας πίσω μου ράκη. Αποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στον ήλιο έσπαζαν οι καγχασμοί των άλλων. Κι ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σαν τσακισμένο δέντρο, άκουσα για τελευταία φορά την εσωτερική μου φωνή.
IV
Και τώρα έχασα την ήρεμο ενατένιση. Πού ν’ αφήσω το βάρος του εαυτού μου; Δε μπορώ να συμφιλιωθώ με τους κήπους. Τα βουνά με ταπεινώνουν. Για να δώσω τροφή στους λογισμούς μου, παίρνω το μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δυο φορές δε θα ιδώ το ίδιο πράγμα. Οι χωρικοί που στέκονται απορημένοι, έχουν την άγνοια και την υγεία. Τα σπίτια τους είναι παλάτια παραμυθιού. Οι κατσίκες τους δε μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπώ το πόδι και φεύγω. Περπατώ ολόκληρες μέρες. Πού πηγαίνω; Όταν γυρίσω το κεφάλι, ξέρω πως θ’ αντικρίσω το φάσμα του εαυτού μου.

Η Φυγή, σύμφωνα με τις σημειώσεις του Γ.Π.Σαββίδη, μπορεί να πρωτογράφτηκε στην Πάτρα μετά το καρναβάλι του 1928.
Κ.Γ.Καρυωτάκης, Τα τελευταία κείμενα, Ποιήματα και Πεζά, Ερμής 1991

ΣΤΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Τα βιολιά της Λιόλιας

Νίκος: Θες να πάμε;
Λιόλια: Πού
Νίκος: Κάτω, στους μασκαράδες.
Λιόλια: Εγώ κι εσύ;
Νίκος: Εσύ κι εγώ. Θέλεις;
[…]
Τρίτη Γυναίκα: Μάτια βαμμένα κόκκινο βαθύ, πουδραρισμένα μάγουλα, βερνικωμένα νύχια… Αγέλες ο κόσμος στους δρόμους, δαίμονες κι άγγελοι ένα…βουνά το κομφετί κα τις σερπαντίνες…να μην ξεχωρίζεις τον άνθρωπο απ’ τον ίσκιο του…Γυναίκες, άντρες, οι ανάσες τους μπερδεμένες, μπλεγμένα τα χέρια τους, λαιμοί ιδρωμένοι, γάμπες γυμνές, ξέχειλα στόματα…
Λιόλια: Ο ουρανός απλωμένος πάνω απ’ τον Υμηττό, τ’ αστέρια του χυμένα στο χώμα, σπίθες σπαρμένο το χώμα όπου κι αν πατήσεις, σπίθες κι ορχήστρες σε κάθε γωνιά…
[…]
Λιόλια: Γέλια βραχνά, σφυρίγματα, τραγούδια…Ξελογιασμένα βήματα….Πόλκες, μαζούρκες και βαλσάκια χαδιάρικα…Αχ βιολιά, βιολιά! Γλυκά βιολιά!....
[…]
Λιόλια: Με πήρε κι αρχίσαμε να τρέχουμε…Τα γόνατά μου κομμένα απ’ την τρεχάλα, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Όλοι οι δρόμοι λουλούδια…Σκάγανε μπουμπούκια στ’ αφτιά μου,…μέλισσες περπατάγανε στο γιακά μου, το κεντρί τους γλυκό, χυνότανε το μέλι στο λαιμό μου κι η ανάσα μου κόλλαγε…το φεγγάρι επάνω μας να στάζει σαν άσπρο κερί, διάφανο ακόμα, ντροπαλό, στην ανατολή του….Περνούσα τη Σταδίου κρατημένη απ’ το χέρι του σαν σε κήπο…τρέχαμε, τρέχαμε…πνιγμένα τα ρουθούνια μου στην άνοιξη που μας έγνεφε εκεί, πίσω απ’ το ρόδινο σκοτάδι, ανάμεσα στις ανθισμένες μυγδαλιές της Καλλιθέας…
Τρίτη Γυναίκα: Νύχτα χωρίς Θεό! (παύση) Ωραία νύχτα!

Άκης Δήμου, Το αίμα που μαράθηκε (Ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου Η Κερένια Κούκλα), Σοκόλης 2007

ΣΤΑΣΗ ΤΡΙΤΗ: Το ποτάμι που δεν έζησαν
(όπου Κ.Κ. είναι ο Κώστας Καρυωτάκης και Μ.Π. η Μαρία Πολυδούρη)

Μ.Π.: Δεν είχα κανένα φόβο από σένα. Ήσουν το πιο όμορφο σκοτάδι που ήξερα, το πιο βαθύ, το πιο πηχτό σκοτάδι.
[…]
Μ.Π.: Ποια ήμουνα ….για σένα;
Κ.Κ.: Η τύψη μου, Μαρία.
Μ.Π.: Μην πικραίνεσαι. Μ’ ελέησες μ’ όσον έρωτα μπορούσες. Όσο μπορούν, οι άνθρωποι αγαπιούνται. Όσο μπορέσαμε κι εμείς.
Κ.Κ.: Δεν ήξερα να σε κρατήσω. Είχα μόνο τις λέξεις.
[…]
Μ.Π.: Σου έγραφα κι εγώ. Κάθε βράδυ κι από ένα γράμμα, σα να μπορούσαν να σε βρουν οι λέξεις μου. Να σου γράφω γράμματα και να σου τραγουδάω μακριά απ' τη φωνή μου: αυτή ήταν για πολύ καιρό μετά η πιο προσφιλής μου αναστάτωση. Και δίπλα μου η ζωή, πνιγμένη στις αναθυμιάσεις της βαλεριάνας που έβραζε στο καμινέτο. Αργούσα πολύ να κοιμηθώ κι όταν τα κατάφερνα ο ύπνος μου δεν έμοιαζε με ύπνο παρά με πυρκαγιά, μια άγρια πυρκαγιά που με πάγωνε.
[...]
Μ.Π.: Εμείς όμως....ίσως μπορούσαμε λίγο ακόμα...
Κ.Κ.: Γι' αυτό το λίγο ακόμα, πόσος κόπος!
Μ.Π.: Σκεφτόσουν πάντοτε πικρά.
Κ.Κ.:Πριν απ' τη φλόγα η στάχτη. Έτσι γίνεται.
Μ.Π.: Πριν απ' τη στάχτη η πυρκαγιά. Μύρισε τον άερα. Μέχρι εδώ φτάνει η ανάσα της ζωής.
Κ.Κ.: Δεν σ' έκαψε, λοιπόν εσένα ο θάνατος;
Μ.Π.: Είδες; Είμαι η ίδια έκπληκτη γυναίκα. Μόνο χωρίς το φορτίο της σάρκας. Δεν κινδυνεύω λοιπόν να τρελαθώ.
Κ.Κ.: Αν ήξερα να σ’ αγαπήσω τότε!...
Μ.Π.: Αν ήξερες πόσες φορές το ευχήθηκα! Μάταια πάντα, σιωπηλά και μάταια. Μεγάλωνα τη μοναξιά μέσα μου να δυναμώσει, να σε φτάσει. Δεν κατάφερα τίποτα. Τώρα το βλέπω. Τότε ακόμη ξεγελιόμουν με τα ποιήματα, τώρα όμως…τώρα σαστίζω με την αφέλειά μου να πιστεύω σε μια τέχνη που καμιά αγάπη δε σου φέρνει.
Κ.Κ.: Δεν πίστεψες ποτέ στη δύναμή της.
Μ.Π.: Κι όμως, έγραφα σαν τρελή. Επέμενα: το μέτρο, η ρίμα, ο ρυθμός…Να ταιριάξεις μια εικόνα σ’ ένα αίσθημα, να ράψεις πάνω τους ένα νόημα να τα σκεπάζει. Έγραφα συνεχώς σαν τιμωρημένη. Δεν είχα τίποτ’ άλλο να παρηγορηθώ, τίποτα να κρατάει ζωντανά τα χέρια μου.
[…]
Μ.Π.: Αν είχαμε φοβηθεί λιγότερο…
Κ.Κ.: Αυτός ο φόβος μάς έτρεφε: ο φόβος να μην τους μοιάσουμε.
Μ.Π.: Τόσος εγωισμός!
Κ.Κ.: Τόση δύναμη!
Μ.Π. Δύναμη γιατί; Ποιοι είμαστε; Εγώ ένα κορίτσι στις βόλτες του Ζαππείου κι εσύ…εσύ ένας άντρας που γέρνει απ’ το βάρος μιας ανώφελης περηφάνιας. Τόσες φορές μας άγγιξε η ζωή με τη φτερούγα της κι όμως ούτε για μια στιγμή δε γίναμε πουλιά.

ΑΚΗΣ ΔΗΜΟΥ, Απόψε η μουσική, Άπαντα τα Θεατρικά Α’, Αιγόκερως 2006

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010


Sylvia Plath 27 Οκτωβρίου 1932-11 Φεβρουαρίου 1963

Τυχαία έπεσα στην ημερομηνία εξόδου της Πλαθ. Ποιήτρια που ενσωμάτωσε τη ζωή της στην ποίησή της και το αντίστροφο. Τούτες οι πορείες είναι οι πιο βασανιστικές και οι πιο αδιέξοδες. Το μαρτυρούν και οι πορείες των άλλων. Της Μαρίνας και της Άννας από τη μακρινή Ρωσία. Σε τίποτα και οι τρεις τους δεν διαφέρουν. Μόνο ο τρόπος του λόγου τους αλλάζει. Γιατί ο λόγος είναι ο ίδιος. Εξομολογητικός και μανικός, να σπαρταρά η ψυχή, πάνω στο χαρτί να σπαρταρά και να αιφνιδιάζεται η άλλη ψυχή που τις διαβάζει, από πού η τόση ειλικρίνεια, από πού η τόση ρευστή αλήθεια. Όλες τους δεν βολεύτηκαν εντός της πραγματικότητας. Όλες τους κάτι παραπάνω ζήτησαν που δεν το βρήκαν. Το’ χει η γυναικεία ψυχή; Δεν ξέρω πια. Δεν ξέρω πώς βολεύει κανείς το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένες κάτι τέτοιες ψυχές. Δεν ξέρω σε τι χοάνη το βάζει, τι μίγμα εξάγει, δεν ξέρω. Το αποτέλεσμα ξέρω και μόνο αυτό. Και το στίχο θυμάμαι αυτής που έφυγε σαν σήμερα: «Από τη στάχτη εγείρομαι με τ’ άλικα μαλλιά μου». Ειλικρινά δεν ξέρω, γιατί δεν κατάφερε τελικά να εγερθεί. Ή μάλλον ξέρω. Όπως και ότι αν είχε τελικά εγερθεί, θα ήταν πια μια άλλη. Και ίσως και να μην το άντεχε ούτε και αυτό. Να είναι δηλαδή μια άλλη. Λυγίζει κανείς μπρος στην ανημπόρια τούτων των ψυχών να ενσωματωθούν και τον γονατίζει ο πόνος τους. Μα ίσως κάποια πράγματα δεν γίνεται παρά να είναι έτσι.

Χαρούμενο τραγούδι για τη Σύλβια Πλαθ:


Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη

Μόλις σταμάτησε στη ράμπα η γιορτή
και οι μάγιστροι σού βγάζουν το καπέλο
φτάνει μια λέξη τη φοβέρα σου να πει
κι εγώ μαζί σου δύω κι ανατέλλω.

Δώσ’ μου τα χέρια σου, ακριβή
δρολάπι απ’ τον Αϊ-Φραγκίσκο
χάνομαι κάθε που σε βρίσκω
μες στη θεσσαλική βροχή.

Φτιάχνουν τη μάσκα σου οι δραπέτες με πηλό
να βρει τροφή του Χάρλεμ το καμίνι
στον κόσμο που ανασαίνεις τον αληθινό
στήσαν χορό οι μαζορέτες κι οι αθερίνοι.

ΚΑΛΟΣΥΝΗ

www.poeticanet.gr (απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)

H Καλοσύνη γλιστράει γύρω απ το σπίτι μου.
Η κυρά Καλοσύνη είναι τόσο καλή!
Τα μπλε και κόκκινα πετράδια των δαχτυλιδιών της αχνίζουν
Μες στις βιτρίνες, οι καθρέφτες
Γεμίζουν χαμόγελα.

Τι είναι τόσο αληθινό όσο το κλάμα ενός παιδιού;
Ίσως το κλάμα ενός λαγού να ναι πιο άγριο
Όμως δεν έχει ψυχή.
Η ζάχαρη θεραπεύει τα πάντα, έτσι λέει η Καλοσύνη.
Η ζάχαρη είναι αναγκαίον ρευστόν,

Οι κρύσταλλοί της μικρό κατάπλασμα.
Ω Καλοσύνη, Καλοσύνη
Που με γλύκα μαζεύεις κομμάτια!
Τα γιαπωνέζικα μεταξωτά μου, απελπισμένες πεταλούδες,
Μπορεί να καρφιτσωθούν όποτε να ναι, έχοντας πάρει
αναισθητικό.

Και να σου έρχεσαι, μ’ ένα φλιτζάνι τσάι
Στεφανωμένο με ατμούς.
Ο αιμάτινος πίδακας είναι ποίηση,
Τίποτε δεν τον σταματάει.
Μου δίνεις να κρατήσω δυο παιδιά, δυο τριαντάφυλλα
SYLVIA PLATH

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010


Στο πόδι

Έμαθες πια σκόρπια να διαβάζεις ή στο πόδι από τότε που ο χρόνος δεν σου έφτανε παρά μόνο ανάσα σελίδας να πάρεις και να συνεχίσεις έτσι και τώρα χρόνια τώρα μες στον όρθιο κάματο της μέρας συχνοπερνάς μπρος απ’ τη βιβλιοθήκη και ορέγεσαι και ξεσηκώνεις απ’ το ράφι ψυχές χτισμένες μες σε έντυπους τοίχους και κελιά και μοιράζεσαι το κελί τους και διαβάζεις το χτίσιμό τους όσο σου το επιτρέπουν τα δικά σου κελιά και οι δικοί σου τοίχοι ανάσες στο πόδι καθώς ο χρόνος κυλά και σου φεύγει όμως τον σταματάς με το ζόρι εδώ θέλει δεν θέλει κι έπειτα πάλι συνεχίζεις από εκεί που σε βρήκε ο στίχος και σε σταμάτησε χρόνια τώρα η πορεία ίδια διαβάσματα στο πόδι και λοξές ματιές σε περιοδικά που σε έφτασαν και συλλογές που σε βρήκαν από ανθρώπους άγνωστους και μακρινούς όμως η φωνή τους να σε φτάνει να εισβάλλει και ίσως είναι η ουσία της αυτή από τη στεγνή στιγμή που σου εκφεύγει στο πόδι λοιπόν μες στις φωνές των παιδιών και στις απαιτήσεις μιας πραγματικότητας που σου φωνάζει και τρέχει και πρέπει κι εσύ μαζί της να τρέξεις και να την προλάβεις και μέσα της να χωρέσεις στο πόδι όμως σταματάς και τους ποιητές από το ράφι τούς γλιτώνεις και τους ανοίγεις και μες απ’ τις σελίδες ξεφεύγει το αχνό τους πια άρωμα η μυρωδιά της ψυχής που την φυλάς ως την πλέον αγαπητική και απτή μνήμη κι έπειτα πάλι επιστρέφεις αφού έχεις νωρίτερα χωθεί και χαθεί μες στο σώμα τούτο που είναι της ψυχής τους το σώμα και το μονοπάτι το ξέρεις καλά έτσι λοιπόν τους ποιητές εκ του μακρόθεν τους αγγίζεις και τους έχεις ίσως πιο κοντά από ποτέ μες στη δυσκολία της ημέρας να τους χωρέσει και του χρόνου που έχει ήδη φύγει όμως η ελπίδα πώς να φύγει εδώ λοιπόν μονολογώντας και έξω τα μείον να είναι πια σημάδι πως ο χειμώνας επιτέλους μάς ήρθε και έφερε μαζί του το χιόνι κι οι ποιητές λοιπόν πού είναι πού είναι κείνα για το χιόνι τα ποιήματα όλα να μοιάζουν κι όλα διαφορετικά επιστρέφω λοιπόν και κοιτώ ξανά το τι με περιμένει να τ’ ανοίξω τουλάχιστον και έχω πάντα την ελπίδα ότι θα’ ρθει για το καθένα η ώρα που θα βρει τη θέση του στα χέρια μου και όχι στο όρθιο πέρασμα από το ράφι κοιτώ λοιπόν ξανά τους όγκους τούτους και τους ορέγομαι το λέω ευθαρσώς και λέω τώρα σήμερα αύριο θα τους τελειώσω θα διασχίσω τις σελίδες τους το σώμα τους θα διεξέλθω θα το σημαδέψω με το μολυβάκι και έπειτα ευχαριστημένη και κάπως περήφανη θα το εναποθέσω στο άλλο ράφι αυτό στο οποίο ίσως δεν θα επιστρέψω ποτέ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Αν δεν είχα τον Ιώβ! Αδύνατο να περιγράψω και να φωτοσκιάσω ποια σημασία και πόσο πολλαπλή σημασία έχει για μένα. Τον διαβάζω όχι καθώς διαβάζουμε τ’ άλλα βιβλία με το μάτι, αλλά σαν ν’ αποθέτω το βιβλίο πάνω στην καρδιά μου, και το διαβάζω με τα μάτια της καρδιάς, κατανοώ με μια clairvoyance το κάθε τι κατά τον ποικιλότερο τρόπο. Όπως το παιδί ακουμπά το αναγνωστικό του κάτω από το κεφάλι του, για να’ ναι σίγουρος πως δεν θα’ χει ξεχάσει το μάθημά του όταν ξυπνήσει το πρωί, έτσι παίρνω κι εγώ μαζί μου το βιβλίο τη νύχτα στο κρεβάτι. Κάθε λέξη που λέει είναι ένδυμα και τροφή και φάρμακο για την εξαθλιωμένη μου ψυχή. Πότε μια λέξη του με ξυπνά από τον λήθαργό μου, για να ξυπνήσω σε νέαν ανησυχία, πότε καταλαγιάζει την άγονη μανία μέσα μου, δίνει τέλος στον τρόμο της βουβής ζάλης του πάθους. Διαβάσατε βέβαια τον Ιώβ; Διαβάστε τον, διαβάστε τον πάλι και πάλι.
[…]
Σ’ ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχει καμία μορφή που να την πλησιάζουμε με την ανθρώπινη εμπιστοσύνη και την παρρησία και την πεποίθηση, όπως ο Ιώβ, ακριβώς διότι το κάθε τι σ’ αυτόν είναι τόσο ανθρωπινό, διότι κείται σ’ ένα σύνορο προς την Ποίηση. Πουθενά στον κόσμο δεν έχει βρει το πάθος του πόνου τέτοιαν έκφραση.
[…]
Τη νύχτα μπορώ και ν’ ανάψω τα κεριά μες στο δωμάτιό μου, να φωταγωγήσω το σπίτι ολόκληρο. Τότε σηκώνομαι, διαβάζω με δυνατή φωνή, κραυγάζοντας σχεδόν, το ένα του ή το άλλο χωρίο. Είτε ανοίγω το παράθυρό μου, και ξεφωνίζω έξω στον κόσμο τα λόγια του. Αν ο Ιώβ είναι μία ποιητική μορφή, αν δεν υπήρξε άλλος άνθρωπος που να μίλησε κατ’ αυτό τον τρόπο, τότε κάνω τα λόγια του δικά μου, και παίρνω την ευθύνη επάνω μου.
[…]
Μολονότι έχω διαβάσει το βιβλίο ξανά και ξανά, κάθε του λέξη γίνεται καινούργια για μένα. Κάθε φορά που φτάνω εκεί, γεννιέται από την αρχή, ή γίνεται πρωταρχική μες στην ψυχή μου. Το ζαλισμένο τούτο πάθος το ρουφώ σαν κανένας πότης λίγο λίγο, ώσπου μ’ αυτό το αργό ρούφηγμα μεθώ και αναισθητοποιούμαι σχεδόν. Από την άλλη μεριά, σπεύδω να το συναπαντήσω με μιαν απερίγραπτη ανυπομονησία. Μισή λέξη, και τρέχει η ψυχή μου στη σκέψη του, στο επιφώνημά του. ταχύτερα απ’ ό,τι το μολύβι που πέταξες γυρεύει τον πάτο του πελάγους, ταχύτερα απ’ ό,τι η αστραπή γυρεύει τον αγωγό, ξεφεύγει η ψυχή μου εκεί μέσα και εκεί παραμένει.
Άλλες ώρες είμαι ηρεμότερος. Τότε δεν διαβάζω, τότε κάθομαι συντετριμμένος ωσάν το αρχαίο ερείπιο κι όλα τ’ αγναντεύω. Τότε μου φαίνεται σαν να’ μουνα ένα μικρό παιδάκι, που περιφέρεται σκαλίζοντας εδώ κι εκεί μες στο δωμάτιο, ή κάθεται με το παιχνίδι του σε μια γωνιά. Κι αισθάνομαι τόσο παράξενα.
[…]
Και ξυπνώ κι αρχινώ πάλι να τον διαβάζω μεγαλοφώνως με όλη μου τη δύναμη και με ολόκληρη την καρδιά μου. Ώσπου βουβαίνομαι αιφνίδια. τίποτε άλλο δεν ακούω, δεν βλέπω τίποτε, μοναχά σε σκοτεινά περιγράμματα μαντεύω τον Ιώβ, που κάθεται πλάι στην εστία, και τους φίλους του. όμως κανείς δεν λέει λέξη, όμως ετούτη η σιωπή κρύβει μέσα της όλους τους τρόμους, σαν ένα μυστικό που δεν τολμά να το αναφέρει κανείς.
Και σπάζει η σιωπή, και η βασανισμένη ψυχή του Ιώβ ξεσπά με ισχυρές κραυγές. Ετούτες τις καταλαβαίνω, τούτα τα λόγια τα οικειοποιούμαι.
[…]
Εάν δεχότανε κανείς πως όποιος διαβάζει ένα βιβλίο για τον ένα ή τον άλλον άσχετον με το ίδιο το βιβλίο λόγο δεν είναι κυριολεκτικός αναγνώστης, τότε ίσως δεν θα απόμεναν και πολλοί κυριολεκτικοί αναγνώστες, ακόμα και για τους συγγραφείς που ο αναγνωστικός τους κόσμος είναι πολύ πολυάριθμος. Διότι στην εποχή μας σε ποιον περνά από το μυαλό του να σπαταλήσει μια στιγμή με την ιδιότροπη σκέψη πως είναι τέχνη να είσαι καλός αναγνώστης, για να μην πούμε, να ξοδέψει χρόνο για να γίνει; Αυτή η λυπηρά κατάστασις επιδρά φυσικά σε έναν συγγραφέα, ο οποίος κατά τη γνώμη μου το καλύτερο που έχει να κάνει είναι μαζί με τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρινό να γράφει κατά τέτοιον τρόπο που οι αιρετικοί να μην μπορούνε να καταλαβαίνουν.-

Αγαπητέ μου αναγνώστη! μπορούμε άνετα λοιπόν να μιλήσουμε γι’ αυτό το πράγμα έτσι αναμεταξύ μας. Διότι αντιλαμβάνεσαι καλά πως γνώμη μου δεν είναι πως όλες αυτές οι κρίσεις θα προβάλλονταν στην πραγματικότητα, καθώς το βιβλίο δεν πρόκειται να’ χει πολλούς αναγνώστες.

Kierkegaard, Η Επανάληψη (μτφ.Σ.Σκοπετέα), Παπαζήσης 1977

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010


Ο Λόγος που «τα σπάει»

Χτες στις εκκλησιές το Ευαγγέλιο της Κρίσεως ακούστηκε και μόνο που το λες και μόνο που τους πρώτους λόγους ακούς, ένα δέος σού έρχεται και σε αγγίζει, σα να’ ρχεται ο θάνατος και να τον περιμένεις. Όμως, καθώς ο λόγος προχωρά, μια γλυκύτητα σε φτάνει και σε αναπαύει και σε χωρά και σου θυμίζει κείνο το ρώσικο παραμύθι του Τολστόι με τον μπάρμπα-Πανώφ, π’ όλη τη μέρα ο γέροντας μες από το σπίτι του κοιτούσε και έξω κοιτούσε, μες στο χιόνι, τον Χριστό να’ ρθει, όπως του το’ χε μες στον ύπνο του αποβραδίς υποσχεθεί. Κι ήταν παραμονή, των Χριστουγέννων η παραμονή και έπειτα ανήμερα κι ο γέροντας τα μάτια του στο τζάμι είχε κολλήσει και καρτερούσε. Μα Κείνος δεν ερχόταν. Ήρθαν όμως άλλοι. Άλλοι που δεν ήταν ο Βασιλιάς που περίμενε. Ήρθε ο οδοκαθαριστής της γειτονιάς και η ξυλιασμένη γερόντισσα και ζεστό τσάι τούς φίλεψε στο σαμοβάρι και τους ζέστανε μες στην παγωνιά της ημέρας. Ήρθε η μάνα με το παιδί στην αγκαλιά και μοιράστηκε το μεσημεριανό του μαζί τους και φεύγοντας τα ξυλοπάπουτσα, που για τον Γιό του Θεού ετοίμασε, στα πόδια του μικρού παιδιού φόρεσε. Ήρθαν κι άλλοι και όλοι πέρασαν απ’ το κατώφλι του. Άλλοι σκυθρωποί και άλλοι χαρούμενοι. Άλλοι φτωχοί και άλλοι αμίλητοι. Ήρθαν πολλοί. Εκείνος δεν ήρθε. Τη μοίρασε όμως την αγάπη του ο γέροντας. Αυτήν που είχε φυλαγμένη μονάχα για Εκείνον. Τη μοίρασε. Γιατί αλλιώς δεν γινόταν. Περίμενε. Κι όσο περίμενε, έδινε. Κι απλόχερα τη σκόρπιζε. Δίχως βία. Γιατί η αγάπη ξεχείλιζε. Γιατί ήταν ποτάμι. Δίχως βία λοιπόν. Στο τέλος της μέρας ήρθε κι Εκείνος. Απόκαμε να Τον περιμένει ο γέροντας και σε λήθαργο βυθίστηκε δίπλα στην ξυλόσομπά του. Απόκαμε, μα τότε κι Εκείνος τον έφτασε. Στον ύπνο του ήταν, στην πραγματικότητα ήταν, δεν κατάλαβε. Μα και δεν είχε και σημασία. Καθώς μες στην αιωνιότητα που είναι να φτάσουμε, τι άραγε έχει σημασία; Του παραπονέθηκε ο γέροντας πως μάταια μια ολόκληρη μέρα Τον καρτερούσε. Ένα θλιμμένο «γιατί» κατάφερε μόνο να του πει. Μα όχι, Εκείνος δεν τον λησμόνησε, Εκείνος ήρθε και τον φιλοξένησε και την αγάπη του την πήρε. Μα πώς, απόρησε ο αγαθός γέρος. Μα πότε; Ήμουν ο σκουπιδιάρης εκείνος που τον έβαλες στο σπίτι σου, ήμουν η γριούλα εκείνη που μοιράστηκες το τσάι σου, ήμουν η μάνα που τη ζέστανες με τη λιγοστή σούπα σου, μα πάνω απ’ όλα το μικρό παιδί ήμουν, που του φόρεσες τα παπούτσια σου. Ήμουν όλοι αυτοί που τους έδωσες την αγάπη σου, αυτήν που την είχες για μένα φυλαγμένη. Γιατί ήταν αληθινή και τη σκόρπισες. Δεν την κράτησες, δεν την αμπάρωσες, δεν τη λιγόστεψες. Τη μοίρασες και εκείνη με έφτασε. Εκεί που ήμουν με άγγιξε και με γονάτισε. Και γι’ αυτό σήμερα μαζί μου θα σε πάρω. Στης Αλυπίας τη χώρα, που είναι ο παράδεισος. Και μαζί με τον Γίγαντα να κάτσεις στον κήπο μου, και με τον Πρίγκηπα συντροφιά να κάνεις, εκείνον, τον Ευτυχισμένο, και με το χελιδόνι του, μα και με τον ίδιο τον Ουάιλντ και με όλους τους τσαλακωμένους και τους μικρούς και τους αθόρυβους του κόσμου τούτου, μ’ όλες τις ξενιτεμένες ψυχές, και να κουρνιάσεις στον μικρό κήπο που έχει αγίους, έχει κι αμαρτωλούς που έγιναν λίγο πριν φύγουν ή και καθ’ οδόν άγιοι. Έχει όλους εκείνους που οι υπόλοιποι τις πόρτες τούς κλείνουν κι απέξω τους αφήνουν. Έχει τις ψυχές τις ξοδεμένες και τις αραχνιασμένες, τους δυσκολεμένους έχει και τους μοναχικούς και από σήμερα θα έχει και εσένα, γέροντα. Γιατί «Εγώ είμαι που πεινούσα και μου έδωσες να φάω. Διψούσα και μου έδωσες να πιω. Κρύωνα και με πήρες μέσα και με ζέστανες…Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βοηθούσες –ήμουνα Εγώ που βοηθούσες! Εμένα βοήθησες. Εμένα δέχτηκες σήμερα, μπάρμπα-Πανώφ». Και τούτο ήταν το Ευαγγέλιο της Κυριακής, που πάντα σε συγκινεί, μα δεν το μοιράζεσαι, όμως το σκορπάς να φτάσει εκεί που θέλει και εκεί που το’ χουν, όπως εσύ, ανάγκη. Γιατί οι ψυχές, είναι ψυχές, πώς να το κάνουμε;

«Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με». Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή, και ήλθομεν προς σε;». Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς: «Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Τότε ερεί και τοις εξ ευωνύμων: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και ουκ εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και ου συνηγάγετέ με, γυμνός, και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή, και ουκ επεσκέψασθέ με». Τότε αποκριθήσονται αυτώ και αυτοί λέγοντες: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή, και ου διηκονήσαμέν σοι;». Τότε αποκριθήσεται αυτοίς λέγων: «Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».

Κατά Ματθαίον, 25, 14-30

Και όπως λένε και τα παιδιά στο σχολείο, σήμερα «τα σπάει» το Ευαγγέλιο.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010


Η ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

[ό,τι δεν ειπώθηκε]

Δεν μιλά πάντα κανείς ως ειδικός, παρά κάποτε και ως απλός αναγνώστης των φωτογραφιών τούτων, καθώς το σώμα τους ένα κείμενο είναι που το διεξέρχεσαι και το διασχίζεις και κείνο σού μιλά -εντός της σιωπής πάντα. Καθώς οι φωτογραφίες τούτες, από πολύ νωρίς το νιώθει κανείς πως δεν βολεύονται στα λόγια τα πολλά, παρά εν σιγή μπορούν και από μόνες τους να υπάρξουν και να φωνάξουν τα συστατικά που τις αρμολογούν. Την ομορφιά της λεπτομέρειας κραυγάζουν, λοιπόν, εντός μιας ζωής, που συνεχώς φθείρεται και χάνεται ανεπιστρεπτί και τούτη η αποσπασματική στιγμή της απαθανάτισης της δεν είναι παρά ένας ύμνος προς την απώλεια, μια υπόμνηση της φευγαλέας και άπιαστης ωραιότητας, που μόνο πια με μέσα μη ανθρώπινα την καθιστάς παρούσα. Δηλ. μέσω της Τέχνης. Και συγκεκριμένα μέσω του φακού εστίασης. Η Τέχνη λοιπόν, δηλ. ο φακός του Χάρη, διασώζει την ωραιότητα της χαμένης -και γι’ αυτό απρόσιτης πια- στιγμής. Διασώζει το ανέφικτο που γίνεται εφικτό μόνο εντός τούτων των πλαισίων. Διασώζει την εγγύτητα του ανεκπλήρωτου, όπως επίσης και του ατελέσφορου, που όλοι κάπως ίσως και να το είχαμε εγγίσει. Διασώζει το παρόν, που γίνεται παρελθόν, την ίδια στιγμή που δεν υπάρχει πια μέλλον. Καθώς ό,τι είναι τώρα την ίδια στιγμή δεν είναι.
Επιπλέον, αυτό στο οποίο στέκεται κανείς είναι η οπτική γωνία τούτης της ομορφιάς. Η Τέχνη δεν είναι απρόσωπη. Δεν μπορούμε όλοι να φωτογραφίσουμε τα ίδια πράγματα -ούτε καν τα ίδια με τον ίδιο τρόπο-, ούτε και όλοι να αγαπήσουμε την ίδια εικόνα, το ίδιο στιγμιότυπο, την ίδια ζωή, την ίδια μορφή, την ίδια ψυχή. Οι φωτογραφίες τούτες αποκαλύπτουν την ψυχή του ανθρώπου που στάθηκε, τις αιχμαλώτισε και τις παραδίδει άφθορες στο χρόνο. Μια ψυχή που καλά-καλά και ο ίδιος δεν την γνωρίζει, μα οπωσδήποτε την υποψιάζεται και την περιγράφει και τη συναρμολογεί, όπως άλλωστε όλοι μας κάνουμε είτε με τους στίχους είτε με τα πινέλα είτε και με τα διαβάσματα που μας χτίζουν και μέσα τους χτιζόμαστε και εμείς. Τούτη η ψυχή είναι μια ψυχή που αναζητά τη χοϊκή ομορφιά και μέσω τούτης κυρίως το μονοπάτι που οδηγεί στην άφθαρτη ομορφιά, δηλ. στην ομορφιά πέραν του κόσμου τούτου, δηλ. στον ίδιο τον Θεό.
Αυτά μοιράζεται κανείς και έπειτα αφήνει ελεύθερες τις φωτογραφίες τούτες, που δεν είναι παρά ποιήματα δίχως στίχο και μουσική εν σιωπή και οπωσδήποτε ψυχή με βλέμμα, που το υιοθετούμε και του υποτασσόμαστε και το αφήνουμε από το χέρι να μας πάρει και να μας δείξει τον κόσμο αλλιώς.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010


Εν ολίγοις -ωστόσο εν ουσία

Ποιητής εκ Χίου και συλλογή που μόλις μας έφτασε από τη μακρινή νήσο. Εξαιρετική διαύγεια στίχου από αυτήν που σε οδηγεί κατευθείαν στην εσωτερικότητά του. Την έχει ανάγκη κανείς αυτήν την ποίηση, που σου μιλά σα να’ ναι δίπλα σου ο ποιητής, που σε παραμυθεί μονολογώντας -σα να προϋποθέτει ακροατή και την ίδια ώρα να μην τον χρειάζεται. Σου θυμίζει τον αγαπημένο Λάσκαρη και οι συγγένειες των ποιητών ρίχνονται όμορφα σε κύκλο. Σου θυμίζει την κυρία Λένα Παππά -εικόνες και εκεί, εικόνες και εδώ από μια πραγματικότητα που εγκιβωτίζεται σε στίχο. Μια χαμηλών τόνων φωνή που μαρτυρεί μια απόκοσμη τρυφερότητα -καθ’ όλα σπάνια σήμερα. Από όσα με κράτησαν, επέλεξα τούτα, αυτά στα οποία σκοντάφτει κανείς. Οι «Λύπες» κορυφαίο και υπέροχο να ξεχωρίζει από όλα. Από αυτά τα ποιήματα τα οποία τα κουβαλάς πάνω σου, ανάγλυφα γίνονται, και τα μοιράζεσαι κάποτε -προπάντων με τον εαυτό σου. Μα και οι «αχίλλειες πτέρνες της καρδιάς» -οπωσδήποτε λεκτική τουλάχιστον στάση. Όμως στο τελευταίο χαϊκού υποκλίνομαι.

ΣΑΝ ΚΑΡΔΕΡΙΝΑ

Από τη λάσπη
της αγάπης
τη ζεματιστή
πλάθω
ένα φεγγερό πουλί
σαν Καρδερίνα.
Δεν κελαηδεί.
Ποτέ
δεν κελαηδεί.
Τις ώρες
όμως
της μεγάλης μοναξιάς
το σκοτεινό της
το κλουβί
ολόκληρο
αστράφτει.

ΚΑΤΑ ΤΥΧΗ

Έχω μία καρδιά
και δύο αχίλλειες πτέρνες.
Κάπως δύσκολο
να είμαι αποφασιστικός.
Μονάχα εσύ
μου δυναμώνεις
ό,τι αγαπώ
κι ό,τι αγαπώ
στο προσκεφάλι μου
τόπος με θάμνους
και αγέρας.

ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ

Οι Λύπες
της χαρίσανε
δυο σπάνια γάντια.
Τις νύχτες
τα φοράει
και πιάνει τα όνειρα.

ΓΙΑ ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ

Η σιωπή έχει διάφορες ποιότητες.
την ακριβότερη την αγοράζεις
στους έρημους σταθμούς.

Τρέχει από τις πληγές τους
σαν το ρετσίνι.

[ΆΤΙΤΛΟ]


Στον Φώτη Αγγουλέ

Χαμήλωσε

Κι αφού σε πιάσω
από τον ώμο
και για ώρες ανταλλάξουμε
ματιές,
σαν ξωτικά
θα χωριστούμε
στο σκοτάδι,
χωρίς μια λέξη
να’ χει πέσει
κανενός.

ΝΑ ΜΟΥ ΜΙΛΗΣΕΙΣ

Πες κάτι. Σε παρακαλώ.
Την επόμενη φορά
που στον ύπνο μου θα’ ρθεις
Να μου μιλήσεις.

ΧΑΪΚΟΥ

Στην ίδια γλάστρα
πέρυσι βασιλικός
φέτος αγκάθι

Ταπεινωμένο
να σε βρει το ποίημα
Σαν ευλογία

ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΗΣ, Εν ολίγοις, Χίος 2003

Το προφίλ των ποιημάτων τούτων, καθώς και των άλλων, των εντός της συλλογής και των άλλων, των ακόμα εκτός, θυμίζουν το παρακάτω, επίσης ποίημα, και έτσι το ένα συντροφεύει το άλλο μες σ' αυτό το χάρτινο ανεμοσούρι που ονομάζουμε ποίηση ή χώρα της χοϊκής αλυπίας. Ο Φεβρουάριος μόλις ξεκίνησε.