Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010


Απόκριες

Απόκριες είναι η γενιά του ’20, ο κλαυσίγελος του Μεσοπολέμου, ο Καρυωτάκης και η Πολυδούρη, η απόγνωση του Λαπαθιώτη και το μόνιμο φθινόπωρο του Παπανικολάου, ο τρυφερός Άγρας και ο νοσταλγικός Ουράνης. Απόκριες είναι η Κερένια κούκλα, η Βιργινία και η Λιόλια, το φεγγάρι της μιας, ο ήλιος της άλλης, ο έρως και ο θάνατος ανάμεσά τους. Απόκριες είναι τα τσερκένια του Κοσμά Πολίτη και η Σμύρνη, μια πολιτεία ολάκερη να φτερουγίζει στους ουρανούς της Ανατολής και να βυθίζεται έπειτα μες στην πυρκαγιά της. Απόκριες είναι τα χάλκινα μέσα στη νύχτα να χτυπάν και μια χλαίνη γύρους να κάνει και φανός στη μέση, να πέφτει το χιόνι, σαν τη βροχή να πέφτει και να μην έρχεται κανείς. Απόκριες είναι ήχος γιορτής και σερπατίνες και κομφετί από κοντά ν’ ακούγονται, από μακριά να σου σιμώνουν και εντός πληγές, από παντού πληγές, ανθρώπων εκτός της εορτής, όμως ο ήχος να τους φτάνει και κελιά και χτισμένες ψυχές, η φωτιά να σε οδηγεί, τα βήματα αυτή να τα ορίζει κι αν όλα στάχτες, φωτιά ήταν πριν και πυρκαγιά, μα οι στάχτες είναι εδώ και υπομνηματίζουν. Απόκριες είναι η Τετάρτη των Τεφρών του μακρινού Άγγλου, τόπος της συγχωρήσεως δύσβατος, που ποτέ να τον κουρσέψεις δεν το μπόρεσες ούτε καν να τον διεκδικήσεις. Απόκριες είναι μια θλίψη άφατη της Καθαρής, που δεν λέει χρόνια τώρα να αποφορτιστεί και που τα έγκατα πιέζει, μα δεν λυτρώνεσαι. Χρόνια τώρα από τη θλίψη τούτη και να μη λυτρώνεσαι. Απόκριες θα πει το πρωί της Καθαρής, μα και το μεσημέρι, σε δάσος μουσκεμένο να βρεθείς, να πάρεις το μονοπάτι και στην αρχή και στο τέλος του μια σκιά, μ’ αυτή συνομιλείς, το λίθινο μονοπάτι ακολουθείς και με το φάσμα τούτο συμπορεύεσαι. Απόκριες θα πει να μην τολμήσεις τίποτα να νοσταλγήσεις, μα γρήγορα-γρήγορα στις Ακολουθίες της Σαρακοστής υποταγμένος να εισέλθεις, στην ανάβαση προς τα Ιεροσόλυμα πάραυτα να ενσωματωθείς, πίσω να μην κοιτάξεις να σταθείς.
Απόκριες είναι όλα τούτα και με τίποτα δεν είναι όλα κείνα που μας πιέζουν με το έτσι θέλω να είναι. Απόκριες δεν είναι τα σκαλοπάτια που ανέβηκε ως ζήτουλας ο πρωθυπουργός, Απόκριες δεν είναι ένα κράτος αύτανδρο να παραλύει από την καρναβαλική υστερία της Πάτρας ή του Μοσχάτου. Απόκριες δεν είναι το όριο της πτώχευσης, που το περάσαμε, ούτε και το δημόσιο χρήμα που το χάσαμε.
Καλύτερα λοιπόν στον Μεσοπόλεμο, καλύτερα στα βουνά και στα μονοπάτια, όπου αλλού καλύτερα, μόνο σ’ αυτόν τον περίγελο μέρος να μην πάρεις ούτε καν δέκτης του να γίνεις, ούτε κι ο ήχος του να σε φτάσει, γιατί τι θες, τι θέλουν κι άλλοι, και είναι πολλοί αυτοί και όχι λίγοι, μόνο σκόρπιοι είναι, παρά μια αλήθεια να τους αγγίζει, μια αλήθεια στις κουβέντες, μια αλήθεια στα πρόσωπα, μια αλήθεια που ξέρεις τώρα πια πως με ελάχιστους θα τη μοιράζεσαι. Μια αλήθεια και μια απλότητα. Έτσι λοιπόν, καλύτερα στον Μεσοπόλεμο. Χίλιες φορές καλύτερα. Σε τούτες τις Απόκριες τον τρελό του Αναγνωστάκη θυμάμαι και ανακαλώ και το ένδυμά του θέλω να φέρω.

http://www.youtube.com/watch?v=GLFM7Wf-xAU&feature=related




ΣΤΑΣΗ ΠΡΩΤΗ: Η εσωτερική φωνή και το φάσμα του εαυτού

ΦΥΓΗ

Ι

Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο. Γύρω δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, αλλά τείχη που στενεύουν διαρκώς περσότερο, τέλματα στα οποία βυθίζομαι ολοένα. Αναρχούμαι από τις αισθήσεις μου.
Η παραμικρότερη υπόθεση γίνεται τώρα σωστή περιπέτεια. Για να πω μια κοινή φράση, πρέπει να τη διανοηθώ σ’ όλη της την έκταση, στην ιστορική της θέση, στις αιτίες και τα αποτελέσματά της. Αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μου.
ΙΙ
Είμαι ο Φαίδων ριγμένος στη λάσπη. Θαυμαστό βιβλίο, που οι έννοιές του δε θα το σώσουν από τον άνεμο και τη βροχή, από τα στοιχεία και τους ανθρώπους.
ΙΙΙ
Στο χυδαίο αυτό καρναβάλι εφόρεσα αληθινή πορφύρα, στέμμα από καθαρό, ατόφιο χρυσάφι, ύψωσα ένα σκήπτρο πάνω από τα πλήθη, κι επήγαινα ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Έχανα τη συνείδηση του περιβάλλοντος, αλλά επήγαινα, σαν υπνοβάτης, ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Οι παλιάτσοι έτρεχαν μπροστά μου ή εχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Εφώναζαν, εχτυπούσαν. Αλλά εγώ επήγαινα βλέποντας τα σύννεφα και ακολουθώντας την εσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα επροχωρούσα. Με τους αγκώνες άνοιγα τόπο, αφήνοντας πίσω μου ράκη. Αποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στον ήλιο έσπαζαν οι καγχασμοί των άλλων. Κι ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σαν τσακισμένο δέντρο, άκουσα για τελευταία φορά την εσωτερική μου φωνή.
IV
Και τώρα έχασα την ήρεμο ενατένιση. Πού ν’ αφήσω το βάρος του εαυτού μου; Δε μπορώ να συμφιλιωθώ με τους κήπους. Τα βουνά με ταπεινώνουν. Για να δώσω τροφή στους λογισμούς μου, παίρνω το μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δυο φορές δε θα ιδώ το ίδιο πράγμα. Οι χωρικοί που στέκονται απορημένοι, έχουν την άγνοια και την υγεία. Τα σπίτια τους είναι παλάτια παραμυθιού. Οι κατσίκες τους δε μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπώ το πόδι και φεύγω. Περπατώ ολόκληρες μέρες. Πού πηγαίνω; Όταν γυρίσω το κεφάλι, ξέρω πως θ’ αντικρίσω το φάσμα του εαυτού μου.

Η Φυγή, σύμφωνα με τις σημειώσεις του Γ.Π.Σαββίδη, μπορεί να πρωτογράφτηκε στην Πάτρα μετά το καρναβάλι του 1928.
Κ.Γ.Καρυωτάκης, Τα τελευταία κείμενα, Ποιήματα και Πεζά, Ερμής 1991

ΣΤΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Τα βιολιά της Λιόλιας

Νίκος: Θες να πάμε;
Λιόλια: Πού
Νίκος: Κάτω, στους μασκαράδες.
Λιόλια: Εγώ κι εσύ;
Νίκος: Εσύ κι εγώ. Θέλεις;
[…]
Τρίτη Γυναίκα: Μάτια βαμμένα κόκκινο βαθύ, πουδραρισμένα μάγουλα, βερνικωμένα νύχια… Αγέλες ο κόσμος στους δρόμους, δαίμονες κι άγγελοι ένα…βουνά το κομφετί κα τις σερπαντίνες…να μην ξεχωρίζεις τον άνθρωπο απ’ τον ίσκιο του…Γυναίκες, άντρες, οι ανάσες τους μπερδεμένες, μπλεγμένα τα χέρια τους, λαιμοί ιδρωμένοι, γάμπες γυμνές, ξέχειλα στόματα…
Λιόλια: Ο ουρανός απλωμένος πάνω απ’ τον Υμηττό, τ’ αστέρια του χυμένα στο χώμα, σπίθες σπαρμένο το χώμα όπου κι αν πατήσεις, σπίθες κι ορχήστρες σε κάθε γωνιά…
[…]
Λιόλια: Γέλια βραχνά, σφυρίγματα, τραγούδια…Ξελογιασμένα βήματα….Πόλκες, μαζούρκες και βαλσάκια χαδιάρικα…Αχ βιολιά, βιολιά! Γλυκά βιολιά!....
[…]
Λιόλια: Με πήρε κι αρχίσαμε να τρέχουμε…Τα γόνατά μου κομμένα απ’ την τρεχάλα, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Όλοι οι δρόμοι λουλούδια…Σκάγανε μπουμπούκια στ’ αφτιά μου,…μέλισσες περπατάγανε στο γιακά μου, το κεντρί τους γλυκό, χυνότανε το μέλι στο λαιμό μου κι η ανάσα μου κόλλαγε…το φεγγάρι επάνω μας να στάζει σαν άσπρο κερί, διάφανο ακόμα, ντροπαλό, στην ανατολή του….Περνούσα τη Σταδίου κρατημένη απ’ το χέρι του σαν σε κήπο…τρέχαμε, τρέχαμε…πνιγμένα τα ρουθούνια μου στην άνοιξη που μας έγνεφε εκεί, πίσω απ’ το ρόδινο σκοτάδι, ανάμεσα στις ανθισμένες μυγδαλιές της Καλλιθέας…
Τρίτη Γυναίκα: Νύχτα χωρίς Θεό! (παύση) Ωραία νύχτα!

Άκης Δήμου, Το αίμα που μαράθηκε (Ένα σκοτεινό παραμύθι με αφορμή το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου Η Κερένια Κούκλα), Σοκόλης 2007

ΣΤΑΣΗ ΤΡΙΤΗ: Το ποτάμι που δεν έζησαν
(όπου Κ.Κ. είναι ο Κώστας Καρυωτάκης και Μ.Π. η Μαρία Πολυδούρη)

Μ.Π.: Δεν είχα κανένα φόβο από σένα. Ήσουν το πιο όμορφο σκοτάδι που ήξερα, το πιο βαθύ, το πιο πηχτό σκοτάδι.
[…]
Μ.Π.: Ποια ήμουνα ….για σένα;
Κ.Κ.: Η τύψη μου, Μαρία.
Μ.Π.: Μην πικραίνεσαι. Μ’ ελέησες μ’ όσον έρωτα μπορούσες. Όσο μπορούν, οι άνθρωποι αγαπιούνται. Όσο μπορέσαμε κι εμείς.
Κ.Κ.: Δεν ήξερα να σε κρατήσω. Είχα μόνο τις λέξεις.
[…]
Μ.Π.: Σου έγραφα κι εγώ. Κάθε βράδυ κι από ένα γράμμα, σα να μπορούσαν να σε βρουν οι λέξεις μου. Να σου γράφω γράμματα και να σου τραγουδάω μακριά απ' τη φωνή μου: αυτή ήταν για πολύ καιρό μετά η πιο προσφιλής μου αναστάτωση. Και δίπλα μου η ζωή, πνιγμένη στις αναθυμιάσεις της βαλεριάνας που έβραζε στο καμινέτο. Αργούσα πολύ να κοιμηθώ κι όταν τα κατάφερνα ο ύπνος μου δεν έμοιαζε με ύπνο παρά με πυρκαγιά, μια άγρια πυρκαγιά που με πάγωνε.
[...]
Μ.Π.: Εμείς όμως....ίσως μπορούσαμε λίγο ακόμα...
Κ.Κ.: Γι' αυτό το λίγο ακόμα, πόσος κόπος!
Μ.Π.: Σκεφτόσουν πάντοτε πικρά.
Κ.Κ.:Πριν απ' τη φλόγα η στάχτη. Έτσι γίνεται.
Μ.Π.: Πριν απ' τη στάχτη η πυρκαγιά. Μύρισε τον άερα. Μέχρι εδώ φτάνει η ανάσα της ζωής.
Κ.Κ.: Δεν σ' έκαψε, λοιπόν εσένα ο θάνατος;
Μ.Π.: Είδες; Είμαι η ίδια έκπληκτη γυναίκα. Μόνο χωρίς το φορτίο της σάρκας. Δεν κινδυνεύω λοιπόν να τρελαθώ.
Κ.Κ.: Αν ήξερα να σ’ αγαπήσω τότε!...
Μ.Π.: Αν ήξερες πόσες φορές το ευχήθηκα! Μάταια πάντα, σιωπηλά και μάταια. Μεγάλωνα τη μοναξιά μέσα μου να δυναμώσει, να σε φτάσει. Δεν κατάφερα τίποτα. Τώρα το βλέπω. Τότε ακόμη ξεγελιόμουν με τα ποιήματα, τώρα όμως…τώρα σαστίζω με την αφέλειά μου να πιστεύω σε μια τέχνη που καμιά αγάπη δε σου φέρνει.
Κ.Κ.: Δεν πίστεψες ποτέ στη δύναμή της.
Μ.Π.: Κι όμως, έγραφα σαν τρελή. Επέμενα: το μέτρο, η ρίμα, ο ρυθμός…Να ταιριάξεις μια εικόνα σ’ ένα αίσθημα, να ράψεις πάνω τους ένα νόημα να τα σκεπάζει. Έγραφα συνεχώς σαν τιμωρημένη. Δεν είχα τίποτ’ άλλο να παρηγορηθώ, τίποτα να κρατάει ζωντανά τα χέρια μου.
[…]
Μ.Π.: Αν είχαμε φοβηθεί λιγότερο…
Κ.Κ.: Αυτός ο φόβος μάς έτρεφε: ο φόβος να μην τους μοιάσουμε.
Μ.Π.: Τόσος εγωισμός!
Κ.Κ.: Τόση δύναμη!
Μ.Π. Δύναμη γιατί; Ποιοι είμαστε; Εγώ ένα κορίτσι στις βόλτες του Ζαππείου κι εσύ…εσύ ένας άντρας που γέρνει απ’ το βάρος μιας ανώφελης περηφάνιας. Τόσες φορές μας άγγιξε η ζωή με τη φτερούγα της κι όμως ούτε για μια στιγμή δε γίναμε πουλιά.

ΑΚΗΣ ΔΗΜΟΥ, Απόψε η μουσική, Άπαντα τα Θεατρικά Α’, Αιγόκερως 2006

1 σχόλιο: