Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010


Ο Λόγος που «τα σπάει»

Χτες στις εκκλησιές το Ευαγγέλιο της Κρίσεως ακούστηκε και μόνο που το λες και μόνο που τους πρώτους λόγους ακούς, ένα δέος σού έρχεται και σε αγγίζει, σα να’ ρχεται ο θάνατος και να τον περιμένεις. Όμως, καθώς ο λόγος προχωρά, μια γλυκύτητα σε φτάνει και σε αναπαύει και σε χωρά και σου θυμίζει κείνο το ρώσικο παραμύθι του Τολστόι με τον μπάρμπα-Πανώφ, π’ όλη τη μέρα ο γέροντας μες από το σπίτι του κοιτούσε και έξω κοιτούσε, μες στο χιόνι, τον Χριστό να’ ρθει, όπως του το’ χε μες στον ύπνο του αποβραδίς υποσχεθεί. Κι ήταν παραμονή, των Χριστουγέννων η παραμονή και έπειτα ανήμερα κι ο γέροντας τα μάτια του στο τζάμι είχε κολλήσει και καρτερούσε. Μα Κείνος δεν ερχόταν. Ήρθαν όμως άλλοι. Άλλοι που δεν ήταν ο Βασιλιάς που περίμενε. Ήρθε ο οδοκαθαριστής της γειτονιάς και η ξυλιασμένη γερόντισσα και ζεστό τσάι τούς φίλεψε στο σαμοβάρι και τους ζέστανε μες στην παγωνιά της ημέρας. Ήρθε η μάνα με το παιδί στην αγκαλιά και μοιράστηκε το μεσημεριανό του μαζί τους και φεύγοντας τα ξυλοπάπουτσα, που για τον Γιό του Θεού ετοίμασε, στα πόδια του μικρού παιδιού φόρεσε. Ήρθαν κι άλλοι και όλοι πέρασαν απ’ το κατώφλι του. Άλλοι σκυθρωποί και άλλοι χαρούμενοι. Άλλοι φτωχοί και άλλοι αμίλητοι. Ήρθαν πολλοί. Εκείνος δεν ήρθε. Τη μοίρασε όμως την αγάπη του ο γέροντας. Αυτήν που είχε φυλαγμένη μονάχα για Εκείνον. Τη μοίρασε. Γιατί αλλιώς δεν γινόταν. Περίμενε. Κι όσο περίμενε, έδινε. Κι απλόχερα τη σκόρπιζε. Δίχως βία. Γιατί η αγάπη ξεχείλιζε. Γιατί ήταν ποτάμι. Δίχως βία λοιπόν. Στο τέλος της μέρας ήρθε κι Εκείνος. Απόκαμε να Τον περιμένει ο γέροντας και σε λήθαργο βυθίστηκε δίπλα στην ξυλόσομπά του. Απόκαμε, μα τότε κι Εκείνος τον έφτασε. Στον ύπνο του ήταν, στην πραγματικότητα ήταν, δεν κατάλαβε. Μα και δεν είχε και σημασία. Καθώς μες στην αιωνιότητα που είναι να φτάσουμε, τι άραγε έχει σημασία; Του παραπονέθηκε ο γέροντας πως μάταια μια ολόκληρη μέρα Τον καρτερούσε. Ένα θλιμμένο «γιατί» κατάφερε μόνο να του πει. Μα όχι, Εκείνος δεν τον λησμόνησε, Εκείνος ήρθε και τον φιλοξένησε και την αγάπη του την πήρε. Μα πώς, απόρησε ο αγαθός γέρος. Μα πότε; Ήμουν ο σκουπιδιάρης εκείνος που τον έβαλες στο σπίτι σου, ήμουν η γριούλα εκείνη που μοιράστηκες το τσάι σου, ήμουν η μάνα που τη ζέστανες με τη λιγοστή σούπα σου, μα πάνω απ’ όλα το μικρό παιδί ήμουν, που του φόρεσες τα παπούτσια σου. Ήμουν όλοι αυτοί που τους έδωσες την αγάπη σου, αυτήν που την είχες για μένα φυλαγμένη. Γιατί ήταν αληθινή και τη σκόρπισες. Δεν την κράτησες, δεν την αμπάρωσες, δεν τη λιγόστεψες. Τη μοίρασες και εκείνη με έφτασε. Εκεί που ήμουν με άγγιξε και με γονάτισε. Και γι’ αυτό σήμερα μαζί μου θα σε πάρω. Στης Αλυπίας τη χώρα, που είναι ο παράδεισος. Και μαζί με τον Γίγαντα να κάτσεις στον κήπο μου, και με τον Πρίγκηπα συντροφιά να κάνεις, εκείνον, τον Ευτυχισμένο, και με το χελιδόνι του, μα και με τον ίδιο τον Ουάιλντ και με όλους τους τσαλακωμένους και τους μικρούς και τους αθόρυβους του κόσμου τούτου, μ’ όλες τις ξενιτεμένες ψυχές, και να κουρνιάσεις στον μικρό κήπο που έχει αγίους, έχει κι αμαρτωλούς που έγιναν λίγο πριν φύγουν ή και καθ’ οδόν άγιοι. Έχει όλους εκείνους που οι υπόλοιποι τις πόρτες τούς κλείνουν κι απέξω τους αφήνουν. Έχει τις ψυχές τις ξοδεμένες και τις αραχνιασμένες, τους δυσκολεμένους έχει και τους μοναχικούς και από σήμερα θα έχει και εσένα, γέροντα. Γιατί «Εγώ είμαι που πεινούσα και μου έδωσες να φάω. Διψούσα και μου έδωσες να πιω. Κρύωνα και με πήρες μέσα και με ζέστανες…Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βοηθούσες –ήμουνα Εγώ που βοηθούσες! Εμένα βοήθησες. Εμένα δέχτηκες σήμερα, μπάρμπα-Πανώφ». Και τούτο ήταν το Ευαγγέλιο της Κυριακής, που πάντα σε συγκινεί, μα δεν το μοιράζεσαι, όμως το σκορπάς να φτάσει εκεί που θέλει και εκεί που το’ χουν, όπως εσύ, ανάγκη. Γιατί οι ψυχές, είναι ψυχές, πώς να το κάνουμε;

«Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με». Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή, και ήλθομεν προς σε;». Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς: «Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Τότε ερεί και τοις εξ ευωνύμων: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και ουκ εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και ου συνηγάγετέ με, γυμνός, και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή, και ουκ επεσκέψασθέ με». Τότε αποκριθήσονται αυτώ και αυτοί λέγοντες: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή, και ου διηκονήσαμέν σοι;». Τότε αποκριθήσεται αυτοίς λέγων: «Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».

Κατά Ματθαίον, 25, 14-30

Και όπως λένε και τα παιδιά στο σχολείο, σήμερα «τα σπάει» το Ευαγγέλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου