Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010


Στο πόδι

Έμαθες πια σκόρπια να διαβάζεις ή στο πόδι από τότε που ο χρόνος δεν σου έφτανε παρά μόνο ανάσα σελίδας να πάρεις και να συνεχίσεις έτσι και τώρα χρόνια τώρα μες στον όρθιο κάματο της μέρας συχνοπερνάς μπρος απ’ τη βιβλιοθήκη και ορέγεσαι και ξεσηκώνεις απ’ το ράφι ψυχές χτισμένες μες σε έντυπους τοίχους και κελιά και μοιράζεσαι το κελί τους και διαβάζεις το χτίσιμό τους όσο σου το επιτρέπουν τα δικά σου κελιά και οι δικοί σου τοίχοι ανάσες στο πόδι καθώς ο χρόνος κυλά και σου φεύγει όμως τον σταματάς με το ζόρι εδώ θέλει δεν θέλει κι έπειτα πάλι συνεχίζεις από εκεί που σε βρήκε ο στίχος και σε σταμάτησε χρόνια τώρα η πορεία ίδια διαβάσματα στο πόδι και λοξές ματιές σε περιοδικά που σε έφτασαν και συλλογές που σε βρήκαν από ανθρώπους άγνωστους και μακρινούς όμως η φωνή τους να σε φτάνει να εισβάλλει και ίσως είναι η ουσία της αυτή από τη στεγνή στιγμή που σου εκφεύγει στο πόδι λοιπόν μες στις φωνές των παιδιών και στις απαιτήσεις μιας πραγματικότητας που σου φωνάζει και τρέχει και πρέπει κι εσύ μαζί της να τρέξεις και να την προλάβεις και μέσα της να χωρέσεις στο πόδι όμως σταματάς και τους ποιητές από το ράφι τούς γλιτώνεις και τους ανοίγεις και μες απ’ τις σελίδες ξεφεύγει το αχνό τους πια άρωμα η μυρωδιά της ψυχής που την φυλάς ως την πλέον αγαπητική και απτή μνήμη κι έπειτα πάλι επιστρέφεις αφού έχεις νωρίτερα χωθεί και χαθεί μες στο σώμα τούτο που είναι της ψυχής τους το σώμα και το μονοπάτι το ξέρεις καλά έτσι λοιπόν τους ποιητές εκ του μακρόθεν τους αγγίζεις και τους έχεις ίσως πιο κοντά από ποτέ μες στη δυσκολία της ημέρας να τους χωρέσει και του χρόνου που έχει ήδη φύγει όμως η ελπίδα πώς να φύγει εδώ λοιπόν μονολογώντας και έξω τα μείον να είναι πια σημάδι πως ο χειμώνας επιτέλους μάς ήρθε και έφερε μαζί του το χιόνι κι οι ποιητές λοιπόν πού είναι πού είναι κείνα για το χιόνι τα ποιήματα όλα να μοιάζουν κι όλα διαφορετικά επιστρέφω λοιπόν και κοιτώ ξανά το τι με περιμένει να τ’ ανοίξω τουλάχιστον και έχω πάντα την ελπίδα ότι θα’ ρθει για το καθένα η ώρα που θα βρει τη θέση του στα χέρια μου και όχι στο όρθιο πέρασμα από το ράφι κοιτώ λοιπόν ξανά τους όγκους τούτους και τους ορέγομαι το λέω ευθαρσώς και λέω τώρα σήμερα αύριο θα τους τελειώσω θα διασχίσω τις σελίδες τους το σώμα τους θα διεξέλθω θα το σημαδέψω με το μολυβάκι και έπειτα ευχαριστημένη και κάπως περήφανη θα το εναποθέσω στο άλλο ράφι αυτό στο οποίο ίσως δεν θα επιστρέψω ποτέ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Αν δεν είχα τον Ιώβ! Αδύνατο να περιγράψω και να φωτοσκιάσω ποια σημασία και πόσο πολλαπλή σημασία έχει για μένα. Τον διαβάζω όχι καθώς διαβάζουμε τ’ άλλα βιβλία με το μάτι, αλλά σαν ν’ αποθέτω το βιβλίο πάνω στην καρδιά μου, και το διαβάζω με τα μάτια της καρδιάς, κατανοώ με μια clairvoyance το κάθε τι κατά τον ποικιλότερο τρόπο. Όπως το παιδί ακουμπά το αναγνωστικό του κάτω από το κεφάλι του, για να’ ναι σίγουρος πως δεν θα’ χει ξεχάσει το μάθημά του όταν ξυπνήσει το πρωί, έτσι παίρνω κι εγώ μαζί μου το βιβλίο τη νύχτα στο κρεβάτι. Κάθε λέξη που λέει είναι ένδυμα και τροφή και φάρμακο για την εξαθλιωμένη μου ψυχή. Πότε μια λέξη του με ξυπνά από τον λήθαργό μου, για να ξυπνήσω σε νέαν ανησυχία, πότε καταλαγιάζει την άγονη μανία μέσα μου, δίνει τέλος στον τρόμο της βουβής ζάλης του πάθους. Διαβάσατε βέβαια τον Ιώβ; Διαβάστε τον, διαβάστε τον πάλι και πάλι.
[…]
Σ’ ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχει καμία μορφή που να την πλησιάζουμε με την ανθρώπινη εμπιστοσύνη και την παρρησία και την πεποίθηση, όπως ο Ιώβ, ακριβώς διότι το κάθε τι σ’ αυτόν είναι τόσο ανθρωπινό, διότι κείται σ’ ένα σύνορο προς την Ποίηση. Πουθενά στον κόσμο δεν έχει βρει το πάθος του πόνου τέτοιαν έκφραση.
[…]
Τη νύχτα μπορώ και ν’ ανάψω τα κεριά μες στο δωμάτιό μου, να φωταγωγήσω το σπίτι ολόκληρο. Τότε σηκώνομαι, διαβάζω με δυνατή φωνή, κραυγάζοντας σχεδόν, το ένα του ή το άλλο χωρίο. Είτε ανοίγω το παράθυρό μου, και ξεφωνίζω έξω στον κόσμο τα λόγια του. Αν ο Ιώβ είναι μία ποιητική μορφή, αν δεν υπήρξε άλλος άνθρωπος που να μίλησε κατ’ αυτό τον τρόπο, τότε κάνω τα λόγια του δικά μου, και παίρνω την ευθύνη επάνω μου.
[…]
Μολονότι έχω διαβάσει το βιβλίο ξανά και ξανά, κάθε του λέξη γίνεται καινούργια για μένα. Κάθε φορά που φτάνω εκεί, γεννιέται από την αρχή, ή γίνεται πρωταρχική μες στην ψυχή μου. Το ζαλισμένο τούτο πάθος το ρουφώ σαν κανένας πότης λίγο λίγο, ώσπου μ’ αυτό το αργό ρούφηγμα μεθώ και αναισθητοποιούμαι σχεδόν. Από την άλλη μεριά, σπεύδω να το συναπαντήσω με μιαν απερίγραπτη ανυπομονησία. Μισή λέξη, και τρέχει η ψυχή μου στη σκέψη του, στο επιφώνημά του. ταχύτερα απ’ ό,τι το μολύβι που πέταξες γυρεύει τον πάτο του πελάγους, ταχύτερα απ’ ό,τι η αστραπή γυρεύει τον αγωγό, ξεφεύγει η ψυχή μου εκεί μέσα και εκεί παραμένει.
Άλλες ώρες είμαι ηρεμότερος. Τότε δεν διαβάζω, τότε κάθομαι συντετριμμένος ωσάν το αρχαίο ερείπιο κι όλα τ’ αγναντεύω. Τότε μου φαίνεται σαν να’ μουνα ένα μικρό παιδάκι, που περιφέρεται σκαλίζοντας εδώ κι εκεί μες στο δωμάτιο, ή κάθεται με το παιχνίδι του σε μια γωνιά. Κι αισθάνομαι τόσο παράξενα.
[…]
Και ξυπνώ κι αρχινώ πάλι να τον διαβάζω μεγαλοφώνως με όλη μου τη δύναμη και με ολόκληρη την καρδιά μου. Ώσπου βουβαίνομαι αιφνίδια. τίποτε άλλο δεν ακούω, δεν βλέπω τίποτε, μοναχά σε σκοτεινά περιγράμματα μαντεύω τον Ιώβ, που κάθεται πλάι στην εστία, και τους φίλους του. όμως κανείς δεν λέει λέξη, όμως ετούτη η σιωπή κρύβει μέσα της όλους τους τρόμους, σαν ένα μυστικό που δεν τολμά να το αναφέρει κανείς.
Και σπάζει η σιωπή, και η βασανισμένη ψυχή του Ιώβ ξεσπά με ισχυρές κραυγές. Ετούτες τις καταλαβαίνω, τούτα τα λόγια τα οικειοποιούμαι.
[…]
Εάν δεχότανε κανείς πως όποιος διαβάζει ένα βιβλίο για τον ένα ή τον άλλον άσχετον με το ίδιο το βιβλίο λόγο δεν είναι κυριολεκτικός αναγνώστης, τότε ίσως δεν θα απόμεναν και πολλοί κυριολεκτικοί αναγνώστες, ακόμα και για τους συγγραφείς που ο αναγνωστικός τους κόσμος είναι πολύ πολυάριθμος. Διότι στην εποχή μας σε ποιον περνά από το μυαλό του να σπαταλήσει μια στιγμή με την ιδιότροπη σκέψη πως είναι τέχνη να είσαι καλός αναγνώστης, για να μην πούμε, να ξοδέψει χρόνο για να γίνει; Αυτή η λυπηρά κατάστασις επιδρά φυσικά σε έναν συγγραφέα, ο οποίος κατά τη γνώμη μου το καλύτερο που έχει να κάνει είναι μαζί με τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρινό να γράφει κατά τέτοιον τρόπο που οι αιρετικοί να μην μπορούνε να καταλαβαίνουν.-

Αγαπητέ μου αναγνώστη! μπορούμε άνετα λοιπόν να μιλήσουμε γι’ αυτό το πράγμα έτσι αναμεταξύ μας. Διότι αντιλαμβάνεσαι καλά πως γνώμη μου δεν είναι πως όλες αυτές οι κρίσεις θα προβάλλονταν στην πραγματικότητα, καθώς το βιβλίο δεν πρόκειται να’ χει πολλούς αναγνώστες.

Kierkegaard, Η Επανάληψη (μτφ.Σ.Σκοπετέα), Παπαζήσης 1977

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου