Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010


Sylvia Plath 27 Οκτωβρίου 1932-11 Φεβρουαρίου 1963

Τυχαία έπεσα στην ημερομηνία εξόδου της Πλαθ. Ποιήτρια που ενσωμάτωσε τη ζωή της στην ποίησή της και το αντίστροφο. Τούτες οι πορείες είναι οι πιο βασανιστικές και οι πιο αδιέξοδες. Το μαρτυρούν και οι πορείες των άλλων. Της Μαρίνας και της Άννας από τη μακρινή Ρωσία. Σε τίποτα και οι τρεις τους δεν διαφέρουν. Μόνο ο τρόπος του λόγου τους αλλάζει. Γιατί ο λόγος είναι ο ίδιος. Εξομολογητικός και μανικός, να σπαρταρά η ψυχή, πάνω στο χαρτί να σπαρταρά και να αιφνιδιάζεται η άλλη ψυχή που τις διαβάζει, από πού η τόση ειλικρίνεια, από πού η τόση ρευστή αλήθεια. Όλες τους δεν βολεύτηκαν εντός της πραγματικότητας. Όλες τους κάτι παραπάνω ζήτησαν που δεν το βρήκαν. Το’ χει η γυναικεία ψυχή; Δεν ξέρω πια. Δεν ξέρω πώς βολεύει κανείς το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένες κάτι τέτοιες ψυχές. Δεν ξέρω σε τι χοάνη το βάζει, τι μίγμα εξάγει, δεν ξέρω. Το αποτέλεσμα ξέρω και μόνο αυτό. Και το στίχο θυμάμαι αυτής που έφυγε σαν σήμερα: «Από τη στάχτη εγείρομαι με τ’ άλικα μαλλιά μου». Ειλικρινά δεν ξέρω, γιατί δεν κατάφερε τελικά να εγερθεί. Ή μάλλον ξέρω. Όπως και ότι αν είχε τελικά εγερθεί, θα ήταν πια μια άλλη. Και ίσως και να μην το άντεχε ούτε και αυτό. Να είναι δηλαδή μια άλλη. Λυγίζει κανείς μπρος στην ανημπόρια τούτων των ψυχών να ενσωματωθούν και τον γονατίζει ο πόνος τους. Μα ίσως κάποια πράγματα δεν γίνεται παρά να είναι έτσι.

Χαρούμενο τραγούδι για τη Σύλβια Πλαθ:


Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη

Μόλις σταμάτησε στη ράμπα η γιορτή
και οι μάγιστροι σού βγάζουν το καπέλο
φτάνει μια λέξη τη φοβέρα σου να πει
κι εγώ μαζί σου δύω κι ανατέλλω.

Δώσ’ μου τα χέρια σου, ακριβή
δρολάπι απ’ τον Αϊ-Φραγκίσκο
χάνομαι κάθε που σε βρίσκω
μες στη θεσσαλική βροχή.

Φτιάχνουν τη μάσκα σου οι δραπέτες με πηλό
να βρει τροφή του Χάρλεμ το καμίνι
στον κόσμο που ανασαίνεις τον αληθινό
στήσαν χορό οι μαζορέτες κι οι αθερίνοι.

ΚΑΛΟΣΥΝΗ

www.poeticanet.gr (απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)

H Καλοσύνη γλιστράει γύρω απ το σπίτι μου.
Η κυρά Καλοσύνη είναι τόσο καλή!
Τα μπλε και κόκκινα πετράδια των δαχτυλιδιών της αχνίζουν
Μες στις βιτρίνες, οι καθρέφτες
Γεμίζουν χαμόγελα.

Τι είναι τόσο αληθινό όσο το κλάμα ενός παιδιού;
Ίσως το κλάμα ενός λαγού να ναι πιο άγριο
Όμως δεν έχει ψυχή.
Η ζάχαρη θεραπεύει τα πάντα, έτσι λέει η Καλοσύνη.
Η ζάχαρη είναι αναγκαίον ρευστόν,

Οι κρύσταλλοί της μικρό κατάπλασμα.
Ω Καλοσύνη, Καλοσύνη
Που με γλύκα μαζεύεις κομμάτια!
Τα γιαπωνέζικα μεταξωτά μου, απελπισμένες πεταλούδες,
Μπορεί να καρφιτσωθούν όποτε να ναι, έχοντας πάρει
αναισθητικό.

Και να σου έρχεσαι, μ’ ένα φλιτζάνι τσάι
Στεφανωμένο με ατμούς.
Ο αιμάτινος πίδακας είναι ποίηση,
Τίποτε δεν τον σταματάει.
Μου δίνεις να κρατήσω δυο παιδιά, δυο τριαντάφυλλα
SYLVIA PLATH

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου