Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Λόγω της ποίησης ξανά






Μέρες της ποίησης ήρθαν και φύγαν και ποιητές -δόκιμοι και μη (δηλ.;)- παρέλαση έκαναν στις πόλεις, τις κωμοπόλεις, ίσως και τα χωριά, και σίγουρα μες στο κλεινόν το άστυ, με τα βιβλία υπό μάλης, συλλογές και οπωσδήποτε ανέκδοτα, σε υποφακέλους και άπειρες σημειώσεις, δόκιμοι και μη δόκιμοι, μα μόνο η ποίηση είναι δόκιμη ή δεν είναι από την πρώτη ώρα, καθώς οι ποιητές της -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- κατώτεροι των στίχων τους αποδεικνύονται και είμαστε.
Η ποίηση δεν κινείται -και πώς να κινείται, αφού ούτε οι ποιητές μπαίνουν στον κόπο ν’ αγοράζουν- οι ποιητές όμως όχι μόνο κινούνται, μα έρχονται τα πάνω-κάτω, όχι εντός των τάφων τους όπως ο Σαχτούρης, παρά εντός της εφήμερης λεωφόρου που τους έλαχε. Αλλού το λένε Bacaro, αλλού Ιανό κι αλλού, όπου αλλού, μικροί χώροι επιστρατεύονται, επαπειλούμενοι, όπως η πανίδα. Τα πάνω-κάτω λοιπόν, οι Θεσσαλονικείς κατεβαίνουν στην Αθήνα και οι Αθηναίοι στη νεφώδη Σαλονίκη. Τα πάνω-κάτω.
Στους δρόμους περπατώ της παιδικής μου πόλης και ποιητές από παντού εισβάλλουν και στο σεργιάνι τους με παρασύρουν, λόγων και καφέ αντάμωμα, εις το επανιδείν απαραίτητα στο τέλος -για πότε άραγε; Μεταθέτουμε συνεχώς στο μέλλον σχέδια και συναντήσεις, βιβλία ανταλλάσσουμε και διευθύνσεις, διασταυρώσεις φίλων των φίλων και μπλέξαμε τους φίλους μας και τους στίχους μας και διαδικτυακά και κανονικά έχουμε γίνει γαϊτανάκι.
Κάποια στιγμή έντρομη κοιτώ το κινητό μου. Πότε είναι το επόμενο λέω. Πότε μπορώ να φύγω. Γρήγορα να αποχωρήσω, να αποσυρθώ εγκαίρως, πίσω να γυρίσω στο καβούκι του χειμώνα και τα γνωστά υγρά υπόγεια και τους ανήλιαγους φεγγίτες. Τι τη ζορίζουμε την ποίηση έτσι δα, τι την σκορπίζουμε που είναι τα άγια της ζωής μας και ποια η ευθύνη των δόκιμων και η δική μου που είμαι αδόκιμη για όλο τούτο το θεαματικό της πανηγύρι. Καθώς Αγία την κάναμε και τη γιορτάζουμε, μα τι την ζορίζουμε που είναι Θεά εκείνη και εντελώς χαμαί εμείς; Κι εκεί που αυτολογοκρινόμουνα και ζοριζόμουνα και το’ χα φρικτά περίπου μετανιώσει –πώς βρέθηκα εντός του ενιαύσιου τούτου εορτασμού κι άφησα πίσω τα βουνά μου και πώς να τη διασύρω εγώ και μαζί μ’ αυτήν και τα ποιήματά μου που στέκονται εδώ και χρόνια πιο πάνω από μένα και εντελώς μα εντελώς δόκιμα, ενώ εγώ σε όλα μου αδόκιμη θα παραμείνω- το αεράκι σα να άλλαξε, όταν εισέβαλαν οι «ποιητές». Ποιητές πραγματικοί που ήταν και στη ζωή τους ποιητές, δηλ. το εντελώς προς εξαφάνιση είδος το «προπάντων άνθρωποι». Σεμνοί και γλυκύτατοι, οι εξαιρέσεις των εξαιρέσεων, τα άγια είπαμε των αγίων, μας πήραν και μας σήκωσαν και με την ποίησή τους και με τη ζωή τους. Ποιητές μελισσουργοί, αρτοποιοί και ταξιτζήδες, ποιητές ναυτικοί, άστεγοι και μη, ποιητές κανονικοί και άνθρωποι κανονικοί. Μια τέτοια ποίηση όπου και να τη βάλεις λάμπει. Τη γλυκύτητα, όπου τη συναντήσαμε την πήραμε και τη σεμνότητα επίσης, στις αποσκευές τις βάλαμε, συντροφιά για τις εποχές που απομένουν. Γιατί το φως πάντα πρέπει το σκοτάδι να νικά και ο αγώνας είναι μονάχα αυτός, πώς να νικηθεί πρώτα το ένδον σκοτάδι.
Με τούτα ανεβαίνω και ανέβηκα και σαν έφτασα, ποίηση με περίμενε ξανά εντός του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τετράδιο άκοπο και αυτό, που το διέσχισα αμέσως, καθώς μού ήρθε από τη Χίο και με την υποσημείωση πως έχουμε και ένα blog που το’ χουμε από καιρό εγκαταλείψει. Και τότε είπα πως προσώρας ας το ανοίξω ξανά, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, λίγα λόγια παραπάνω, λίγος πόνος παραπάνω, έτσι να βασανιζόμαστε άνευ λόγου, μήπως για να περνά η ώρα; Ας το ανοίξουμε λοιπόν ξανά και ας γράψουμε ξανά και ας αδειάσουμε ξανά κι ύστερα πάλι μαζευόμαστε, σιωπή το λέμε τώρα και είναι κι άποψη. Ας γράψουμε λοιπόν πάλιν και πολλάκις κλπ. κλπ. δε χάθηκε κι ο κόσμος δα το τζάμι αν ραγίσει –το λέει κι ο μέγας Μάλαμας που είναι άπαιχτος. Κι αφού το λέει αυτός υποκλίνομαι, τι να πω.

Παρένθεση απαράμιλλης ομορφιάς: η Άνοιξη των χαϊκού μες στο "Λεμόνι", νύχτα σε κήπο μικρούλη, με νερατζιές τριγύρω, υπό το φως κεριών μού φάνηκε -σίγουρα δεν ήταν το φεγγάρι- φωνές δειλές εντός του ημίφωτος να διαβάζουν χαϊκού σε ακάλυπτους που έγιναν κηπάκια. Φωνές καθημερνές από τις κάμαρες μπερδεύονται με στίχους που εκτοξεύονται και πάνε και κάθονται πάνω στο χώμα που είναι υγρό και βυθίζονται όμορφα τα παπούτσια μας. Ένα λιγνό δεντράκι σαν κορμάκι μού κρατάει αντίσταση και με παραστέκει συντροφούλα όμορφη. Χαϊκού να φωτίζουν τα πρόσωπα και τις ψυχές την ύστερη Παρασκευή του Ακαθίστου. Πιο πριν στον Άγιο Φίλιππο κάτω από το Ερέχθειο σχεδόν, τις δυο πρώτες Στάσεις πρόλαβες και ύστερα ανέβηκες προς το Θησείο, τρέχοντας σχεδόν, εντός του κήπου να βρεθείς, της ποίησης τον κήπο, που τελευταία δεν παύεις μέσα του να σεργιανάς, σχέση έλξης και άπωσης το δίχως άλλο. Παρένθεση δριμύτατης ομορφιάς, γιατί τα απλά είναι και όμορφα και τη λυγίζουν την ψυχή -δεν θα σκοντάψω να το λέω.
Εκεί μέσα εξαγιάζεσαι συνεχώς, σε μια ύστατη προσπάθεια να ορθοποδήσεις εντός μιας δυσεύρετης ανθρωπιάς.
Φτάνει ως εδώ.

Από το ανθολόγιο Φ1 που έφτασε από τη Χίο επισυνάπτω το παρακάτω ποίημα του Χρήστου Μάρη και θα επανέλθω.

Νοσοκομείο Φυλακών Κορυδαλλού
“Ο Άγιος Παύλος” ΤΚ 18 110


στον Κωνσταντίνο Τέλιο

Θέλω να σου μιλήσω για το καλοκαίρι που
πέρασε

το ταξίδι στην Οδησσό με τον Β.
τη Μαύρη Θάλασσα που είναι γκριζοπράσινη
καθώς τη διασχίζεις, αρχαίοι δρόμοι
σ’ οδηγούν σ’ αγκαλιές απρόθυμων γυναικών

Θέλω να σου μιλήσω για το φθινόπωρο
που γλεντούσε στο φως

την απρόσμενη αναδοχή ενός γαλάζιου αγγέλου
τους μεσήλικες μαθητές της πραγματικότητας
κι ακόμη τις θεραπευτικές ιδιότητες της
καθημερινότητας

θέλω να σου μιλήσω για το χειμώνα
που δεν σούγραψα

τις ενοχές στα αψέλλιστα λόγια
την ευπρόσδεκτη μοναξιά των ερωτήσεων
πόσο ομόρφυνε η σιωπή την πόλη μας
πόσο ασχήμυνε ο φόβος τους άλλους

θέλω να σου μιλήσω για την άνοιξη
που θέριεψε κι αγριεύει

οι φίλοι μπροστά στα διλήμματα
οι νύχτες άγριες στα χέρια τους
άλλοι υποχωρώντας μπροστά στην ειρωνεία
άλλοι σημαδεύοντας εντός

θέλω να σου μιλήσω για το καλοκαίρι
που έρχεται…όμως

Η διαφορετική καταμέτρηση του χρόνου
Η άνιση πρόσληψη της αναπνοής
Οι λέξεις που καίνε σαν τις αγγίξεις
Τα κάγκελα της φυλακής

μ’ εμποδίζουν.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΗΣ

Από το δικό μου ανθολόγιο των ημερών επισυνάπτω ποίημα αγαπημένου ποιητή -όπως ο Λάσκαρης- του Τάσου Πορφύρη από την Νεμέρτσκα. Γιατί αυτός ο ποιητής όχι δεν είναι από την Ήπειρο. Είναι μονάχα από την Νεμέρτσκα.

ΑΝΤΙ ΝΑ ΧΑΙΡΕΣΑΙ

Αντί να χαίρεσαι που ξαναβρήκες την ησυχία σου την
Τηλεόραση τις παντόφλες το καφεδάκι με το γλυκό του κουταλιού
Την ορισμένη ώρα κάθεσαι και τρώγεσαι με το αν έπρεπε να
Συνεχίσεις να τη βλέπεις να’ ρχεται ντυμένη καταχνιά
Κι αξεδιάλυτο όνειρο εξαφανίζοντας την κυκλοφορία τα
Γύρω μεγαθήρια ψυχή μου δάσος με τα δέντρα κοπαδιαστά
Πού και πού μοναχική βελανιδιά προχωρημένο
Φυλάκιο να τραβάει πάνω του θύελλες και κεραυνούς
Γλυτώνοντας το κοπάδι που βόσκει αμέριμνο στην αγκαλιά
Του βουνού και την ασφάλεια των σύννεφων πώς να
Βολευτείς –σε καταλαβαίνω- στο διαμέρισμα με την
Ανεξάρτητη θέρμανση το φούρνο μικροκυμάτων
Μετρώντας το υπόλοιπο του βίου σου με κουταλάκια του καφέ;

ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Έρημα, Ύψιλον 2008


ΛΕΜΟΝΙ Βιβλιοπωλείο
Κατεβαίνεις 4 ή 5 σκαλοπάτια, για να εισέλθεις. Όπως και στα σοβαρά πράματα της ζωής, κατεβαίνεις για να εισέλθεις. Και εισέρχεσαι λοιπόν. Στο βάθος κήπος με τραπεζάκια και βιβλία. Τσαγάκι σερβίρεται και οπωσδήποτε καφές. Χαμόγελα από οικεία πρόσωπα, που δεν είναι πάντα γραμμένα στα βιβλία.
Ηρακλειδών 22 Θησείο και http://www.lemoni.gr/ φυσικά.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗ:
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Γιώτα Αργυροπούλου
Σωτήρης Σαράκης
οι δυο μας με τη Γιώτα
στο BACARO Σάββατο και Κυριακή 20 και 21 Μαρτίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου