Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Απόηχος των ποιητικών ημερών και βροχερός απολογισμός



«Είμαστε όλοι φτιαγμένοι από υλικά ονείρων.
και η ασήμαντη ζωή μας περιβάλλεται από ύπνο.
Κύριε, κάτι με τάραξε. σεβάσου την αδυναμία μου.
το γέρικο μυαλό μου είναι συγχυσμένο.
εσάς μη σας στενοχωρεί η αδιαθεσία μου.
Πηγαίντε, σας παρακαλώ, λιγάκι να ξεκουραστείτε
στη σπηλιά μου: εγώ θα περπατήσω για να ηρεμήσω
το ταραγμένο μου μυαλό»

Θυμάσαι να σου λεν πως είμαστε από την ύλη των ονείρων, όπως περίπου ο Πρόσπερος στον Σαίξπηρ. Θυμάμαι την ύλη των ονείρων τότε που την ξανασυνάντησα στο «Οριζόντιο» του κυρ Αργύρη Χιόνη, που μου γνέφει τώρα μες από τα λιόδεντρά του. Όχι, λέω, εμείς δεν είμαστε από την ύλη των ονείρων, ποτέ μας δεν ήμασταν και δυστυχώς ποτέ μας δεν θα γίνουμε. Ας την αφήσουμε την ύλη τούτη στην αστρική τροχιά της και ας υποταχτούμε εμείς στην καθημερινή τροχιά μας. Όχι, η ύλη των ονείρων είναι για αγγέλους που δεν είμαστε και που ποτέ μας δεν θα γίνουμε. Ανθρωπάκια είμαστε, στης τέχνης τους κύκλους μπαινοβγαίνουμε και ύστερα στην Εγνατία επιστρέφουμε δίχως Αχμάτοβα δίχως και τίποτα, χωρίς κανείς να είναι πια εκεί, σε παρουσιάσεις δίνουμε το φτωχικό παρόν μας, την ποίηση στη δούλεψή μας έχουμε, καθώς ολάνοιχτος ο κάμπος, χαμόγελα συμβατικά και υποκλιτικά, την τέχνη στάδιο την κάναμε, στάδιο όπου ελισσόμαστε και μεις σαν και τους άλλους κι ας μην κρυβόμαστε, μόνο πιο κομψά το κάνουμε, έτσι όπως σε πνευματικούς ανθρώπους αρμόζει και μέσα σε χαιρετούρες την ποίηση φυγαδεύουμε άθελά μας, καθώς αυτή είναι Κυρά και σηκώνεται και φεύγει, όποτε το θελήσει, μόνη της εξορίζεται, δεν παίρνει την άδειά μας να το κάνει κι αν νομίσαμε ότι μέσα σε στίχους την αιχμαλωτίσαμε, θαρρώ γελαστήκαμε μακράν [για να μην παρεξηγηθώ, μόνο για την Ποίηση μιλώ. Και ο πληθυντικός δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε και δηκτικός. Είναι απλός πληθυντικός αριθμός στον οποίο χωρούμε όλοι δίχως εξαιρέσεις]. Σηκώνεται και φεύγει, μ’ όσες πανηγύρεις κι αν οργανώσουμε για χάρη της, σηκώνεται και φεύγει, σ’ όσες πανηγύρεις κι αν συμμετέχουμε με τη σειρά μας, σηκώνεται και φεύγει, μ’ όσα βιβλία κι αν εκδώσουμε, όταν το ξέρει πως πιστά δεν την υπηρετούμε, σηκώνεται και φεύγει, όταν το ξέρει πως πρόσχημα είναι, το άσαρκο της ζωής μας πρόσχημα, της ζωής μας το πουκάμισο που αέρα το γεμίσαμε, το ονομάσαμε Ελένη. Σηκώνεται και φεύγει. Δεν την κατέχουμε. Δεν την κατείχαμε ποτέ. Μόνο τα προσωπεία μας διασώζουμε, που είναι πάνω απ’ όλους και απ’ όλα και αυτό πρέπει κάποτε να το παραδεχτούμε. Τα προσωπεία διασώζουμε και αυτά έχουν τον τρόπο τους πάντα να σώζονται και να μας κατευθύνουν. Πώς να τα αψηφήσεις; Πώς να μην τα λογαριάσεις; Όχι, μαριονέτες τους εμείς και αυτά παντοκράτορα. Αλλού οι ποιητές και ο ουρανός τους. Αλλού ο Σαραντάρης κι ο Παπαδιαμάντης. Σε άλλο γαλαξία. Εκεί, στους ποιητές αναπαμένοι. Εμείς μέσα στους άλλους. Τους ραγιάδες. Ραγιάδες λοιπόν. Μακάρι να υποχωρούσαμε, λυγίζοντας μέσα στο πνεύμα της θυσίας. Θα ήμασταν κάπως λυτρωμένοι. Μα όχι, μόνο τα προσωπεία διασώζουμε θαρρώ και γι’ αυτό ανάπαυση καμιά.

Μέσα στις στοίβες λοιπόν των βιβλίων, που θεριεύουν μέρα τη μέρα και χρόνο το χρόνο, απενοχοποιούμε την υποταγή μας στις κοινωνικές συμβάσεις, συνηθίσαμε πια, εμείς που θά’ πρεπε να υψωθούμε εκεί που η στιγμή απροσδόκητα μάς έστησε, εκεί που και τα γραπτά μας μάς καλούσαν, ως να’ ταν τούτο το έκτακτο συμβάν η δικαίωσή τους, μα τα γραπτά μας μάς προδίδουν γι’ αυτό που δεν γίναμε, γιατί πρώτα τα προδώσαμε εμείς. Λαμπάς φωτός δεν γίναμε λοιπόν σε δύσκολους καιρούς και ανυπόδητοι δεν προχωρήσαμε, τουναντίον τα νώτα τα φυλάξαμε κατά πώς τους έπρεπε, τη φυγή εγκολπωθήκαμε και την ασφάλειά μας, τείχη υψώσαμε με τη δική μας την ευθύνη κι ας μην αναζητάμε πια τους οικοδόμους, καθώς θεμελιωτής τους ο εαυτός και μόνο αυτός, αφήνοντας την επανάσταση για άλλους, καθώς μια είναι η επανάσταση στη ζωή του ανθρώπου και το ξέρει καλά μόνο όποιος στάθηκε ενώπιόν της, άγγελος για κείνη την ώρα και αρχάγγελος. Έπειτα τη ζωή ενδυόμαστε, όπως περίπου την ενδύθηκε κι ο Αλεξανδρινός, ώσπου να μας γίνει σα μια νέα φορτική. Μη θρηνούμε λοιπόν, μην μπαίνουμε στον κόπο να θρηνήσουμε, μα ούτε και να αγαπήσουμε, και προπάντων -το λέω ξανά- όχι, μη νοσταλγήσουμε.

Θυμάσαι να σου λεν πως κύκλος δεν είναι παρά είναι τρικυμία που άνθρωποι τη ζουν χαμένοι και βυθισμένοι μες σε θάλασσες συναισθημάτων και πυθμένες αδιεξόδων και ποταμούς λόγων. Μα αν ήταν έτσι κι αν δεν ήταν ο χρόνος και μόνο αυτός το απαντά το ερώτημα, θαρρώ όμως και ο ποιητής το έγραψε πια από καιρό πως κάποτε συγκατατίθεται και ο καιρός, γιατί και «πώς αλλιώς», όταν μιλάμε πράγματι για τρικυμία, μπορεί κανείς της τρικυμίας να εκφύγει, όχι λοιπόν, και το απάντησε θαρρώ ο ποιητής από καιρό πως κάποτε και ο καιρός υποχρεώνεται σε υποταγή, όταν με τρικυμία έχει να κάνει, καθώς η τρικυμία πάντα τρικυμία και δρόμους βρίσκει και μονοπάτια απάτητα, λιβάδια να μουσκέψει και κάμπους στεγνούς, θανάτω θάνατον πατώντας.

Αυτά είχα να πω για τους κύκλους και τις τρικυμίες τους παραμονές μιας εορτής που πρέπει πάλι να γιορτάσεις. Θαρρώ πως τους πρωταγωνιστές δεν τους γνωρίζω πια, μα τους έχω διαφυλάξει σε μιαν άκρη. Την ώρα που ήταν υψωμένοι. Και αγαπημένοι. Εκεί τους αφήνω, άφθορους μέσα στην ύλη που κάποτε βρέθηκαν, άχραντους τους προσκυνώ και κάποτε και με τα μάτια της ψυχής καταφέρνω πάλι να τους αντικρίζω, να τους συγχωρώ, να τους συμπαθώ, να συμπάσχω μαζί τους και να μαλακώνω. Τον αέρα που ανασαίνουν πάλι να ανασαίνω, τη μορφή τους από μακριά να συναντώ κι ας «έχουν περάσει χρόνοι δέκα» που λέει κι ο Μίλτος Πασχαλίδης, κι έπειτα να επιστρέφω με τον εγωισμό να έχει για λίγο οπισθοχωρήσει κι έπειτα πάλι τη μάχη στήθος με στήθος να δίνει με κείνο που στην εκκλησιά λένε συγχώρεση. Τα βλέπω τα πρόσωπα από την αρχή ξανά, τα νιώθω διαμπερή και η ψυχή τους ορθάνοιχτη ξανά. Αναγνώσιμη. Νιώθω την ξενιτιά τους και την πρωτύτερη πατρίδα τους. Μα και πάλι αντιστέκομαι και από την αρχή οργίζομαι ξανά και το πρόσωπο εκ τούτων αποστρέφω. Και έπειτα πάλι τούμπαλιν δίχως νόημα από την αρχή. Μα τα όπλα τα’ χω ρίξει από καιρό και τούτο είναι μια στάση. Όλοι μια στάση κρατάμε απέναντι στα πρόσωπα μα και στα γεγονότα.

Ξεφυλλίζω την "Τέταρτη Διάσταση". Τυχαία πέφτω στο ποίημα της ημέρας. Το αντιγράφω λοιπόν:

Τίποτα δε θυμάμαι πια, δικά μου ή ξένα.
Σα νάχουν γίνει σ’ έναν άλλο χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Σα να μην έγιναν-
δεν έγιναν.
Τίποτα πια δεν είναι ξένο ή δικό μου. Απ’ το πολύ που τα σκέφτηκα,
τα ξέχασα όλα, τα διέλυσα ή τα αφομοίωσα –δεν ξέρω.
Ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνα έμπαινε η πρόβλεψη και η πρόγευση
προκαταβολικό γεφύρι –ένα γεφύρι εμπόδιο.-
μια και μπορούσες να περάσεις από πριν, δεν περνούσες,
δεν μπορούσες πια να περάσεις, κ’ έτσι ποτέ δεν ήξερες στα σίγουρα
αν είταν στεριωμένο απ’ την άλλη μεριά το γεφύρι,
κ’ η ιδέα του γεφυριού έμενε πάντα
μια μεταμφίεση δεσμού ή απόστασης,
μια απόδειξη αδοκίμαστη. Ποιος μπορεί να περάσει
πάνω απ’ αυτό; Να πάει πού; Απ’ τη γη στον ουρανό ή αντίστροφα;
Λείπουν ακόμη και τα λόγια. Όλα τ’ αφήσαμε στη μέση,
όλα τ’ αφήσαμε στην τύχη. Κ’ έγιναν
χωρίς εμάς. Εμείς μείναμε πίσω
μετανιωμένοι ή αμετάνιωτοι –τι σημαίνει;
ταπεινωμένοι ή αλαζόνες –το ίδιο κάνει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού

2 σχόλια:

  1. Omorfo keimeno. Milate gia polla kai milate gia olous mas
    Exei endiaferon ayth h matia

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. hello... hapi blogging... have a nice day! just visiting here....

    ΑπάντησηΔιαγραφή