Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010





ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ
Ιδού ο Νυμφίος και αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και δεύτε ουν συμπορευθώμεν και συσταυρωθώμεν -καλά το συμπορευθώμεν, λέω, κάπως θα συμπορευθούμε μεγαλοβδομαδιάτικα, μα κείνο το συσταυρωθώμεν χλωμό το βλέπω, εύκολα δεν απεκδυόμαστε αυτό που είμαστε, εύκολα δεν αφηνόμαστε ούτε καν στον Θεό μας- δεύτε λοιπόν και η γη να μοσχοβολά σα θυμιατήρι που έγραφε ο Κόντογλου, έτσι όπως μοσχοβολούσε από την πρωινή βροχή που άνεμος ήρθε και την φευγάτισε, το Σαραντάριο θυμάμαι τούτες τις ώρες, μονάχη το ανέβηκες, μονάχη το κατέβηκες, άνεμος της ερήμου μες στο μεσημέρι, καυτός από παντού και να εισβάλει, το όρος να ανεβαίνεις και να ζαλίζεσαι, το μέτωπο να μη σηκώνεις προς τα πάνω, μόνο σκυφτή και με κομμένη την ανάσα, πώς να’ βγει η ανάσα που την έπνιγε το καύμα, σκυφτή και λυγισμένη και κοντοστέκεσαι συχνά-πυκνά, μα πού το χέρι που θα θελήσει να σ’ ανασύρει, αντικατοπτρισμοί από το χώμα που κοχλάζει, το έβλεπες που κοχλάζει και δίπλα ένα τελεφερίκ για κείνους που δεν το αντέχουν, ούτε κι εσύ το άντεχες ίσως, παλιά η ιστορία με την αναιμία, όμως θα το ανέβω είπες και το ήθελες βαθιά, έτσι για να τη νιώσεις την ανάβαση, να νιώσεις ελάχιστα το πάθος, έστω και να το φανταστείς ή να το πλάσεις, ιεροσυλία σου φάνηκε το άλλο για σένα που έστω και λίγο το μπορούσες, μονάχη το ανέβηκες, μονάχη το κατέβηκες, μονάχη εισήλθες στα ενδότερά του και στα βραχώδη στενά του, ένα το μονοπάτι, αρτηρία λαξευμένη μες στους βράχους, στην καρδιά του εκκλησιά χωστή, δίχως παράθυρα, με πόρτα μία, για είσοδο και για έξοδο η ίδια, το ιερό προς την ανατολή κοιτά ξανά, σκαμμένο μες στο όρος και πίσω σου λαξευμένος ο κυρίως και αυτός μέσα στο όρος, ανεβαίνεις σκάλα σιδερένια και σκυμμένη και έπειτα συναντάς το φως, γιατί μόνο εκεί συναντάς το φως, ποιος ρυθμός υπέδειξε τα σχέδια στο Σαραντάριο, ποιος ο ρυθμός του πάθους λοιπόν, ανεβαίνεις, τα παραθύρια της εκκλησιάς συναντάς, εκεί ο τόπος της νηστείας, εκεί και του πειρασμού, τρεις ήταν κι όχι ένας, πολυμέτωπη η επίθεση λοιπόν, πρόχειρο προσκύνημα μες απ’ τους αιώνες, εικόνα και φιάλη, καντήλι ακοίμητο, μα μες απ’ τα παράθυρα στην έρημο το βλέμμα χάνεται, στο χώμα που σπαρταρά, εύκολα δεν το μαζεύεις, πειρασμός σωστός, καύμα και λίβας, μεσημέρι του Σεπτέμβρη και φτάνει 47 με την υγρασία του Ιορδάνη να σείεται από μακριά, να σε μουλιάζει, από παντού να σε καλεί και έπειτα να σε λιώνει, ατμός να γίνεσαι, να σηκώνεσαι στον αέρα, κάπου τις αισθήσεις χάνεις, κάπου το χωροχρόνο, πώς την λεν αυτήν την απώλεια, και από κει το Ευαγγέλιο των πειρασμών του Κυρίου άκουγες που το διάβαζαν στο ιερό μπροστά, μα την έρημο κοίταζες ξανά και ξανά, μονάχη το ανέβηκες, μονάχη το κατέβηκες και ένας γέροντας απόκοσμος κάπου σε μιαν άκρη, ντρεπόσουν και να τον πλησιάσεις, εσύ, ένας άνθρωπος της Δύσης κατ’ ουσίαν, σε προσκύνημα αναίμακτο, όμως εκείνος εκεί το αίμα να’ χει δώσει της ζωής του και της ψυχής του, Ιλαρίωνος σήμερα, δηλ. χτες, μονάχη λοιπόν, να κρατάς τους βράχους να μην πέσεις, το χώμα να παρακαλάς μη σε προδώσει, ανέβηκες και εισήλθες και ήταν πράγματι ένα προσκύνημα, μια χάρη την πήρες, το ένιωσες βαθιά, μια χαρά είχες κατά την έξοδο ανεξήγητη και συμπιεζόταν, η σύνδεση δεν είναι εφικτή, πώς να τη μοιραστείς τη χαρά, από τότε δεν είναι εφικτή, και με τον Θεό το ίδιο, πότε θα είναι εφικτή η σύνδεση μαζί του λοιπόν. Ανέβηκες κατέβηκες και πέταγες, ανάβαση τέτοια στη ζωή σου δεν έτυχες , ήσουν στο Σαραντάριο πραγματικά, το έβλεπες έπειτα από τα χαμηλά, τη μορφή του γέροντα πήρες μαζί σου και την ψυχή του, μονάχη μες στα βράχια, ανεξίτηλη έγινε στάμπα πάνω τους, μα μήπως και στα Σαραντάρια της ζωής μονάχοι δεν ανεβαίνουμε, μονάχοι κατεβαίνουμε και κάποτε δεν κατεβαίνουμε, σε μια διαρκή ανηφόρα συνεχίζουμε να ζούμε.
Ιδού ο Νυμφίος λοιπόν έρχεται -τι ώρα βγαίνει ο Χριστούλης;- σε ρώτησε τρυφερή ψυχή κι αγαπημένη. Τι ώρα βγαίνει ο Χριστός, καλή μου φίλη, τι ώρα εντός μας εισέρχεται και πως τον καρτεράς το ξέρει. Σήμερα ήταν που έμαθες πως η Μαγδαληνή δεν ήταν η αμαρτωλή που φανταζόσουν, μα ούτε και η Κασσιανή που έγραψε το περιπαθές τροπάριο. Και πως δεν άλειψε τα πόδια του Χριστού, παρά μόνο το σταυρωμένο σώμα του, μυροφόρος λοιπόν μετά τα επτά δαιμόνια. Δυο λένε οι γυναίκες που άλειψαν τα πόδια του Κυρίου, μα καμιά ανάμεσά τους η Μαγδαληνή. Εύρημα των ποιητών και των ζωγράφων, τους έκανε κλικ το όνομα, δεν ξέρω. Μου τα χαλάτε, λέω, καλά τα είχα εγώ στο μυαλό μου βαλμένα πως η Μαγδαληνή ήταν εκείνη η πόρνη που την έκαναν οι ποιητές αγία και μετεμορφώθη και τους πόδας ακολούθησε του Ιησού. Καλά τα είχα εγώ και οι ποιητές μου, τόσα ποιήματα για την Μαγδαληνή χαμένα; Όλα για μια άλλη, πάλι για μιαν Ελένη; Δυο λοιπόν που έσκυψαν και άλειψαν τα πόδια του Κυρίου, επιμένουν οι Γραφές, η αδελφή του Λαζάρου, το’ πε και το Ευαγγέλιο της Κυριακής, και η πόρνη της Μεγάλης Τρίτης -και οι δυο στη Βηθανία.
Η Κασσιανή από την άλλη, αμαρτωλή όπως την είχα περίπου κατά νου δεν ήταν, παρά τον μύθο πυροδότησε κι αυτή με την ποίησή της και τη ζωή της, μα ποιήτρια ήταν η γυναίκα, απλώς ποιήτρια και υμνωδός, ποίηση θύραθεν μα και λειτουργική, η ποιήτρια του Βυζαντίου λένε και χαλάλι της τέτοιος μύθος μιας και μονάκριβη. Και το γνωστό της Μεγάλης Τρίτης τροπάριο, για την Εύα κυρίως μιλά, το δικό της δηλ. προσωπείο δανείζεται για τον εαυτό της όμως και για τους άλλους να μιλήσει. Συγκινητική κατέστη η αποστροφή της προς τον Θεό, σκλάβωσε τους αιώνες.
Αυτά είχα να πω εγώ ως άσχετη των ημερών, που έξαφνα εφωτίσθη, καθώς δεν σκύβω διακαώς μέσα στα κείμενα, μόνο επιδερμικά τα ξεφυλλίζω και ούτε πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου