Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010


Μη με σαβαχθανί

Στις εκκλησιές χτυπούν ακόμα τα Ευαγγέλια. Πρώτο δεύτερο τρίτο σε λίγο και το τελευταίο. Χρονικό θανάτου ξανά. Ανάστασης έπειτα. Επιστρέφω με την μικρή μου που όσο άντεξε, δίχως λεπτό να σταματήσει, παρά μόνο όπου το βλέμμα της ή η ψυχή της την καλούσε. Στη Σταύρωση βρεθήκαμε. Μα και λίγο πριν, να βλέπεις τον κόσμο δειλά να εισέρχεται, το φως να γίνεται ημίφως, τα κεριά να σου θυμίζουν κείνους που αγαπάς, τα προσκυνητάρια να σου δείχνουν τον άγιο της αυριανής, μα και τον άγιο που εφημερεύει κάθε μέρα εκεί. Η μικρή τρέχει τ’ απάνω κάτω. Χαμογελαστή την κοιτώ, συμφιλιωμένη με το διαφορετικό που εδώ γίνεται αγγελικό. Την παρατηρώ το δρόμο των αγγέλων να μου οδοδείχνει. Στέκεται μπρος στο προσκυνητάρι το δεξί, την εικόνα του Αγίου παίρνει και τη φιλά με αφοσίωση και μια και δυο και τρεις, μια τον Άγιο, ο άγιος των θαλασσών, μια τον Χριστό που ίπταται στο πλάι του και μια την Παναγιά που στέκεται στα ζερβά. Και μια και δυο και τρεις κι έπειτα ποδοβολητό ξανά εντός του ναού, έτσι για να σπάει την κατάνυξη της Ακολουθίας. Ο Χριστός ίπταται και στην αντίπερα πλευρά η Μάνα του, στη μέση ο Άη Νικόλας. Έτσι τον θέλει μια σύγχρονη αναπαράσταση, που ακουμπά μπροστά στη γνήσια εικόνα του Αγίου, φερμένη από χωριό που χρόνια πριν σηκώθηκε. Κάρβουνο στις φλέβες του και επιτακτική ανάγκη να το λάβουμε. Σηκώθηκε το χωριό, μα οι τελευταίοι κάτοικοι για νύχτες βλέπουνε στον έρημο τόπο ένα ρασοφόρο να γυρνά γύρω από την εκκλησιά μες στο σκοτάδι. Ο Άγιος είπαν και γυρνά γύρω από το σπίτι του τώρα που θα το γκρεμίσουν. Ο Άγιος ήταν. Αλλού ήταν η Καρδιά κι αλλού είναι τώρα. Θυμάμαι τώρα μέρες του φθινοπώρου και σε παραποτάμιο μοναστήρι βρέθηκες με την μικρή σου σε ώρες θλιμμένες -πολύ θλιμμένες- τότε που τον ηχογράφησες τον ποταμό να έχεις τη φωνή του για τον χειμώνα, κι εκεί σε λογοπαίγνιο περιέπεσε ο αγαθός γέροντας –«παππούλη» σού τον φώναζε για μέρες η μικρή σου κι πίσω του κυνηγιότανε- «Μα καλά γίνεται αλλού να είναι ο άνθρωπος κι αλλού η καρδιά του; Αυτό το πράγμα δεν γίνεται. Πεθαίνει εκείνος» είπε και γέλασε αγαθά. Απότομα γύρισα, τον κοίταξα, μα τι λέει τώρα ο άνθρωπος;. Το δέχτηκα, γιατί από τη μια δεν γίνεται, μα κι απ’ την άλλη γίνεται.
Μπρος μου περνά ο Εσταυρωμένος και του υποτάσσομαι. Σε ό,τι μου’ δωσε του υποτάσσομαι. Τον ευχαριστώ για τα μικρά αιφνίδια θαύματα και για τα άλλα τα διαρκείας, τον ευχαριστώ, γιατί ακούει διακριτικά την ανάγκη της ψυχής και της δίνει το ένα κάτι. Τον παρακολουθώ. Να τον περιφέρουν εντός της Εκκλησίας και εμπρός του Ιερού τρις. Να καρφώνεται εκ νέου. Να είναι εκεί για να σταυρωθεί ξανά. Τον μελαγχολώ. Δεν θέλω να του κλαφτώ. Θέλω μονάχα να τον προσκυνήσω κι έπειτα να φύγω, να επισπεύσω την επιστροφή μες στο καβούκι της εστίας. Μα να τον προσκυνήσω πρώτα. Να του αφεθώ. Τα πόδια μονάχα, εκεί στις πληγές. Κάθε χρόνο, μόνο για εκεί είσαι, για τα πόδια και για τις πληγές. Μα φέτος, καθώς τον πλησιάζω, τις παλάμες του κοιτώ και τις βλέπω ανοιχτές, ανοιχτές για μένα, και τις κοιτώ και το βλέμμα από εκεί δεν αποσύρω, μόνο τις κοιτώ, και εύχομαι ενδόμυχα να μπορούσα στις μύτες των ποδιών μου να σταθώ να τις πάρω και να τις φιλήσω, έτσι όπως είναι ρέουσες εκ του αίματος και νιώθω πως ανοίγω, ανοίγω στην ανθρώπινη και τη θεϊκή φύση του και τον χωράω κι έπειτα μέσα σου χωρώ και εγώ και του υποτάσσομαι από την αρχή ξανά και την ίδια ώρα σκέφτομαι πως όλοι μας τις έχουμε και τις δυο αξεχώριστα κι άλλοτε η μία βγαίνει μπροστά και κάποτε η άλλη και ο αγώνας της ζωής είναι τούτος, πότε η μία πότε η άλλη, έτσι και η δική μου η ανθρώπινη υποκύπτει σε κορυφώσεις λυγμών, την ίδια ώρα που η θεϊκή απλά αποδέχεται και αγαπά άνευ όρων, η ανθρώπινη δεν παύει να ζητά και να αναζητά, η θεϊκή βυθίζεται στη χαρμολύπη.
Η ανθρώπινη καλεί «μη με σαβαχθανί», η θεϊκή σιωπά.

Επιστρέφω και τη μικρή κοιμίζω και ένα κάποιο όνειρο της νύχτας, όνειρο κακό, την φέρνει άγρια στην πραγματικότητα. Κλαίει σιγανά. Την αγκαλιάζω μ’ αγκαλιάζει και κείνη και ποιος αγκαλιάζει ποιον, ποιος την έχει πιο πολύ ανάγκη, ποιος την παίρνει ποιος τη δίνει, μια σπατάλη αγάπης αφειδώλευτη, και κει είναι που λες άγγελο αγκαλιάζω και χάνω τον χωροχρόνο μια αγκαλιά κύκλος που δεν σου μέλλεται πια μα σου άφησε ο Θεός τούτη την αγκαλιά των αγγέλων, παραμυθία λες; Παραμυθία λέω.

3 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χριστός Ανέστη ντε!
    [κατά το "Καληνύχτα ντε!" της Μαργαρίτας του Χατζή]
    και επαναλαμβάνω
    ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΝΤΕ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή