Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΠΛΙΝΘΟΠΕΡΙΚΛΕΙΣΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΟΒΟΥ

Ποταμός Λέπενετς

Σκόπια. Reka Vardar και Άγιος Δημήτριος

Γκρατσάνιτσα






Μετά την Πρίστινα

Ιερά Μονή Δέτσανης

Δηλ. ταξίδι σε τρεις μέρες και τρία κράτη μιας πρώην χώρας:
FYROM-KOSOVO-MONTENEGRO

ΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ 7 Απριλίου 2010: Εύζωνοι, Σκόπια, Κόσοβο

Φεγγάρι μισοφέγγαρο στη χαραυγή επάνω. Αφήνουμε πίσω μας τις μικρές μας πόλεις και οδεύουμε προς τα σύνορα. Σεργιάνι διακαινήσιμο βγήκαμε, στην Ανάσταση να μπούμε. Εύζωνοι. Ήδη βρεθήκαμε απέναντι. Παράλληλα πορευόμαστε με τη σιδηροδρομική γραμμή και με τον ποταμό Vardar που κατεβαίνει και διασχίζει τα εδάφη που μόλις πίσω μας αφήσαμε. Σύννεφα σκιάζουν τα βουνά. Ο ποταμός πάντα στο πλάι μας, τη μια δεξιά την άλλη ζερβά. Κάμποι ποτίζονται στο διάβα του, μα και η σιδηροδρομική γραμμή κάποτε πάνω του ακουμπά. Ποτίζεται κι αυτή.
Αχάραγα σηκωθήκαμε και είναι κιόλας μεσημέρι και εισερχόμαστε στην πόλη των Σκοπίων. Καιρός να τον δούμε από κοντά τον Vardar, να δούμε την ομορφιά του. Θολό το ποτάμι, όπως μας φάνηκε όπου τον απαντήσαμε. Χειμαρρώδης κατεβαίνει, τρέχει μες απ’ τις αψιδωτές γέφυρες, δείχνει τη δύναμή του. Τον ανεβαίνουμε και μας οδηγεί στον Άγιο Δημήτριο, τον καθεδρικό που βαστά από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Σκεπασμένες του καιρού τοιχογραφίες μας κοιτούν μες απ’ τους αιώνες. Σκύβουμε στο σινί με τα κεριά των κεκοιμημένων. Θυμόμαστε κείνους που μας αγκιστρώσανε με την απώλειά τους. Αυγά της Πασχαλιάς και η εικόνα του Ευαγγελισμού στο προσκυνητάρι. Για τους Σέρβους είναι του Ευαγγελισμού σήμερα. Γιορτή μεγάλη. Έξω πάλι, μετρηθήκαμε, φωτογραφηθήκαμε, φεύγουμε. Κεμπάπ στο πόδι στην πλατεία της πόλης. Μπούκοβο, ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι και πιπεριά τουρσί. «Βάλε απ’ όλα» δηλ. εκτός από τουρσί. Άσε το τουρσί για τα πολλά τα κρύα. Τώρα έρχεται αεράκι απ’ τα βουνά. Έρχεται καλοκαίρι.
12.55 μ.μ. στην border zone για Κόσοβο. Με τα διαβατήρια στο χέρι. Τρεις μέρες με τα διαβατήρια στο χέρι. Να τα δείχνεις, να τα βλέπουν, να τα μαζεύεις. Κάποτε να τα κρατούν κιόλας ως την επιστροφή. Μετράμε να μη χάσουμε κανένα. Βλέμματα απορίας για την πολυπληθή ακολουθία. Τρία αυτοκίνητα, σαν κομβόι. Ο ένας τα μάτια στον άλλον, μην τύχει και χαθούμε. Δρόμος για την Πρίστινα. Την άκουγες στον πόλεμο. Κάπως περίεργο σου φαίνεται να την πλησιάζεις. Ο ουρανός μουντός και ψιλόβροχο μας συνοδεύει, όπως το «Ψιλόβροχο» του Μέσκου που έχω μαζί μου.
Στάση για φωτογραφία και για ελάχιστη ματιά στον ποταμό Λέπενετς, εκεί που οι ράγες βρέχονται μες στην κατεβασιά του. Τους έχω πραγματικά μπερδέψει. Ο ένας τον άλλον διασχίζει και όλοι μαζί τούτη την έρημη χώρα. Μα τι σημασία έχει ποιος είναι ο καθένας τελικά; Όλοι κατεβαίνουν προς τη θάλασσα.
Παράκαμψη για την Γκρατσάνιτσα, λίγο πριν την Πρίστινα. Ήδη έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Έχουμε άλλωστε και ώρα Κοσόβου. Γυναικεία μονή προστατευμένη και απομονωμένη σε σέρβικο θύλακα. Ο πέτρινος περίβολος γίνεται ακόμα πιο απροσπέλαστος με τα συρματοπλέγματα να σκαρφαλώνουν στο τέρμα του. Αλβανοί Κοσοβάροι και Σέρβοι Χριστιανοί. Η εθνότητα είναι άτιμο πράγμα, μα και η θρησκεία το ίδιο. Στο DNA περνά. Εύκολα δεν τις παρακάμπτεις. Οι άνθρωποι τούτοι περπατάνε κάπως λυγισμένοι. Τους βλέπεις που είναι λυγισμένοι. Δεν είναι η ιδέα σου. Δεν είναι η ονειροφαντασιά σου. Δεν είναι πράγμα απλό το τι συμβαίνει στο Κόσοβο αυτή τη στιγμή. Είναι το χώμα που πατάς και είναι ζεστό ακόμη. Και το αίμα δεν έχει εθνότητα ούτε και θρησκεία. Είναι απλώς αίμα.
Φιλοξενία με γλυκίσματα, καφέ και τσάι. Έβγαζαν-έβγαζαν οι μοναχές. Ό,τι είχαν αναστάσιμο το έβγαλαν για χάρη μας. Ένα τους πήγαμε, δέκα μας έδωσαν. Εκ του υστερήματος μας φιλοξένησαν και με μια χαρά για το απρόσμενο της ελληνικής επίσκεψης. Ούτε πρεσβεία να ήμασταν. Μας έλεγξαν με την απλότητά τους, με την απλοχεριά τους. Καλοσύνη να σε αγκαλιάζει. Βλέμματα καθαρά από έναν τόπο σταυρωμένο. Φεύγοντας τάπερ ολόκληρο μας άφησαν στα χέρια με αυγά της Πασχαλιάς να έχουμε για τον δρόμο. Δεν μας εγκατέλειψαν παρά στην πύλη του Μοναστηριού. Βγαίνοντας η σουηδική φρουρά μας θύμισε ότι διατελούμε κάτω από πρώην εντελώς εμπόλεμες συνθήκες και εισχωρήσαμε ξανά στην καθημερινότητα της κωμόπολης.
Την Πρίστινα την περάσαμε και καθυστερήσαμε στην κίνησή της. Μνήματα παντού. Όλη η πόλη σκορπισμένα μνήματα. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσους νεκρούς, μέσα σε μνήμες που κυλούν μες στο χώμα, μες στο αίμα κυλούν και είναι τόσο πρόσφατο το αίμα. Πώς να πεις συνεχίζω, που οι κεκοιμημένοι αγκιστρώθηκαν στο πέτο σου, ζητούν τη συνέχειά τους. Αφήνουμε πίσω μας την πόλη, ξαναμπαίνουμε στο δρόμο. Κοιτάμε παντού και υποψιασμένοι από το παρελθόν που μας είναι γνωστό. Σκόρπια σπίτια στη διαδρομή, μπαρουτιασμένα σπίτια, και σπίτια καινούρια των γηγενών πια, μπλεγμένα μες στα ερειπωμένα των άλλων. Κάποιοι πρόσφυγες, κάποιοι πολίτες. Άλλοι φύγαν, άλλοι μείναν. Κανείς σχεδόν από αυτούς που φύγαν δεν είναι σε θέση να επιστρέψει. Πού να επιστρέψει. Σε ποια πατρίδα να επιστρέψει. Που και η πατρίδα χώμα θέλει και αέρα που ν’ αναπνέεις και να τον νιώθεις δικό σου.
Ξεκοιλιασμένες εκκλησιές στη διαδρομή καλούν σε βοήθεια, καθώς τις διασχίζεις με τη ματιά σου. Υποχρεώνεσαι σε άμεση στάση. Καμπαναριά πεσμένα στη γη χάσκουν με τις πληγές χαίνουσες προς τον ουρανό. Σώμα είναι αυτό μπροστά σου δεν είναι ερείπια εκκλησιάς. Σώμα είναι, πληγιασμένο και βουβό και αιμορραγεί ακόμα. Και να τ’ αναστηλώσει κανείς, οι πληγές κρατήρας έγιναν πάνω του και θα θυμούνται. Βουβοί το αντικρίζουμε και πέφτει σιωπή ανάμεσά μας. Πόλεμος ήταν εδώ. Δεν ήταν παίξε γέλασε. Σε κείνη την πεσμένη εκκλησιά ήθελα να πάω, να την ανοίξω, να την προσκυνήσω. Μες απ’ τα χορταριασμένα τούβλα την πόρτα της να βρω και να εισέλθω. Τους κομματιασμένους τοίχους της ν’ αγγίξω, μέσα μου μ’ ένα χάδι να τους βάλω. Να βρω τον Άγιό της. Να τον συντροφέψω. Να τον αφήσω έπειτα στη μοναξιά του. Να τον σκέφτομαι έτσι, πεσμένο εκεί κάτω απ’ τον ουρανό, περιμένοντας τον επόμενο που θα σταματήσει, για να του μιλήσει. Σε κείνη την εκκλησιά ήθελα να πάω. Να μπω και να την προσκυνήσω. Μα,

δεν έχουν μνήμη οι πέτρες
μόνο μέσα μας
οι μνήμες-πέτρες χτίζουνε μνημεία
[Λένα Παππά, Πέτρες]

Μνημεία πεσόντων στη διαδρομή. Μνημεία παντού. Και σημαίες παντού. Σημαίες ενός κράτους παράδοξου που στρατολογεί σημαίες αλλότριων κρατών, για να στεριώσει τη δική του. Που με τα δικά τους χρώματα τη δική του βάφει και στο δικό τους το κοντάρι τη δική του υποβαστάζει, μην τύχει και πέσει κάτω και χαθεί. Τα παρελθόν συνοδεύει τούτο το μέλλον. Και το παρελθόν ήταν σκληρό και ήταν άγριο. Προσπαθούν από τον πόλεμο να βγουν, αλλά τις μνήμες του πολέμου κρατούν, για να τροφοδοτούν την εχθρότητα. Λες και πρέπει να συντηρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο το μίσος. Έτσι, τα μνημεία των πεσόντων, Κοσοβάροι στρατιώτες με τα όπλα στο χώμα στραμμένα, είναι σπαρμένα παντού και στεφανωμένα με τις αλβανικές σημαίες που κυματίζουν σε όσες διαδρομές κι αν κάναμε. Μνημεία, περισσότερο ως διακήρυξη πεταμένη στα πεζοδρόμια, παρά ως αφορμή μνήμης και τιμής. Ήρωες θέλουμε να μας θυμίζουν. Καινούριο κράτος στεριώνεται πάνω στο αίμα τούτων και των άλλων. Τι κράτος είναι αυτό που χτίζεται πάνω στο αίμα. Και το αίμα ζεστό και τα σπίτια καπνισμένα και οι τάφοι ολάνθιστοι και είναι Απρίλης. Αλλού με σταυρό και αλλού δίχως, άνθρωποι μέσα, που έφυγαν νωρίτερα. Και το κράτος χτίζεται και έτσι τους θέλουμε τους ήρωες, τους έχουμε ανάγκη, το μίσος να συντηρούν, κάποτε να βάζουν όρια. Μην τύχει και διαβεί κανείς τα όρια. Μην τύχει και λησμονήσει πως πόλεμος έγινε εδώ και υπάρχει μίσος αξεπέραστο. Πώς να πεις η ζωή συνεχίζεται μες σε τόσους ξέφρενους θανάτους;
Η πρώτη μέρα φτάνει στο τέρμα της. Μας περιμένουνε στη Δέτσανη. Αδιαπέραστη οροσειρά και πλάι της σχεδόν οδεύουμε προς το ανδρικό μοναστήρι μες στα βουνά της. Την βλέπεις από μακριά και νομίζεις ότι σταματά ο κόσμος εκεί. Μα ο κόσμος συνεχίζεται. Είναι τα Procletia όρη, δηλ. τα Καταραμένα Βουνά. Οι Κοσοβάροι τα λένε και Αλβανικές Άλπεις. Δεν ζει κανείς εκεί. Είναι και εθνικός δρυμός άλλωστε. Όμως, μια από τις πόλεις που τα’ χει για σκέπη είναι η βυζαντινή πόλη Πέκιο, που σημαίνει και ασκητήριο, η σημερινή Pec. Ονομάστηκε έτσι γιατί από το 1253 έγινε έδρα του Σερβικού Πατριαρχείου. Εκεί βρίσκεται σήμερα η Πατριαρχική Μονή. Έχουμε λίγη ώρα πριν το σούρουπο και μας σταματά η ιταλική φρουρά που προστατεύει τη Μονή. Καθυστερούμε. Αδύνατο να μπούμε. Δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με τις μοναχές, που βρίσκονται σε εσπερινό, και έτσι παρά τα διαπιστευτήρια μας, δεν εισερχόμαστε. Αναβάλλουμε την επίσκεψη και οδεύουμε προς την Δέτσανη, όπου και θα καταλύσουμε στο ευρέως γνωστό Manastir Decani. Σημαίες ξανά παντού σε σαρδόνιο εναγκαλισμό και κυματισμό να εκκολάψουν την χάσκουσα ειρήνη. Ok.
Σούρουπο και ήδη βράδυ. Σκιές μπαινοβγαίνουν μες από τα κλαδιά και τον πέτρινο περίβολο και η φρουρά που είναι πάλι ιταλική και μας σταματά. Τούτη τη φορά είναι ειδοποιημένοι και εισερχόμαστε αμέσως ανακουφισμένοι. Χαμογελαστά πρόσωπα μας προϋπαντούν, λες και ήμασταν μέλη της οικογένειάς τους που τους ξανάβλεπαν μετά από καιρό. Ο πατήρ Βασίλειος είναι ο μόνος που μιλά ελληνικά και τα έμαθε μοναχός του. Δεν θα μας αφήσει παρά το τελευταίο πρωινό που αναχωρούμε. Πηγαίνουμε για το καλωσόρισμα στο καθολικό. Το Χριστός Ανέστη στα ελληνικά, στα σέρβικα. Οι φωνές μπερδεύονται αγαπητικά, το ανοίκειο γίνεται οικείο. Το φως των κεριών μονάχα φωτίζει τις εικόνες, τα πρόσωπα φωτίζει, και ο ένας τον άλλον ψάχνει και όλοι μαγεμένοι από το μπάσο Κριστός Βοσκρές που ακούγεται αντάμα με το δικό μας. Γαληνεύει η ψυχή, γαληνεύει η ψυχή, σαν κάποιος βάλσαμο να της ρίχνει ανέλπιστο. Εξερχόμαστε και απλώθηκε μια νύχτα ακύμαντη, ανοιξιάτικη σχεδόν, κι ούτε ψιλόβροχο ούτε και τίποτα. Φωνές των παιδιών που τρέχουν παντού και φοβάσαι μην τα χάσεις, δωμάτια μοιράζονται στα γρήγορα που να χωράμε όλοι και ευθύς στην τράπεζα που μας περιμένει. Μες στο σκοτάδι οδηγούμαστε στη ζεστή τους καρδιά. Για τις επόμενες μέρες η τράπεζά τους και η καρδιά τους ανοίγουν και τους ανοίγουμε και εμείς. Τόσο που πια αδύνατο να μην επιστρέψουμε, αδύνατο, που νιώθουμε πως δικούς μας αφήσαμε εκεί και όχι ξένους. Μας αγκάλιασαν με ό,τι είχαν και ό,τι είχαν ήταν αγνό και ήταν ανυπόκριτο και ένιωθες πως οι μοναχοί τούτοι, που θα’ ταν παιδιά στον πόλεμο, καθώς ο μεγαλύτερος είναι 51 και οι υπόλοιποι 24 ακολουθούν προς τα κάτω, δεν ξεχώριζαν σαν μας μίλαγαν, αν σε άντρα μίλαγαν ή σε γυναίκα, παρά σαν παιδιά μας είχαν όλους μαζί και ένιωθες κάπως την κοινωνία των αγγέλων και κοντά τους λίγο καλύτεροι γίναμε, λίγο μαλακώσαμε, και γι’ αυτό η απώλεια τούτης της γαλήνης έρχεται κοντά μας σαν γλυκιά νοσταλγία. Πότε ξαπλώσαμε και πότε κοιμηθήκαμε δεν το καταλάβαμε. Σκοτάδι πηχτό είχε πέσει γύρω από το καθολικό της Αναλήψεως. Τα πεύκα στο ιερό σκίαζαν τα μνήματα των γερόντων και έριχναν σκιές στο ρυάκι που τριγύριζε την εκκλησιά. Αύριο θα τα βλέπαμε όλα με το φως της μέρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου