Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΠΛΙΝΘΟΠΕΡΙΚΛΕΙΣΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΟΒΟΥ

Ιερά Μονή Δέτσανης-Pec ή Πέκιο








Montenegro. Μαυροβούνι


Manastir Moraca. Montenegro




Procletia Ορη


ΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: Κόσοβο, Μαυροβούνι και πάλι Κόσοβο

Χτυπούν τα τάλαντα, χτυπούν τα σήμαντρα, χτυπά ο όρθρος. Ανεβαίνει η Ανατολή και ένας-ένας κατηφορίζει την πλαγιά και εισέρχεται στο ναό. Πρόναος που σε μαγεύει. Μοναχικός, καθώς όλοι στο εσωτερικό, όμως εδώ τα καντηλέρια, εδώ οι σκιές, εδώ οι αγιογραφίες λυγισμένες στους τοίχους απάνω. Μέσα ψάλλουν ελληνικά, ψάλλουν σέρβικα, ψάλλουν εναγκαλιστικά. Το φως κατεβαίνει από ψηλά και μόνο από τα κεριά. Μπες- βγες με τα μικρά, μα Κριστός Βοσκρές δεν παύεις να ψελλίζεις. Αναστάσιμη η Λειτουργία της Πέμπτης της Διακαινησίμου, όπου τους θυμάσαι όλους όσους αγαπάς και τους προσεύχεσαι χωρίς προσδοκία και χωρίς ελπίδα, γιατί η αγάπη δεν είναι αλισβερίσι, γιατί έχει πάνω της κάτι από την άκρα ταπείνωση του Αναστημένου και Αγαπημένου.
Γυναίκες του τόπου σκεπασμένες με κεφαλόδεσμο, έτσι όπως το απαιτεί η ευλαβική συνήθεια των Σλάβων Ορθοδόξων. Νιώθω ασκεπής και κάπως περίεργα με τα μαλλιά στους ώμους. Μα εκείνοι δε σκοντάφτουν σε τέτοια. Μας υποδέχονται όπως είμαστε. Πλησιάζει να’ βγει ο Χριστός. Τότε τα χέρια τους στο στήθος σταυρώνουν και έτσι τον μεταλαβαίνουν. Με τα χέρια σταυρωτά, με τον κορμό λυγισμένο. Χορταίνεις την κατάνυξή τους. Μια χαρά εισβάλλει από παντού. Από τα παραθύρια, από το ιερό, από τον πρόναο, έρχεται και κάθεται ανάμεσά μας. Τα παιδιά σαν σπουργιτάκια στέκονται στο βημόθυρο, ζητούν αντίδωρο κι άλλο. Σαν πουλάκια ανάμεσά μας. Σβήνουν τα κεριά με τον τρόπο των αγιορειτών και σιγή απλώνεται στο Ναό, εκεί όπου πριν εισέβαλε χαρά εκ Παραδείσου. Οπισθοχωρούμε, μα κάτι μας έχει δέσει δια παντός. Αυτά συμβαίνουν στιγμές ελάχιστες στη ζωή του ανθρώπου. Αυτά είναι δώρα εξ ουρανού. Ναι.
Στα αυτοκίνητα ξανά και τούτη τη φορά τα σύνορα για Μαυροβούνι περνάμε. Τα φυσικά σύνορα, βουνά και ποτάμια, γίνονται και των ανθρώπων σύνορα. Διαδρομή μες στα Προκλέτια Όρη. Διασχίζουμε κομμάτια της οροσειράς, Άλπεις είναι κυριολεκτικά. Το χιόνι άλιωτο παραμένει, κρατά άλλωστε ακόμα η Άνοιξη. Βλέμματα απορίας μας σταματούν πάλι στα σύνορα. Διαβατήρια από Κόσοβο, μετά ξανά διαβατήρια στο Μαυροβούνι. Διαβατήρια παντού. Οδεύουμε εντός των ορέων του Montenegro. Μαυροβούνι με σήραγγες που θυμίζουν το πέρασμα του Mont Blanc, πάει καιρός που το διασχίσαμε. Άσπρο το βουνό τότε, Μαύρο τώρα, μα τα βουνά είναι βουνά και μας κρατάνε. Ποτάμια στη διαδρομή παντού. Ποτάμια να κατεβαίνουν και μπλέκονται οι ποταμοί μες στον ρου τους και ρυάκια σχηματίζουν κι άλλοτε χείμαρρος και κατεβαίνουν και οξιές και κορφές η μία δίπλα στην άλλη και η κορυφογραμμή εκεί, να δείχνει το δρόμο.
Μαυροβούνι λοιπόν και οδεύουμε προς το βυζαντινό μοναστήρι Moraca, Manastir Moraca γράφει στο χάρτη που τον ακολουθούμε, μόνο για να βλέπουμε από πού περνάμε. Το μοναστήρι σε λόφο ψηλά. Δεν είναι πια μοναστήρι, καθώς δεν έχει έγκλειστους μοναχούς ή μοναχές, μα είναι πέρασμα προσκυνηματικό. Στο κατάρτι του η σημαία του Μαυροβουνίου κυματίζει και κυματίζει όμορφα. Γύρω φέρνω την εκκλησιά, κάτι μνήματα στο λόφο επάνω μου θύμισαν τα μνήματα στο Μοναστήρι του Essex στην Αγγλία. Στέκομαι και τα κοιτώ, ανεμοδαρμένα, όπως τα ύψη της Έμιλι τότε που πήγες και τα είδες, και αυτά το ίδιο, μονάχα και ανεμοδαρμένα και στην κορφή επάνω. Χαζολογάμε, μπαίνουμε στην καθημερινότητα του τόπου, παιδιά εισβάλλουν, πίνουν νερό από τη Ζωοδόχο, στην εκκλησιά κατευθύνονται, τις σάκες τους στην είσοδο αφήνουν, φιλούν την πόρτα της εκκλησιάς και έπειτα εισέρχονται. Τα περιμένουμε για την έξοδο. Την πλάτη δεν γυρνούν, παρά πισωπατώντας πάνε, την πόρτα της εκκλησιάς ξανά φιλούν, φορτώνονται τις σάκες τους και φεύγουν. Μας συγκινούν.
Οδεύουμε. Παρατηρούμε συνεχώς. Μια στο χάρτη εκατό έξω. Και συμπορεύεται η ομορφιά του τόπου με το μούδιασμα που νιώθεις βλέποντας τα χνάρια του πολέμου. Μα τα χρόνια πέρασαν, οι μνήμες ισοφάρισαν με τη λήθη, τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο, τα ερείπια χορτάριασαν, οι φούρνοι βγάζουν κάθε μέρα ψωμί. Η ζωή συνεχίζεται. Όπως συνεχίζεται. Με την ψευδαίσθηση της λήθης, αφού τα σπίτια χορτάριασαν και οι μυγδαλιές βρίσκουν δρόμο και μπαινοβγαίνουν μες απ’ τα σπασμένα παράθυρα. Η καθημερινότητα έγινε συνήθεια πια, όμως κάπου εκεί καραδοκεί η μνήμη. Και επιστρέφει.
Μόλις που προλαβαίνουμε σύνορα να περάσουμε και να επιστρέψουμε δίχως να μας σκεπάσει η νύχτα. Η επιστροφή είναι πάντα πιο σύντομη και γρήγορα μπαίνουμε στην πόλη Pec που μάθαμε ως και τους δρόμους της, για να πάρουμε το μονοπάτι για τη Δέτσανη, ένα τέταρτο δρόμο πιο πέρα. Το σκοτάδι έπεσε, τράπεζα ετοιμάζεται ξανά, μα κανείς για ύπνο δεν πάει. Ξέρουμε τώρα ότι αύριο χωριζόμαστε και έτσι το καθυστερούμε όσο πάει. Τα παιδιά μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια, ακούγονται τα τρεξίματά τους στα ξύλινα πατώματα, οι υπόλοιποι ήδη έχουν βγάλει χάρτες και σχεδιάζουν την επόμενη εξόρμηση. Νιώθω την ανάγκη να κάνω το γύρο της εκκλησιάς, στην πίσω πλευρά του ιερού να βρεθώ και μες στο σκοτάδι, εκεί που ο άνεμος της νύχτας από τα Προκλέτια κατεβαίνει, σιγοκουβεντιάζει μες στα έλατα και συντροφιά κρατά στους γέροντες που αποσύρθηκαν. Νιώθω ότι αυτό πρέπει να γίνει τώρα. Γιατί δεν υπάρχει μετά. Μόνο τώρα υπάρχει. Και κατεβαίνω και στο σκότος εισέρχομαι και γύρο φέρνω την εκκλησιά και μια και δυο και τρεις. Την τρίτη πια θυμάμαι τους τρεις γύρους του Σκιαθίτη γύρω από τη Φαρμακολύτρια. Και μια και δυο και τρεις. Αύριο θα είμαστε ήδη αλλού. Μα το τώρα μας ανήκει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου