Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ

Τρεις μέρες στο Κόσοβο. Αυτό ήταν. Ένας χάρτης και μια σκιά

Πόλη Istok. Για τα θυρανοίξια


Αθανάσιος Γιέφτιτς

Η οπισθοφυλακή

Pec. Στην Πατριαρχική Μονή






Εν παρόδω

Prizren. Η κλεισμένη Παναγιά







Με ψιλόβροχο ήρθαμε. Με ψιλόβροχο και φεύγουμε

Περί την του ηλίου δύσιν


ΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ: Κόσοβο το ξημέρωμα, Πτολεμαϊδα τα μεσάνυχτα

Θυρανοίξια εκκλησίας που καταστράφηκε στον πόλεμο. Εκεί ο εντελώς άπταιστα ελληνικός Μητροπολίτης Αθανάσιος Γιέφτιτς που μας προϋπάντησε με αυγά της Πασχαλιάς και σταματούσε τη Θεία Λειτουργία, για να κατέβει με τα μικρά παιδιά να τσουγκρίσει και να επιστρέψει πάλι στον τόπο των Αγγέλων. Παιδί μες στα παιδιά, μα γύρω μας ισχυρά μέτρα ασφαλείας, γύρω γύρω απ’ το ναό και μ’ όλο της μέρας το χαρμόσυνο η καρδιά σφιγμένη για αυτό που έρχεται ως αποκατάσταση του πολέμου. Πόλη Istok. Συγκινητική η ευλάβειά τους για μια ακόμα φορά μας καθήλωσε. Συγκινητική η φιλοξενία τους για μια ακόμα φορά νιώσαμε πως χρωστάμε. Πώς να ξεπληρώσεις τόση πληθωρική αγάπη. Το άκρατό της φοβίζει, μην είναι ψέμα, όμως τα μάτια ψέμα δεν λένε ποτέ, σ’ αυτά αφηνόμαστε ανέκαθεν άλλωστε.
Αναχωρούμε μέσω Prizren, που είναι η περίπου Αριδαία του Κοσόβου. Τόπος αναψυχής για τους ντόπιους, μα και για τους επισκέπτες. Στην καρδιά οροσειράς εισέρχεσαι και τα ποτάμια της διασχίζεις και την ομορφιά του τόπου απολαμβάνεις που όνομα δεν έχει. Είναι απλώς η ομορφιά. Εκκλησία της Παναγίας ψάχνουμε που τη βρίσκουμε εν τέλει. Πρώην τζαμί και τώρα προστατευμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άδεια θέλει ειδική και άδεια τρέχουμε να λάβουμε. Περίεργα μας κοιτούν οι περίοικοι. Όμως νιώθεις ότι θέλεις να εισέλθεις, σα να σε περιμένει η Παναγιά εκεί μες απ’ το χρόνο. Τα κλειδιά σκαλώνουν, τα κλειδιά σκουριασμένα και σκαλώνουν και λες δεν θ’ ανοίξει τώρα και κάποτε ανοίγει και μπαίνουμε. Η Παναγιά στο θόλο και γύρω της όλος ο τοίχος χτυπημένος και οι άγιοι χτυπημένοι κι αυτοί, για να πιάσει ο σοβάς, όταν έγινε τζαμί. Και τώρα τον καθάρισαν, τα πρόσωπα φαίνονται και είναι πληγωμένα παντού και τα σώματα το ίδιο και λυγίζεις κάπως σ’ αυτήν την εκκλησιά που ήρθε η ώρα και άνοιξε, μόνο η Παναγιά δεν είναι χτυπημένη, το πρόσωπο καθάριο και σε κοιτά και πολύ την έκλαψες εκεί μέσα που ήταν μονάχη και τη βρήκες.
Αφήνουμε πίσω τις φρουρές και τα συρματοπλέγματα και τα πεσμένα κτίρια του αύλειου χώρου, την αποχωριζόμαστε ίσως και για πάντα, αυτό το θανατηφόρο «Ποτέ πια» την Λένας Παππά θυμάσαι τώρα και σε αυτό σφαδάζει η ψυχή, γιατί δεν το αντέχει, γιατί από τα τρομερά όλα, το τρομερότερο είναι, αυτό που την εκμηδενίζει, που τη βουλιάζει αύτανδρη και που την αφανίζει.
Στην καρδιά της πόλης που τη διασχίζει ποταμός και κείνη αμφιθεατρικά τον κοιτά και λικνίζεται στα θολωμένα νερά του. Τζαμί στη μια μεριά, ο Άη Γιώργης στην άλλη. Αντάμα μας κοιτούν μες απ’ τους αιώνες. Συντροφιασμένοι αυτοί και μόνοι οι άνθρωποι χώρια. Προσκυνάμε τον καμένο ναό, που είχε στην αγκαλιά του προστατέψει όλα τα κειμήλια και ήρθε φωτιά άγνωστης είπανε αιτίας και τώρα τίποτα δεν υπάρχει πια, παρά το μάρμαρο το ολοκαίνουριο, κρύο και παγωμένο, όπως το παρόν, που καλείσαι να του δώσεις τη λάμψη του παρελθόντος με κάτι να το γεμίσεις, να το αφήσεις τη σειρά του στο μέλλον να πάρει.
Αυτό ήταν. Καιρός της επιστροφής. Με βροχή ήρθαμε με βροχή και φεύγουμε. Βουνά διασχίζουμε και κατεβασιές ποταμών και τα σύνορα αναζητάμε ως τη FYROM και έρχεται το βράδυ. Και κάπου εκεί να’ σου παλι ο Βαρδάρης, να και οι ράγες στο πλάι, το δρόμο να δείχνουν της επιστροφής. Μα τώρα είναι βυθισμένος μες στο σκοτάδι και σχεδόν τον μαντεύεις και εκεί στα σύνορα ένα αηδόνι από μακριά ακούγεται και αποχαιρετά.
11.30 πια στα ελληνικά σύνορα. Μετά τις 1 το πρωί στα Καϊλάρια. Με περιμένει γράμμα από το Άγιο Όρος και όχι από το Montenegro. Αυτή τη φορά ταξίδεψε μονάχο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου