Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010


"Στο νερό της βροχής σκύβω και καθρεφτίζομαι
στο νερό της βροχής καθρεφτίζεται η ψυχή μου

και η ψυχή

ένα πουλί που φτεροκοπά ακίνητο στο ίδιο το σημείο

ένα δέντρο γυμνό που μόλις απώλεσε το φύλλωμα

ή απλώς ένα φύλλο σκουριάς που χάθηκε μες στο φθινόπωρο
"


Οι αναρτήσεις που προηγήθηκαν προετοίμαζαν την τελευταία, καθώς οι blog-τόποι δεν είναι παρά ου-τόποι και ως τέτοιοι δεν είναι τόποι. Κι έπειτα έρχεται ώρα που βιώνει κανείς αυτό που γράφει ο ποιητής Αντώνης Γκάντζης στο ποίημά του "Η Σκάλα για τον Ουρανό" και έτσι επιστρέφει στην έσω χώρα, καθώς κουράζεται και με τούτη και με την όποια σπατάλη. Και με τούτα και με τα όποια τεχνητά δεσμά. Με αυτό, λοιπόν, το δικό του ποίημα θα ήθελα να κλείσω τούτη την ηλεκτρονική πορεία:

"[...] Δεν βγαίνω πια από το σπίτι και ζω με τα ολίγα που ευγενώς μου αφήνουν στα σκαλιά οι συγγενείς των Αναχωρητών....

Να πας πού και τι να πράξεις, όταν στον κήπο σου κατέχεις τη Σκάλα για τον Ουρανό;
"


Σκορπίζεται λοιπόν στον άνεμο και στη
βροχή του φθινοπώρου ό,τι υπήρξε
αμμοχωστό ως τώρα.

Ευχαριστώ για την
αόρατη συντροφιά τους αναγνώστες και
τους τυχόν περαστικούς

Όλγα Ντέλλα


Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010


Η θεατρική ομάδα «Μύγα Μες Στο Γάλα» παρουσιάζει από την Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010 και κάθε Κυριακή στο θέατρο Παραμυθίας (Παραμυθίας 27 & Μυκάλης, Κεραμεικός) την παράσταση «Έγκλημα στο Νίχαρ» που βασίζεται στο έργο του F. G. Lorca «Ματωμένος Γάμος». Ώρα έναρξης παράστασης 20:00. Τηλ. κρατήσεων: 6984652855

Το 1932 ο F.G. Lorca παραδίδει στο κοινό ένα από τα πιο γνωστά έργα του, το «Ματωμένο Γάμο», εμπνευσμένος από ένα έγκλημα που διαπράχθηκε το 1928 στην επαρχία Νίχαρ της Αλμερίας και η είδησή του είχε συγκλονίσει την τότε ισπανική κοινωνία. Μία ιστορία αγάπης ή η ανάγκη για ελευθερία πληρώνοντας οποιοδήποτε τίμημα; Το κλασικό κείμενο συναντά το πραγματικό γεγονός, μέσα από μία παράσταση όπου οι λορκικοί ήρωες αποδομούνται και οι πραγματικοί πρωταγωνιστές έρχονται αντιμέτωποι με την αρχέγονη φύση τους.



Σκηνοθεσία-κίνηση: Ντέλλας Κωνσταντίνος
Παίζουν: Πρωτοπαπά Ηρώ
Ντέλλας Κωνσταντίνος
Βασιλαντωνάκη Σοφία
Μετάφραση-Διασκευή κειμένου: Ντέλλας Κωνσταντίνος
Πρωτότυπη μουσική-ηχοληψία: Γεωργοκώστας Παναγιώτης
Σκηνικά-κοστούμια: η ομάδα
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλεξιάδου Σοφία
Video: Καρακώστας Αυρήλιος



Ξεκάρφωτη παραπομπή του blogger:

"Η αυλαία είναι η είσοδος στον παράδεισο. Έρχεται ο μαέστρος με την μπαγκέτα στο χέρι κι ανοίγει η αυλαία. Τότε αρχίζει η παράσταση. Να η σκηνή, κι απάνω ένα δάσος ή μια πλατεία ή ένας πύργος. Βγαίνει η θεία Τοτίνα. Είναι εκείνη και δεν είναι εκείνη. Σήμερα είναι η Λεονώρα, αύριο η Τραβιάτα, μεθαύριο η Κάρμεν ή η Μιμή... Όλες οι γυναίκες σε μια μονάχα, που ανασαίνουνε, αγαπιούνται και κλαίνε...Όλες οι ζωές και όλοι οι θάνατοι, οι πιο όμορφες, οι πιο μεγάλες κι οι πιο θλιβερές ζωές....Να το θέατρο...."

Πιραντέλλο, Απόψε αυτοσχεδιάζουμε


Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010


ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΣΙΩΠΗΛΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ


Συγχωρέστε μου τη λύπη στις κινήσεις

στους τρόπους και στα ρούχα



Συγχωρέστε μου την αδεξιότητα



Ένα δέντρο φερμένο απ' τα ποτάμια ως εδώ

ένα δέντρο χτυπημένο από τους κεραυνούς

ό,τι κι αν κάνει

όσα φύλλα κι αν φορέσει

τη λύπη του δεν κρύβει



Δεν κρύβεται η νοσταλγία των χαμένων δασών

των παραμυθιών που δεν μιλήθηκαν

ή κι αν μιλήθηκαν δεν ήταν άλλοι για ν' ακούσουν



Συγχωρέστε μου τη σιωπή των χρόνων

που κατεβάζει απόψε το νερό σε δάκρυα


ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΚΑΝΤΖΗΣ




Κύριε, δώσε έλεος σε όσους με μισούν.

Ή φθονούν.

Ή χλευάζουν και με καταλαλούν.

Κανείς απ' αυτούς να μην πάθη

εξ αιτίας μου

την παραμικρή ζημιά.

Ούτε στην παρούσα ζωή,

αλλά ούτε και στην μέλλουσα.

Αγίασέ τους με το έλεός σου.

Πανάγαθε, σκέπασέ τους με την

καλοσύνη σου.


ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Ara Güler

Δερβίσικος χορός. Δερβίσικος φακός....

http://stavrodromi.wordpress.com

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Ιωάννου του Ρώσου και Αλυπίου του ηγαπημένου μνήμη ποιούμεν




Βραδιά Ποίησης στο Βιβλιοπωλείο Λεμόνι


ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ , ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ

Τρεις γυναικείες φωνές διαβάζουν ποιήματα τους




στην μικρή αυλή του βιβλιοπωλείου

Την Πέμπτη 27 Μαΐου και ώρα 8.30 μ.μ.

(Θα συμμετέχει με την άρπα της η μικρή Τερέζα Δαφαλιά)

Βιβλιοπωλείο λεμόνι – Ηρακλειδών 22 – Θησείο τηλ 210 3451390 – 910

www.lemoni.gr

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Την προσφυγιά την κουβαλάς πάνω σου δυο γενιές τρεις γενιές και παραπέρα

«Μια γυναίκα από τη Ριζούντα του Πόντου, που τον άντρα της τον σκότωσαν οι Τούρκοι, εγκαταστάθηκε στον προσφυγικό καταυλισμό της Δράμας. Είχε τρία παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Το κορίτσι ήταν μαζί της στη Δράμα, τα αγόρια όμως δεν ήξερε τι είχαν απογίνει. Πέρασαν χρόνια αρκετά […].

Στη Δράμα, όπου είχε εγκατασταθεί, δεν είχε τα απαραίτητα για να ζήσει και γι’ αυτό αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο της, μήπως κατορθώσει και πάρει μαζί της ένα δοχείο χρυσές λίρες κι άλλα κοσμήματα, που είχε κρύψει ο άνδρας της στο φούρνο του σπιτιού τους. Πράγματι, μια μέρα έφτασε στη Ριζούντα. Στάθηκε στη γνώριμη βρύση. Απέναντι ήταν το σπίτι της. Ρώτησε μια Τουρκάλα, ποιος ήταν ο καινούριος σπιτονοικοκύρης. Ήταν ένας συνταγματάρχης του τουρκικού στρατού. Η γυναίκα είδε ότι ο φούρνος δεν είχε γκρεμιστεί, όμως δίσταζε να πλησιάσει το παλιό της σπίτι, επειδή ο ένοικος ήταν τόσο ισχυρός. Όταν η Τουρκάλα έμαθε ότι το σπίτι ήταν δικό της, δεν την άφησε να φύγει, αλλά την προέτρεψε έντονα να πάει εκεί. Πράγματι, η γυναίκα χτύπησε την πόρτα και της άνοιξε η σύζυγος του συνταγματάρχη. Της είπε τότε, ότι το σπίτι ήταν το πατρικό της. Η γυναίκα την παρακάλεσε να παραμείνει μέχρι να επιστρέψει ο άντρας της. Έτσι έγινε, και το μεσημέρι, όταν φάνηκε ο συνταγματάρχης, του διηγήθηκε η Ελληνίδα την ιστορία της.
Ο Τούρκος συνταγματάρχης την προσκάλεσε να παραμείνει μαζί τους όσο καιρό θα επιθυμούσε, εφόσον το σπίτι ήταν δικό της. Η φτωχή γυναίκα κάθισε στο σπιτικό της μία εβδομάδα. Σ’ αυτό το διάστημα διαπίστωσε ότι ο συνταγματάρχης ήταν καλός άνθρωπος. Έτσι σκέφτηκε να του ζητήσει να ερευνήσει για τα δύο αγνοούμενα παιδιά της. Ο συνταγματάρχης χάρη στη θέση του κατόρθωσε να ανακαλύψει ότι το ένα της παιδί είχε σκοτωθεί, ενώ το άλλο συνέχιζε να αγνοείται. Τότε η γυναίκα, αναλογιζόμενη τη φτώχεια της, αποφάσισε να του πει για τις κρυμμένες χρυσές λίρες, αφού έτσι κι αλλιώς ήταν χαμένες. Του εξήγησε μάλιστα, ότι είχε μια κόρη να παντρέψει και του υποσχέθηκε ότι τα μισά θα ήταν δικά του. Ψάξανε λοιπόν και οι δύο στο φούρνο και βρήκανε όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που ήταν κρυμμένα. Έγινε η μοιρασιά και το μόνο πρόβλημα ήταν ο τρόπος με τον οποίο η γυναίκα θα έβγαινε από τα σύνορα. Ο συνταγματάρχης την καθησύχασε, υποσχόμενος ότι θα τη συνόδευε εκείνος.
Την ημέρα που θα έφευγε, είδε ένα φορτηγό γεμάτο με δέκα μπαούλα. Η γυναίκα απόρησε, ο Τούρκος όμως της απάντησε: «Αυτά είναι δώρο για την κόρη σου. Αυτό το σπίτι ήταν δικό σου και εγώ τώρα με αυτά ξεχρέωσα».
Έφτασε η γυναίκα στη Δράμα, αφηγήθηκε τι της συνέβη μα η γειτονιά δεν πίστευε αυτά που άκουγε. Γέμισε το σπίτι με κόσμο, που μαζεύτηκε να δει την προίκα της κόρης. Άνοιγαν τα μπαούλα και ξάφνου σ’ ένα απ’ αυτά βρήκαν τη φωτογραφία του συνταγματάρχη με τη γυναίκα του. Τη ρώτησαν αν αυτός ήταν ο Τούρκος που είχε γνωρίσει. Πράγματι, ήταν ο ίδιος. Γύρισαν τη φωτογραφία και έγραφε: «Αγαπητή μου μητέρα, εγώ είμαι ο γιος σου, ο οποίος σώθηκα, αλλά δεν μπορούσα να σου το πω. Ό,τι θέλεις, εσύ και η αδερφή μου, είμαι στη διάθεσή σου, είμαι κοντά σας….»

Προφορική μαρτυρία Θεόδωρου Κωνσταντινίδη, Ιασωνίδου 23, Σούρμενα Αττικής, ετών 72. Ερευνήτρια: Όλγα Ντέλλα, φοιτήτρια Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. καταγραφή: 14 Φεβρουαρίου 1992 (Φωτιάδης Κωνσταντίνος, Πηγές της Ιστορίας του κρυπτοχριστιανικού προβλήματος, Κυριακίδης 1997, 52-53)
Το περιστατικό τούτο το βεβαίωσαν -κατά έναν περίεργο τρόπο που το λένε συγκυρία- άνθρωποι που το άκουσαν ή το διάβασαν και αναγνώρισαν τον εαυτό τους στα παιδιά που μαζεύτηκαν στο σπίτι της γυναίκας, για να δουν την προίκα της κόρης. Φέρνει στη μυθιστορία, θα μπορούσε να γίνει και ταινία -το θέλησε άλλωστε και ο Γαβράς-, μα δεν είναι ούτε μυθιστόρημα ούτε και ταινία. Η ζωή όμως φυλάει μέσα της τα καλύτερα σενάρια και τους πλέον ευφάνταστους μύθους.

Ο Θεόδωρος Κωνσταντινίδης ήταν ράφτης και έραβε στολές ποντιακές και στο ραφείο του, που’ ταν και σπίτι του μαζί, μας δέχτηκε και τα σύνεργα άφησε, ψαλίδια και κλωστές, για να σταθεί μπρος στο μαγνητόφωνο με ό,τι είχε απομείνει στη μνήμη του. Ο κύριος Θεόδωρος εδώ και κάποια χρόνια είναι μόνιμος κάτοικος της χώρας της αλυπίας.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010


Μουδιασμένη Πέμπτη. Μουδιασμένες μέρες θα ακολουθήσουν, για να ξεχαστούν εύκολα οι μνήμες και να ξενερώσουν οι φωνές, όπως σε κάθε παρόμοια περίπτωση άλλωστε.



Bloggers και μη bloggers, facebookers και μη, όλοι εν τρανώ χορώ, μιλώντας ή σιωπώντας, σερνόμαστε την κάθε μέρα, θεατές ακίνητοι και βαλτωμένοι σε θέατρο υπαίθριο και άλλοτε κομπάρσοι μιας φαρσοκωμωδίας που παρακαλάς να πέσει η αυλαία να τελειώνουμε




Μόνο κραυγές αφήνουμε στα blog πια, όλη η επικράτεια χώρα μια blogκραυγή που η οργή της δεν φτάνει στον παραλήπτη.

Πού θα πάει αυτό;

http://vlemma.wordpress.com/2010/05/05/apergia-nekroi/

http://old-boy.blogspot.com/2010/05/n.html

http://pezotis.blogspot.com/?spref=fb

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010



Μνήμη Πηνελόπης Δέλτα προχθές. Μνήμη Μαρίας Πολυδούρη σήμερα

«Σαν σήμερα πέθανε η Πηνελόπη Δέλτα…Σαν σήμερα λυτρώθηκε μια ψυχή» έγραφε το απρόσμενο μήνυμα φίλης αγαπημένης. Σαν προχθές δηλαδή. Έναν ολόκληρο χειμώνα πέρασες διαβάζοντας το "Αναμνήσεις 1920" και έναν επόμενο το "Αναμνήσεις 1940" που δεν το τέλειωσες ακόμη. Το άφησες για τον επόμενο. Γιατί οι Αναμνήσεις τούτες χειμώνα θέλουν και εστία, μες στη φλόγα το βλέμμα να ρίχνεις, να καίγεται μαζί με κείνα που διαβάζεις κι αργά-αργά να προχωράς, αργά και να κοντοστέκεσαι, να χαράσσεις τις λέξεις, φράσεις ολόκληρες να τις κυκλώνεις κι όταν στο όριο φτάνεις των λόγων, εκεί που παραπάνω δεν το αντέχεις, να σταματάς, το βλέμμα μετέωρο μες στις φλόγες να χάνεται, μέχρι να ξαναπιάσεις τούτη την ψυχή, να την ανοίξεις, πάνω της να σκύψεις, να τη συμπονέσεις από την αρχή ξανά.
Ανοίγεις τις "Αναμνήσεις 1940" (από το αρχείο Π.Σ.Δέλτα και με επιμέλεια του Α.Π.Ζάννα εκδ. Ερμής), το σημείο στο οποίο σταμάτησες την ανάγνωση, ένα σημείο-όριο. Το αντιγράφεις έτσι για τη μνήμη της ημέρας:

«Και κλονίζομαι στη θέλησή μου να σκοτωθώ. Όσο μ’ αγαπά έτσι, αφού μ’ αγαπά έτσι, πώς να μην ελπίζω πως μια μέρα, κάποτε, θα ξαναπαντηθούμε, θα ενωθούμε…
«Όνειρα. Δεν πιστεύω να σε δω πια. Αλλά το ελπίζω, με κάτι σα βεβαιότητα, γιατί τέτοια αγάπη πρέπει στο τέλος να νικήσει, και γι’ αυτό δε σκοτώνομαι απόψε….»


Μνήμη Μαρίας Πολυδούρη σήμερα. Από τα δικά της ημερολόγια (Άπαντα, εκδ.Αστάρτη)έρχεται αυτό της 19 Μαΐου:

"[…] Εζήτησα ν’ αγαπήσω κι’ αγάπησα τι άλλο θέλω πλέον; Όλα όσα κάνω είναι αγιασμένα από την αγάπη μου, δεν είμαι καθόλου το αδύνατο πλάσμα που ζητάει στήριγμα στην αγάπη σου, είμαι η ψυχή που υπομένει ανίκητη ένα μαρτύριο"

Και από την άλλη το απόλυτο βύθισμα στην αμφιβολία:

"Βλέπω μπροστά μου δροσερά λουλούδια ν’ ανθούν για μένα κι’ όμως δεν τα θέλω και δεν τα χαίρουμαι. Έλα εσύ και στρώσε με αγκάθια το δρόμο να πατήσω να χυθή στάλα τη στάλα όλο μου το αίμα και να σβήσω μπροστά σου, μισημένη από σε τον ίδιον κι’ ίσως περιφρονημένη.
Μα δε γυρνάς καθόλου…ποιος να ξέρη σε τι ευτυχίας με σκέφτεσαι λιμάνι και δεν τολμάς…ποιος ξέρει πάλι αν έχη ξανανθίσει εσέ η καρδιά σου κι’ ολότελα με ξέχασες…»

15 Ιουνίου 1925

Οι δυο γυναίκες ζούσαν την ίδια εποχή. Η Μαρία έφυγε δέκα χρόνια νωρίτερα της Πηνελόπης και πολύ νεότερή της. Όμως για κάποια χρόνια ζούσαν παράλληλα. Ίσως άγνωστες μεταξύ τους. Ωστόσο, οι ψυχές τους επιβίωσαν του χοϊκού τους πόνου. Και αυτό τις ενώνει και τις φέρνει κοντά. Τις σέβομαι απόλυτα.

http://www.youtube.com/watch?v=7ylNU4Bc_-0&feature=related

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ

Τρεις μέρες στο Κόσοβο. Αυτό ήταν. Ένας χάρτης και μια σκιά

Πόλη Istok. Για τα θυρανοίξια


Αθανάσιος Γιέφτιτς

Η οπισθοφυλακή

Pec. Στην Πατριαρχική Μονή






Εν παρόδω

Prizren. Η κλεισμένη Παναγιά







Με ψιλόβροχο ήρθαμε. Με ψιλόβροχο και φεύγουμε

Περί την του ηλίου δύσιν


ΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ: Κόσοβο το ξημέρωμα, Πτολεμαϊδα τα μεσάνυχτα

Θυρανοίξια εκκλησίας που καταστράφηκε στον πόλεμο. Εκεί ο εντελώς άπταιστα ελληνικός Μητροπολίτης Αθανάσιος Γιέφτιτς που μας προϋπάντησε με αυγά της Πασχαλιάς και σταματούσε τη Θεία Λειτουργία, για να κατέβει με τα μικρά παιδιά να τσουγκρίσει και να επιστρέψει πάλι στον τόπο των Αγγέλων. Παιδί μες στα παιδιά, μα γύρω μας ισχυρά μέτρα ασφαλείας, γύρω γύρω απ’ το ναό και μ’ όλο της μέρας το χαρμόσυνο η καρδιά σφιγμένη για αυτό που έρχεται ως αποκατάσταση του πολέμου. Πόλη Istok. Συγκινητική η ευλάβειά τους για μια ακόμα φορά μας καθήλωσε. Συγκινητική η φιλοξενία τους για μια ακόμα φορά νιώσαμε πως χρωστάμε. Πώς να ξεπληρώσεις τόση πληθωρική αγάπη. Το άκρατό της φοβίζει, μην είναι ψέμα, όμως τα μάτια ψέμα δεν λένε ποτέ, σ’ αυτά αφηνόμαστε ανέκαθεν άλλωστε.
Αναχωρούμε μέσω Prizren, που είναι η περίπου Αριδαία του Κοσόβου. Τόπος αναψυχής για τους ντόπιους, μα και για τους επισκέπτες. Στην καρδιά οροσειράς εισέρχεσαι και τα ποτάμια της διασχίζεις και την ομορφιά του τόπου απολαμβάνεις που όνομα δεν έχει. Είναι απλώς η ομορφιά. Εκκλησία της Παναγίας ψάχνουμε που τη βρίσκουμε εν τέλει. Πρώην τζαμί και τώρα προστατευμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άδεια θέλει ειδική και άδεια τρέχουμε να λάβουμε. Περίεργα μας κοιτούν οι περίοικοι. Όμως νιώθεις ότι θέλεις να εισέλθεις, σα να σε περιμένει η Παναγιά εκεί μες απ’ το χρόνο. Τα κλειδιά σκαλώνουν, τα κλειδιά σκουριασμένα και σκαλώνουν και λες δεν θ’ ανοίξει τώρα και κάποτε ανοίγει και μπαίνουμε. Η Παναγιά στο θόλο και γύρω της όλος ο τοίχος χτυπημένος και οι άγιοι χτυπημένοι κι αυτοί, για να πιάσει ο σοβάς, όταν έγινε τζαμί. Και τώρα τον καθάρισαν, τα πρόσωπα φαίνονται και είναι πληγωμένα παντού και τα σώματα το ίδιο και λυγίζεις κάπως σ’ αυτήν την εκκλησιά που ήρθε η ώρα και άνοιξε, μόνο η Παναγιά δεν είναι χτυπημένη, το πρόσωπο καθάριο και σε κοιτά και πολύ την έκλαψες εκεί μέσα που ήταν μονάχη και τη βρήκες.
Αφήνουμε πίσω τις φρουρές και τα συρματοπλέγματα και τα πεσμένα κτίρια του αύλειου χώρου, την αποχωριζόμαστε ίσως και για πάντα, αυτό το θανατηφόρο «Ποτέ πια» την Λένας Παππά θυμάσαι τώρα και σε αυτό σφαδάζει η ψυχή, γιατί δεν το αντέχει, γιατί από τα τρομερά όλα, το τρομερότερο είναι, αυτό που την εκμηδενίζει, που τη βουλιάζει αύτανδρη και που την αφανίζει.
Στην καρδιά της πόλης που τη διασχίζει ποταμός και κείνη αμφιθεατρικά τον κοιτά και λικνίζεται στα θολωμένα νερά του. Τζαμί στη μια μεριά, ο Άη Γιώργης στην άλλη. Αντάμα μας κοιτούν μες απ’ τους αιώνες. Συντροφιασμένοι αυτοί και μόνοι οι άνθρωποι χώρια. Προσκυνάμε τον καμένο ναό, που είχε στην αγκαλιά του προστατέψει όλα τα κειμήλια και ήρθε φωτιά άγνωστης είπανε αιτίας και τώρα τίποτα δεν υπάρχει πια, παρά το μάρμαρο το ολοκαίνουριο, κρύο και παγωμένο, όπως το παρόν, που καλείσαι να του δώσεις τη λάμψη του παρελθόντος με κάτι να το γεμίσεις, να το αφήσεις τη σειρά του στο μέλλον να πάρει.
Αυτό ήταν. Καιρός της επιστροφής. Με βροχή ήρθαμε με βροχή και φεύγουμε. Βουνά διασχίζουμε και κατεβασιές ποταμών και τα σύνορα αναζητάμε ως τη FYROM και έρχεται το βράδυ. Και κάπου εκεί να’ σου παλι ο Βαρδάρης, να και οι ράγες στο πλάι, το δρόμο να δείχνουν της επιστροφής. Μα τώρα είναι βυθισμένος μες στο σκοτάδι και σχεδόν τον μαντεύεις και εκεί στα σύνορα ένα αηδόνι από μακριά ακούγεται και αποχαιρετά.
11.30 πια στα ελληνικά σύνορα. Μετά τις 1 το πρωί στα Καϊλάρια. Με περιμένει γράμμα από το Άγιο Όρος και όχι από το Montenegro. Αυτή τη φορά ταξίδεψε μονάχο.