Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

ΟΤΑΝ ΧΑΡΑΖΕΙ




Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Αγγελάκας


Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός

βγαίνει απ' τα πιο σφιγμένα χείλη.

Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά

ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει.


Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος

η χαραυγή θα σε ξεκάνει.

Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά,

κι έχει τον ήλιο τον αλάνη.


Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός

στις εκβολές του θα προσφέρει

όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν

κι όσα γι' αυτά κανείς δεν ξέρει.


Πίσω απ' τους λόφους, πίσω απ' τα βλέφαρα

υπάρχει τόπος και για σένα.

Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα,

χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα.






Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

ΤΟ ΕΞΑΙΣΙΟ ΧΑΟΣ


Ανάγνωση δεύτερη. Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου. Μετά από χρόνους δεκατρείς. Ήταν 22 Δεκεμβρίου του ’06. Είναι 20 Ιανουαρίου του ’09. Μονοκοπανιά το διάβασες τότε. Έτσι και τώρα. Ας είν’ καλά οι ιώσεις που φέρνουν τις επιστροφές. Για το μονοκοπανιά ευθύνεται και στις δύο χρονικές στιγμές ο ίδιος ο Δήμου. Επιστροφή στον τόπο των βιβλίων. Στον τόπο των κειμένων προσώπων, στο πρόσωπο που κι εσύ έκρυβες ως εαυτό, στο πρόσωπο που προσπαθείς να επαναφέρεις στη μνήμη σου, να το ανιχνεύσεις -κάποτε επώδυνα κι άλλοτε με επιείκεια- και σ’ αυτό που έχει συντεθεί τώρα. Υπογραμμισμένες φράσεις κι άλλοτε μικρά σχόλια στα περιθώρια. Περισσεύουν τώρα. Προσθέτεις κι άλλα. Βλέπεις με απορία τι σε είχε τότε λαβώσει ως λόγος. Εκ νέου αγγίζεις με μολύβι το κείμενο. Σχεδόν το μουντζουρώνεις. Το λαβώνεις ξανά. Τι ανάγκη κι αυτή να επέμβεις πάνω του. Να το καταπιείς αν μπορούσες. Ή με μια ανάσα μέσα σου να το πάρεις. Τι ανάσες συνεχίζουν να μας δίνουν τα ποιήματα της γραφής και με τι τεχνητές αναπνοές επιβιώνουμε στην κάθε μέρα.
Προέκυψε η ανάγκη της αντιγραφής. Αντιγράφεις εκ νέου και είναι σα να ζει το κείμενο διαφορετικά. Σα να παίρνει υπόσταση και να ορμά στο δίκτυο και να σερφάρει με αλαζονεία ίσως, με βεβαιότητα για την υπεροχή του. Ή απλώς με τη μεγαλοσύνη του ηττημένου αθόρυβα να περιφέρει το σαρκίο του. Όποια εικόνα κι αν διαλέξεις για την Ιουλιέττα που έχει εναπομείνει είναι θεμιτή. Όλες και καμιά από αυτές τελικά. Όλες και ο καθένας τη δική του. Και η ίδια κατορθώνει να γλιτώσει και να ανυψωθεί ξανά πέρα από τα όρια που και συ της υποβάλλεις. Ξεπερνά τη δική σου ανάγκη να την αιχμαλωτίσεις στο οικείο σχήμα του δικού σου εαυτού. Ανήκει στα ξένα. Ανήκει -από τις φασκιές- στην πολιτεία των ξένων του Χατζή. Σκηνοθετεί εκ νέου -και αέναα- τον εαυτό της. Υιοθετεί κάθε φορά άλλο πρόσωπο και άλλο σχήμα. Είναι μόνο μια Ιουλιέττα που επιζεί του πόνου. Αυτός την έχει ήδη διασχίσει, κι αυτή άλλωστε δεν τον αρνήθηκε ποτέ -έστω κι αν της προέκυψε- το πρόσωπό του της είναι γνωστό. Και τώρα η ίδια πια δεν είναι παρά ένα ακόμα προσωπείο του Πόνου. Ένα προσωπείο για το ισόβιο πένθος.

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Δεν θα σηκωθώ, συγχωρήστε με.
[…] Με θεωρείτε αγενή; Στρυφνή; Ιδιόρρυθμη; Ω, δε με νοιάζει, σας βεβαιώ, καθόλου δεν με νοιάζει. Δεν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυμώ να το διατηρήσω μακριά απ’ τη σκιά μιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες μαθημένες να ζουν μέσα στον κόσμο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς, με φίλους, θαυμαστές και εραστές ακόμα –γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους, κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για μια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ’ αυτά, ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου;
v
Θέλω να προλάβω πριν τη νύχτα, την ώρα εκείνη που μαραίνεται το φως μπρος στη βεράντα μου, την ωραιότερη ώρα της ημέρας.
v
Ξαπλώνω το κεφάλι μου στη ράχη της μπερζέρας κι ονειρεύομαι. Ένα δεντράκι φυτρώνει μέσα απ’ τα μωσαϊκά. Το αγκαλιάζω, το φιλώ βαθιά στο στόμα, τα χείλη μου τα καίνε οι χυμοί του, πιάνω βελόνα και κλωστή να του ράψω ένα φράχτη κι ύστερα χίλια δυο πουλιά μες στα κλαδιά του. Ξυπνάω κάθε πρωί απ’ τον ίσκιο του, τρέμοντας ελαφρά, σαν από τον παλιό μου εκείνο έρωτα. Ελάτε κοντά μου, εδώ, πάνω απ’ τον ώμο μου. Κοιτάξτε με προσοχή. Τα βλέπετε τα περιβόλια; Άδεια, το χώμα τους στεγνό, κίτρινο σαν το σάλιο των εντόμων. Βλέπετε στην άκρη τους τη βροχή που παραμονεύει; Ακίνητη γριά, κοκαλωμένη. Σφύριγμα κεραυνού έχει ν’ ακούσει χρόνια.
v
Μη στέκεστε έτσι. Φύγετε από’ κει. Κανείς δεν ξέρει πότε θα χτυπήσει ο Θεός.
v
Ήτανε κάποτε εκεί μια καρυδιά. Όμορφο δέντρο, ζωηρό –παρηγοριά μου. Κάθε που εκείνος έφευγε, έτρεχα να κρυφτώ μες στα κλαδιά της. Έστρωνε τη σκιά της να καθίσω. Τα φύλλα της μου κάνανε χαρές. Άλλον ήλιο απ’ τα μάτια μου δεν άφηναν να με πιάσει. Ερχότουσαν πουλιά περαστικά, με κοίταζαν στα μάτια μ’ εμπιστοσύνη, σαν να με πιστεύανε. Νόμιζα θα κρατήσει χρόνια εκείνο το κελάηδισμα. Έσκαβα με τα δάχτυλα το χώμα, έβρισκα βαθιά τις φρέσκες ρίζες του δέντρου και του μιλούσα. Όσα κρατούσα κλειδωμένα στο στόμα μου κάθε που μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά του, τα ψιθύριζα εκεί και όταν συναντιόμαστε ξανά ήξερα πως όλα τα είχε ακούσει. Δεν ξαφνιαζόμουνα καθόλου που μου’ φερνε μια απάντηση σε μια ερώτηση που ποτέ δεν του πήγα. Αυτό είναι έρωτας: να προλαβαίνεις τα λόγια. Λέξη καμιά να μην αφήνεις να λερώσει τα χείλη σου κι όλα ν’ ακούγονται γλυκά σαν μιλημένα. Μόνο μ’ εκείνον ξέχναγα όλες μου τις λέξεις: τα πορφυρά επίθετα, τα σαρκοβόρα ρήματα, τους συναινετικούς συνδέσμους, τα βλοσυρά επιρρήματα –μακριά απ’ την κυριαρχία της γλώσσας πόσο γλυκά ανάδευε το σώμα μου! Πόσο καθαρά άκουγα το κελάρυσμα του αίματός μου, η ανάσα μου πώς λίκνιζε τον κόσμο!
v
Μόνο μια μνήμη αίματος μπορώ ν’ ανακαλέσω, υπάρχει όμως κανείς που να θέλει να θυμάται κάτι τέτοιο; […] Όχι, όχι, δεν ήθελε κακό, μονάχα ν’ αποδείξει πόσο βαθιά και τελεσίδικη μπορεί να είναι μια βιαστική, τυχαία χειραψία, ένα άγγιγμα φευγαλέο στο μέσα μέρος της παλάμης, κι ύστερα το φιλί εκεί, στην κόψη του μηρού, στο στήθος ή στον ώμο…
v
Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου, εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες αγκαλιάς; Εμπρός λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυμηθείτε –αν βέβαια έχετε μια τέτοια άξια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα; […] Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δεν θα βρείτε μιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος. Μόνο μια εκκωφαντική σιωπή ταιριάζει στην απόλυτη φύση ενός τέτοιου δώρου. μια σιωπή σπαρμένη με τ’ ανείπωτα του σύμπαντος που ανθίζουν μόνο μια στιγμή: όσο κρατάει ένα σμίξιμο ιδρωμένο.
v
Θυμάμαι τώρα…Πριν να τον δω, τον γνώριζα καλά, ως την παραμικρή του λεπτομέρεια […].Τον θαύμαζα μυστικά, τον αγαπούσα σιωπηλά, πάντοτε υπολόγιζα σ’ αυτόν, σ’ ένα του βλέμμα ενθαρρυντικό στρεφόμουν για να συνεχίσω να ζω προστατευμένη, με σκεπασμένη τη φωνή μου, μ’ ολόκληρο το σώμα μου.
v
Μέρες μετά ζούσα μες στο χορό του. Τον σκεφτόμουν επίμονα, εντατικά, με κατοικούσανε ολόκληρη τα μάτια του. Του αφιερωνόμουν νοερά, καθώς εκείνοι οι πιστοί που λατρεύουν έναν άγιο, κι όπου κι αν βρίσκονται, όπου κι αν πηγαίνουν, περιφέρουν εντός τους την εικόνα του προσδοκώντας τη φανέρωσή του, διψώντας για το θαύμα. Μ’ έκαιγε η σκέψη του, ο ύπνος μου γέμιζε νερά, χανόμουν στο βυθό του. Με μάγευε αυτή μου η αφοσίωση. […] Τριγυρνούσα στο σπίτι αδιάφορη στα φλύαρα βλέμματα των υπηρετών […], τα μαλλιά μου μπλέκονταν στα έπιπλα όπως τα κέρατα του ελαφιού στα κλαδιά των θάμνων, μέτραγα την ανάσα μου κι απορούσα: τόσο λίγη που την έβρισκα πώς γινόταν και ζούσα ακόμη; Άνεμοι τρυφεροί με ταξιδεύανε, με κάθιζαν στα γόνατα και ύστερα απάνω μου περνώντας με κουρσεύανε. Τον έφερνα κοντά μου, πλάι μου, μέσα μου τον κρατούσα με μια τυφλή ορμή, μια δύναμη αντρική, αταίριαστη στο φύλο μου. Έφτανε μια ελάχιστη στιγμή να τον συλλογιστώ και σαν να κέρδιζα ύψος –όχι ανεβαίνοντας όμως, πετώντας ναι, μα κατευθείαν αγκαλιάζοντας το χώμα.
v
Ερχόταν καλοκαίρι. Κατέβαινα να γνέσω στο πηγάδι, μπλεκόταν το φεγγάρι στην ανέμη μου, αστέρια πέφταν στα νερά και η κλωστή μου γέμιζε μπουμπούκια. Μια πένθιμη χαρά με κατοικούσε. Και μ’ αναστάτωνε βαριά σαν να μηνούσε ένα χαμό λυτρωτικό, μια νύχτα φόνου.
v
Ο Φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο από φιδοφωλιές και βρόμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι’ αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν κιόλας λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει το βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα.
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλυτη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ’ αγαπώ –έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να’ μια η μόνη αθώα.
Να παραλύω μπροστά στην πιθανότητα της αποκάλυψης, κι αυτός ο φόβος, ο Φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν –να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους.
v
Στο διάβολο λοιπόν ο κόσμος, οι φωνές, οι έχθρες των γονιών κι οι συμβουλές της παραμάνας, στο διάβολο οι απειλές και οι κατάρες, τα λεπίδια στο βλέμμα του πατέρα, ο τρόμος που κροτάλιζε στα τακούνια της μάνας μου, οι γέροι στα καφενεία που ανοίγανε την τράπουλα γελώντας μοχθηρά όταν περνούσα, οι γυναίκες κλεισμένες στα σπίτια τους που ολημερίς υφαίνανε θανάτους, το αίμα που άκουγα κιόλας να βοά πλάι στ’ αυτιά μου –ολόκληρη μια επιθυμία ζούσα, κι ας ρημάξει η Βερόνα, ας αφανιστεί, πατρίδα άλλη απ’ το μπαλκόνι της κάμαράς μου δεν υπήρχε για μένα, ο μόνος τόπος που αναγνώριζα γενέθλιο ήταν εκείνο το καγκελόφραχτο μπαλκόνι.
v
Άλλη περιουσία απ’ αυτά τα χαρτιά δεν κατέχω. Μόνο τα λόγια που ποτέ του δεν ξεστόμισε. Αν μίλαγε ένα χάδι, αν ένα βλέμμα ήξερε να πει, εδώ θα βρίσκατε γραμμένη τη φωνή τους. Μα ευτυχώς ο στεναγμός καμία γραμματική δεν γνωρίζει κι αυτό τον κάνει να ηχεί τόσο πολύτιμος. Δεν τα ξαναδιάβασα από τότε –συχνά όμως τα παίρνω στα χέρια μου, τα ξεφυλλίζω με ηδονή, βάζω όλη μου τη δύναμη να ξεγλιστρήσω ανάμεσα απ’ τις φράσεις δίχως να κοπώ. άλλοτε πάλι αφήνομαι και με την άκρη του ματιού διαβάζω «πόσο σ’ αγαπώ», «χαρά μου», «μείνε» -η κάθε συλλαβή γεννάει καινούργια δάκρυα. Δεν βρίσκω πια κανένα νόημα σε μια τέτοια απασχόληση. Μόνο έναν πόνο ωφέλιμο, που μου θυμίζει ότι χρωστάω ακόμα στα μαχαίρια. Και μια ανάσα θανάτου που έρχεται.
v
Πάντοτε πρέπει να μένει κάποιος στο τέλος, και μετά το τέλος ακόμα να μένει όρθιος, εκεί, για να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να ματώνει και να ξεσκίζεται, να ταϊζει στο στόμα το πιο μαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να μη λυτρώνεται ποτέ, κάποιος πρέπει πάντα να μένει πίσω, ακρωτηριασμένος, ανάπηρος, κομματιασμένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και με την ιαχή της ήττας λιωμένη στα χείλη του να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωμένο στην άμμο σαν Σταυρός.
v
Δεν θέλω να μιλώ γι’ αυτά. Παρασύρθηκα. Νύχτωσε κιόλας. Βασιλικό φεγγάρι έχει απόψε. Αγαπάτε το φεγγάρι; Εγώ πολύ. Ω, αν ξέρατε να δείτε…. Κρατάω κρυμμένο ένα τοπίο μες στο νου μου –άκακη φύση που τα χρόνια δεν την κάψαν. Φρέσκα, ευωδιαστά νερά κι οι φλέβες κάθε πέτρας ανθισμένες. Υπάρχει πάντα ένα φεγγάρι βαρύ και περήφανο εκεί. Φαντάζομαι πολλές φορές πως πηγαίνω. Είναι μια Τρίτη, μέρα έρημη σαν όλες. Περνώ ανάμεσα απ’ τους κήπους, τ’ αυτοκρατορικά παγόνια ραμφίζουν τις μπιγκόνιες, στις φυλλωσιές μικρά πουλιά τινάζουν από τα φτερά τους τ’ απομεινάρια μιας πρόσφατης βροχής, πουλιά μικρά και μαλακά σαν διλήμματα προορισμένα εσαεί να μείνουν αναπάντητα. Όσο προχωρώ το τοπίο απομακρύνεται –μια απρόσιτη γεωγραφία ανυπότακτη στα βήματά μου. Ποτέ δεν φτάνω. Γυρίζω πάλι εδώ, στην ίδια ανάγλυφη έρημο.
v
Σήμερα όμως….αν ξέρατε πόσες φορές δεν πόθησα να ήμουν εκείνη η ανώνυμη γυναίκα. Με το ζυμάρι, το φιλί και τον ιδρώτα της. Με την ολέθρια κι ευλογημένη τύχη της.
Αναρωτιέμαι: είναι ένας τέτοιος πόθος ασεβής; Δεν είναι ύβρις ν’ απιστώ στο εξαίσιο χάος που αξιώθηκα να ζήσω;
v
Έτσι ήμουν πάντα: έφηβη στη χαρά, γριά στη λύπη. Ασήμαντες, τυχαίες ηλικίες. Τίποτα πια δεν με πληγώνει. Κι η ανάσα μου υπάρχει έτσι, γιατί το θέλησα να μοιάσω του οποιουδήποτε ανθρώπου.
Ούτε έχω τίποτα να μοιράσω με κείνο το καλοκαίρι που ήμασταν. Μπορώ λοιπόν να τον φέρνω στο μυαλό μου χωρίς το φόβο να πνιγώ ή να βουλιάξω στα φύκια. Ξαναγίνομαι τρυφερή, στα μάγουλά μου απλώνεται η συγχώρεση, ας μην έζησα, λέω, ας μην έζησα.
Μου αρκεί να βλέπω απ’ το παράθυρο πέρα μακριά τα βουνά ν’ αναπαύονται ήσυχα σαν την αγκαλιά των εραστών στο μοιρασμένο τους ύπνο, όταν τα σώματα στεγνώνουν και τα χείλη μουδιασμένα σαλεύουν ελάχιστα.
v
Βγαίνω για λίγο στο κατώφλι, συλλογίζομαι: γδαρμένα πάθη, γέλια αλλοτινά, γουλιές φαρμάκι που λερώσανε οριστικά το νυφικό μου ρούχο, προπάντων μια αγάπη που τελείωσε στα λόγια.
Ρωτάω πάντα σιωπηλά, χωρίς απάντηση καμιά να καταδέχομαι. Μάταιος κόπος να προσπαθείς να ξεκλειδώσεις την άβυσσο. Βουρκώνω άθελά μου. Κρίμα να πάει η νιότη μας χαμένη. Ό,τι φυτρώνει μέσα μας, φυτρώνει για να μαραθεί σαν τα κρινάκια του αγρού, σαν ανεμώνη –νόμος της φύσης, της ζωής, έτσι δεν λένε;
Πάντα στο τέλος μια φωτιά κυκλώνει το αίμα, μέχρι που πήζει η θάλασσα στα χέρια μας κι είναι η αλμύρα των φιλιών σκέτο φαρμάκι.
v
Τρέμω γι’ αυτά που θα’ ρθουν, τα λιγότερα.
v
Ναυαγισμένη είμαι. Και σαπίζω. Σ’ ένα βυθό που κόσμο σας τον λέτε.
v
Κάθε πρωί περνάω τα βλέφαρά μου με ροδόνερο –πρέπει να ξέρει κανείς να συντηρεί τα όνειρά του στη ζωή. Όπως και να ξεδοντιάζει τους εφιάλτες.
v
Το μέλλον μου, λέω, είναι μια κατασκότεινη σπηλιά. Βρίσκομαι ήδη εντός της. Μην τον νομίσετε αυτό υπερβολή. Κοιτάξτε εδώ τα χέρια μου: τρύπια απ’ τα βράχια κι απ’ τις ριπές των κυμάτων.
Αρκετά με τη θάλασσα, το ταξίδι μου πάει.
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες. Εγώ διπλώθηκα στα δυο.
Κι ακόμα δεν μπορώ να χωρέσω.
v
Σας στεναχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, μη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για μένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και μέσα σας που και η παραμικρή θλίψη για τη δική μου ερημιά είναι μια ανώφελη σπατάλη.
Φυλάξτε τα δάκρυά σας. Θα τ’ αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυμηθείτε με για λίγο. Και κλάψτε μόνος σας μετά. Όχι για τη δική μου ορφάνια, μα για το δικό σας ανεκτίμητο καημό.
v
Αν είχε αστέρια απόψε, θα πήγαινα μια βόλτα στη λίμνη με την άμαξα ή με τη μηχανή του γιου του επιστάτη […]. Θα ήθελα πολύ να βυθίσω τα πόδια μου στην άμμο και σ’ αυτή τη στάση να παραμείνω ώρα παρατηρώντας ήσυχα τους κωπηλάτες να λάμνουν ιδρωμένοι. έχετε δει ποτέ νυχτερινή κωπηλασία; Θα σας μάγευε η κίνηση των κουπιών, η αυστηρή τους συμμετρία καθώς λογχίζουν τα νερά ανοίγοντας ασημένιες λακκούβες στην ήρεμη επιφάνεια της λίμνης. Θα επέστρεφα προτού χαράξει, θα τίναζα την άμμο από τα πόδια μου. Το πάτωμα θα γέμιζε απ’ την ξανθή της σκόνη. Δεν θα βιαζόμουν καθόλου να καθαρίσω. θα την άφηνα εκεί, να τρίζει ελαφρά κάθε φορά που θα πατούσα πάνω της ξυπόλητη, θα την άφηνα να μου θυμίζει τότε που…εκεί, στη λίμνη…ένα βράδυ…εγώ, με τ’ όνομά μου ολόκληρο, ολόκληρο τ’ όνομά μου μέσα στο άλλο όνομα, μέσα σ’ εκείνο το θάμβος, με όλα μου τα μάτια και τα χέρια και με την καρδιά μου όλη να με καταπίνει, μ’ όλη μου τη ζωή σ’ ένα βράδυ, προτού ο θάνατος…προτού εγώ η μισή καλέ μου κι από μισή πιο λίγη, προτού μόνη μου και τίποτα πια…τίποτα…κανένας…κανένας πουθενά…πουθενά μέσα μου κανείς…μέχρι κι εγώ να λείπω απ’ το κορμί μου…
v
Θα δύσουνε τα χρώματα, θα ξημερώσει αέρας, τις μέρες μου θα διώξει που λυπήθηκα.
Με φύλλα δυόσμου θα στολίσει την ανάσα μου.
Θα έρθει μια νύχτα μόνιμη, προσωπική μου νύχτα, όλη δικιά μου, χωρίς να μεσολαβούν άγρια μεσημέρια και ενοχλητικά ηλιοβασιλέματα.
Δεν θα με γδέρνει πια η απουσία.
Θα είμαι μια καλή γριά, στις αναμνήσεις μου θα χαίρεται μια άλλη. Θα’ χω φιλιώσει με τον ίσκιο σου, δεν θα τον πολεμώ που μου κρατάει κρυμμένο το κορμί σου.
Θα ζεις και συ μαζί μου εδώ, όπως άλλοτε τόσες φορές ονειρευτήκαμε. Θα έχουμε τελείως γιατρευτεί από κείνον το θάνατο.
Θα κάθεσαι εδώ κοντά μου, στα πόδια μου μπροστά θα ξαπλώνεις, μικρό πουλί αναμνηστικό μιας νεκρής από αιώνες ηλικίας.
Θα μου τραγουδάς σαν άνθρωπος: αιθέρια ψέματα, απίστευτες αλήθειες, ξελογιασμένα θα υπόσχεσαι σμιξίματα.
Θα ξεκουμπώνεις τα φτερά σου ν’ αλαφρύνεις, τα φώτα θα ραμφίζεις να μη μας δει κανείς –δεν είμαστε εμείς για τους ανθρώπους.
Ύστερα θα κουρνιάζεις στο κρεβάτι μου.
Θα σου φέρνω νερό, ζεστό καφέ, τριμμένα παξιμάδια.
Τινάζοντας τις στάχτες απ’ τα μάτια μου θα σε κοιτώ που θα γελάς, θα σ’ αγκαλιάζω και θα φεύγει ο μαύρος χρόνος τρομαγμένος.

Κάποιος να ποτίσει τ’ αγάλματα απόψε.
Έχει τόση φωτιά εκεί έξω…και οι βροχές –το νιώθω- θ’ αργήσουνε πολύ να επιστρέψουν.
Δήμου Άκης, ....Και Ιουλιέττα, Εξάντας 1996
φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης, Time flies

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ




Σε δάση και βουνά της τωρινής μου δίψας

Στ' ολόγιομο φεγγάρι της αγρύπνιας

Αγκαθοπιάστηκα

Στους λόγους κείνων που η παρουσία τους

Μοιάζει να' ναι στερημένη.

Μνήμη καιόμενης βάτου

Χωρίς τίποτα το θείο πια.



Ντέλλα Ο., Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

ΣΕ ΑΓΓΙΞΕ Η ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΤΗΣ ΧΕΡΙΑ


ΠΑΙΣ ΕΛΚΟΜΕΝΟΣ ΕΝ ΤΗ ΚΑΜΙΝΩ. ΑΜΠΟΤΕ.
Ελκόμενος προς το πάθος
Ουκ αρκέστης να ακούσεις
Το σωτήριον του Λόγου
Μόν' έδραμες
Με ταχύτητα μεγάλη
Να ζυγίσεις
Τον εαυτό σου.
Ούτε που τον λογάριασες
Στην τόση σου τη φούρια.
Αψήφιστα
Αψήφιστα έπραξες
Όπως ταιριάζει
Στη ζηλευτή σου νιότη.
Αστόχαστα
Γυρεύοντας την ολβιότη
Μέσα σε οχληρούς και άραχνους ανθρώπους.
Της αγάπης τα μετόχια
Ούτε που το στοχάστηκες
Να τα ξελησμονήσεις.
Στάθηκες έναντι του Πάθους
Και το γεύτηκες ολάκερο.
Κραταιά ως θάνατος η αγάπη
Και omnia regit amor.
Λαμπάς φωτός
Υψώθηκες
Σε άγονους
Κι ανέραστους καιρούς.
-Σε άγγιξε η Αγάπη με τα δυο της χέρια.
Ντέλλα Ο., Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002
φωτογραφία: Adam Fuss

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Το μαύρο πηγάδι της Γέρμα




Δεν ξέρει κανείς γιατί επιστρέφει σε ένα κείμενο. Ειδικά όταν πρόκειται για τον Λόρκα. Μπορεί απλώς και για τον ίδιο. Κι ας μην είναι ο Γάμος η αφορμή. Θέατρο γυναικοκρατούμενο. Ίσως και γι’ αυτό. Βλέπω τι είχα υπογραμμίσει και αντιγράφω επιλεκτικά. Υπογραμμίζω εκ νέου άλλα. Πώς δεν τα είχα δει νωρίτερα; Πάντα το καλύτερο μας ξεφεύγει λέει ο Αργύρης Χιόνης. Μπορεί να’ χει και δίκιο. Δεν ξέρω αν είν' το παιδί που περιμένει και δεν έρχεται που ρίχνει τη Γέρμα στο μαύρο πηγάδι. Νιώθω όμως πως ο εγκλεισμός της είναι βαθύτερος και δεν είν' το παιδί η αιτία. Παρά οι στοιβαγμένες αλήθειες μέσα της, η ενταφιασμένη ζωή που σπαρταρά και δεν ανασταίνεται. Ο κεκοιμημένος εαυτός που επαναστατεί και διεκδικεί χώρο να υπάρξει. Ποιος αυτός που θα ανακόψει την ορμή της και ποιος αυτός που θ' αντέξει τη δίψα της. Μόνη κατεβαίνει και μονάχη ανεβαίνει.
Το πηγάδι μαύρο ως το τέλος.
Στις επιστροφές αυτές την πραγματική ζωή αναζητούμε και τις περισσότερες φορές ξεχνάμε να ζήσουμε.

Γέρμα: Τα σκληρά λιθάρια μαλακώνουν με τη βροχή κι ολόγυρά τους φυτρώνουν αγριόχορτα, που ο
κόσμος τα λέει άχρηστα. Μα εμένα μ’ αρέσει να τα κοιτάζω, όταν σαλεύουνε στον άνεμο.
Χουάν: Πρέπει να κάνομε υπομονή.
Γέρμα: Ναι. Και ν’ αγαπιόμαστε.

Γριά: Οι άντρες πρέπει να μας γουστάρουν, κόρη μου. Πρέπει να μας λύνουν τις πλεξούδες και να μας
δίνουν να πιούμε νερό μέσ’ απ’ το στόμα τους. Έτσι βλασταίνει και καρπίζει ο κόσμος.

(Παύση. Η σιωπή γίνεται έντονη, και μόλο που δεν κάναν καμιά κίνηση, νιώθεις ανάμεσα στους δυο τους μια πάλη)

Γυναίκα 4η: Σαν της ματιάς τη δύναμη άλλη καμιά δεν είναι. Έτσι έλεγε η σχωρεμένη η μάνα μου. Αλλιώς
κοιτάς ένα τριαντάφυλλο κι αλλιώς έναν άντρα γεροδεμένο. Και του λόγου της αυτό κοιτάει.
[…] Κι όταν πάλι είναι μοναχή της και δεν τον κοιτάει, τότε τον έχει ζωγραφιστό μέσα στα
μάτια της και τόνε χαίρεται.

Γυναίκα 1η: Πρέπει λουλούδι φλογερό να σμίξει με λουλούδι, όταν πυρώνει ο Αύγουστος το αίμα στα
κορμιά.

Γέρμα: Θέλω να πιω νερό και δεν έχω μήτε νερό μήτε ποτήρι. Θέλω ν’ ανέβω στο βουνό και δεν έχω πόδια.
Θέλω να κεντήσω το φουστάνι μου, και δεν έχω κλωστή.

Γέρμα: Ορθώνονται σαν βράχια μπροστά μου. Μα δεν ξέρουν πως φτάνει να θέλω και θα γίνω άγριο ρέμα
που θα τους σαρώσει.

Βίκτωρ: Όλα αλλάζουν.
Γέρμα: Μερικά πράματα δεν αλλάζουν. Μένουν θαμμένα μέσα στους τοίχους, και δεν μπορούν ν’
αλλάξουν, γιατί κανένας δεν τα ξέρει.
Βίκτωρ: Έτσι είναι.
Γέρμα: Μα αν βγαίναν ξαφνικά και φώναζαν, θα γιόμιζε ο κόσμος όλος.
Βίκτωρ: Και τι θ’ άλλαζε; Το νερό στ’ αυλάκι, το κοπάδι στο μαντρί, το φεγγάρι στον ουρανό κι ο άντρας
στ’ αλέτρι.

Γριά Α’: Ο μεγάλος πόθος δίνει και τη μεγάλη δύναμη.

Γέρμα: Φυσικά, ο Θεός είναι ο Θεός. Τίποτα δεν μπορούσε να πάθει. Μονάχα να πάρει στα χέρια τα δυο
μικρά και να τα πλύνει στο διάφανο νερό. Τα ζώα γλείφουνε το δικά τους, ψέματα; Κι εγώ, δε θα
σιχαινόμουνα το παιδί μου. Θαρρώ πως μόλις γεννήσουν οι γυναίκες, ένα φως ξεχύνεται από μέσα
τους. Και τα μωρά κοιμούνται πάνω τους ώρες και ώρες –κι αυτές ακούνε τα ρυάκια με το χλιαρό
γάλα που τους γεμίζουν τα στήθια, για να πιούνε τα μωρά και να παίξουν, ώσπου πια να μη θέλουν
άλλο, και να γείρουν τα κεφαλάκια τους. «Ακόμα λιγάκι, μωρό μου;»…. Και της γεμίζει το στήθος και
το πρόσωπο με μικρές κάτασπρες σταλαγματιές.

Γέρμα: Είναι καλός! Είναι καλός! Και τι μ’ αυτό; Μακάρι να’ ταν κακός! Μα δεν είναι. Τραβάει το δρόμο του
με τα κοπάδια του και τη νύχτα μετράει τους παράδες του. Σαν πέφτει απάνω μου κάνει το χρέος
του, μα νιώθω το κορμί του, παγωμένο σαν κουφάρι. Κι εγώ που πάντα μου σιχαινόμουνα τις
φλογερές γυναίκες, λαχταράω τη στιγμή εκείνη να γίνω ένα βουνό από φωτιά.

Γέρμα: Κοίταξέ με που’ μεινα μονάχη. Σαν το φεγγάρι να γύρευε τον εαυτό του στον ουρανό. Κοιταξέ με.

Γέρμα: Δε με νοιάζει. Αφήστε μου λεύτερη μονάχα τη λαλιά έτσι φυλακισμένη που’ μια σ’ αυτό το μαύρο
πηγάδι. Αφήστε να βγει από το κορμί μου μονάχα τούτη η ομορφιά που με πνίγει και να γεμίσει τον
αέρα.

Γέρμα: Άλλο πράμα είναι σαν πεθυμάμε με τη σκέψη κι άλλο πράμα σαν το κορμί –καταραμένο κορμί- δε
μας αποκρίνεται. Είν’ το γραφτό μου, και δε θα παλέψω μ’ ολάκερο το πέλαγο. Έτσι!... Κι ας
σφαλιστούν τα χείλια μου.


Γέρμα: Εισάκουσόν μου, Κύριε,
και στη νεκρή μου σάρκα,
τ’ άγιο το ρόδο σου άνοιξε,
κι ας έχει χίλια αγκάθια.
Κάνε ν’ ανθίσει στη σάρκα μου
το ρόδο που κάνει τα θάματα!

Θηλυκιά μάσκα: Μες στο ποτάμι του βουνού
λουζόταν η άμοιρη κυρά.
Της σκαρφαλώνουν στο κορμί
τα σαλιγκάρια του νερού.
Κι όπως ο αγέρας του πρωγιού
άμμο της στέλνει απ’ τη στεριά,
δίνει στο γέλιο της φωτιά
κι ανατριχίλα στο κορμί.
Αχ! και τι γύμνια ήταν αυτή
της κοπελιάς μες στο νερό!

Άντρας Α’: Αχ! μαραμένη μου κυρά
στ’ αγέρι, στο νερό!

Γέρμα: Δε νιώθει κανένας την αλήθεια σαν είναι κρυμμένη μέσα του. Κι όμως! Πόσο είναι θεόρατη και πώς
σκούζει σαν πεταχτεί έξω μ’ άγρια σηκωμένα τα χέρια!
ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ, Γέρμα (μτφρ. Αλέξη Σολομού), Δωδώνη 1986


Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

ΑΧΜΑΤΟΒΑ 1915



Δεν ξέρω αν πέθανες ή αν ζεις, δεν ξέρω αν έχω

Ακόμα ελπίδα να σε δω πάνω στη γη,

Ή με τη σκέψη μόνο πια να σ' απαντέχω

Όταν βραδιάζει και μας θλίβουνε οι νεκροί.


Δικά σου είναι όλα, οι προσευχές που μοιάζουν θρήνος,

Το ζεστό κάρωμα, όταν τύχει ν' αγρυπνώ,

Τα ποιήματά μου, το λευκό των στίχων σμήνος,

Κι αυτό το φέγγος των ματιών, γαλαζωπό.


Ποτέ κοντά μου άλλος κανείς δεν ήταν τόσο,

Δεν με βασάνισε κανείς τόσο σκληρά,

Μήτε κι αυτός που με είχε κάνει να ματώσω,

Ή που με θώπευσε και μ' άφησε μετά.


ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, αφιέρωμα στην Αχμάτοβα, Δεκέμβριος 2008
φωτογραφία: Χ.Λαμπριανίδης, Αλιάκμονας, www.photofolio.gr

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ



ΖΕΣΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Να τη φoβάστε την πανσέληνο
Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν' ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.
Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θα'ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.
Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Ζεστή Πανσέληνος, 1988
φωτογραφία: Χρήστος Λαμπριανίδης, Λιμανάκι στη λίμνη Πολυφύτου

ΑΝΑΦΛΕΞΗ


Πυροτεχνήματα

που δεν ανάβουν
τα λόγια που λέμε
τα λόγια που δε λέμε
που τα στοιβάζουμε
και δεν αναφλέγονται
και μέσα μας πυρώνουν
και καιν τις σάρκες
τις ψυχές καιν
κι όλος παρανάλωμα γίνεσαι
φωτιάς δίχως φλόγα
και ηφαιστείου χωρίς λάβα
ατροφικά πράματα
σε όλα τους λειψά

ΚΑΤ' ΟΙΚΟΝ ΠΟΝΟΣ




Να μας κατοικήσει ο πόνος

και τα ντουβάρια να ποτίσουν θλίψη

κι απέ να βρούμε τα θεμέλια

να τ' αφανίσουμε

ή στη δουλειά τους να τ' αφήσουμε

στην έγερση του πόνου

ΤΗΣ ΑΡΝΗΣ ΤΟ ΝΕΡΟ





Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

ΑΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΑΛΛΑΖΑ

Στίχοι: Φίλιππος Πλιάτσικας
Μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας
Πρώτη εκτέλεση: Φίλιππος Πλιάτσικας

Πρώτη φορά που την είδα, στεκότανε,
τη νύχτα εκείνη που η Ρώμη καιγότανε,
χιλιάδες χρόνια φωτιά και μηνύματα,
μα δεν ξεχνώ του κορμιού της τα κύματα.

Την είδα πάλι στις όχθες του Βόλγα,
που ένας στρατιώτης τη φώναξε Όλγα,
κάτι ψιθύρισε μέσα στο κρύο,
τότε μου 'χε φανεί τόσο αστείο.

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.

Στο Πάλος νύχτα τ' όνομά της αφήνει,
γραμμένο κάπου στου Κολόμβου την πρύμνη,
τότε που οι Ισπανοί ξεκινούσαν,
και για μια άγνωστη μοίρα μεθούσαν.

Βρέθηκε κάποια στιγμή στη Γαλλία,
πρώτη του Μάη σε μια άδεια πλατεία,
σε λίγο οι φοιτητές θα ξεσπούσαν,
και μια αλλιώτικη ζωή θα ζητούσαν.

Σήμερα έχει στα χέρια ένα αγόρι,
πάλι ξεκίνησαν οι Σταυροφόροι,
μα ποιος ακούει και ποιος ενδιαφέρεται,
για ένα κόσμο που βράζει και φλέγεται.


Φωτογραφία: Χρήστος Λαμπριανίδης http://www.photofolio.gr/

ΓΥΑΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ




Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

"ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΑΣ. ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΗ ΔΙΨΑ ΜΑΣ"


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΛΑΦΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΟΥΡΑ


PIMA


Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια

φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ' αυτιά μου

μαζεύτηκαν δυνατότεροι.


Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας

γιατί τοξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα

ήταν στ' αχνάρια μου.
Μαγικά σπίτια: ερείπια παλαιού οικισμού που θεωρήθηκαν από τους μεταγενέστερους Ινδιάνους κατοικίες των θεών.
ΙΝΔΙΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ "ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ" ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ (ΜΤΦΡ. ΕΙΡΗΝΗ ΒΡΗΣ)
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ EDWARD SHERIFF CURTIS (1868-1952), www.fotoart.gr

ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ



Μαρμαρυγή

Στίχοι: Φωτάκη Ελένη


Ερμηνευτές: Θηβαίος Χρήστος


Δεν θέλω να ξανάρθω πια κοντά σου

ρίξε να φύγω σκάλες τα μαλλιά σου

να δεις,

θα σε τρυγήσουν κι άλλοι ανέμοι

λιγότερο από μένα νικημένοι.



Δεν θέλω πια κοντά σου ν`ανασαίνω

να γίνεις των χεριών μου σώμα ξένο

μι`αγάπη θα`βρεις άλλη που θα ξέρει

πώς να γευτεί το μέλι απ`το μαχαίρι.



Είσαι μια γη,

μαρμαρυγή

μια γη που καταστρέφει

χαράδρες κρύβεις και γκρεμούς

σε δέρμα από σεντέφι.



Δεν θέλω να ξανάρθω πια κοντά σου

ρίξε να φύγω σκάλες τα μαλλιά σου

μι`αγάπη θα`βρεις άλλη που θα ξέρει

πώς να γευτεί το μέλι απ`το μαχαίρι.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Χρήστος Λαμπριανίδης

ΑΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ


«ΑΙ ΛΕΞΕΙΣ»

Μικρή εισαγωγή στη βραδιά του «Τέλους του Κόσμου» -καφέ μπαρ Εορδαίας- με συντροφιά το Λεωνίδα Εμπειρίκο. Προηγήθηκε των απαγγελιών της πρώην Απαγγελτικής Ομάδας Καϊλαρίων-Πτολεμαΐδας δηλαδή. Πέρασαν από τότε 4, δηλ. σχεδόν 5, χρόνια.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο εξ Άνδρου ποιητής, ψυχαναλυτής, και φωτογράφος, υπήρξε ο εισηγητής και πρεσβευτής του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, αλλά και ο πιο γνήσιος και ορθόδοξος εκφραστής του ή -αν θέλετε- υπηρέτης του.
Ο Υπερρεαλισμός γεννήθηκε μέσα από μια χαώδη κατάσταση, που επικρατούσε στο πολιτικό, πνευματικό και κοινωνικό στερέωμα πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν αποκύημα ή συνέχεια της ανταρσίας του «Ντανταϊσμού», της πλήρους και μαχητικής ανατροπής των πάντων. Επίσημα εμφανίστηκε στο Παρίσι, στα 1924, και «αποτελεί, όπως διακηρύττει στα 1971 ο Εμπειρίκος, την πληρέστερη και πλέον ελπιδοφόρα προσπάθεια αξιοποιήσεως του λυτρωμένου πνεύματος και όλων των δημιουργικών ώσεων του ανθρώπου». Για τον ποιητή ο Υπερρεαλισμός αποτελεί το μεδούλι και την πεμπτουσία της Μοντέρνας ποίησης, γιατί είναι «η σπουδαιοτέρα και η πιο αποφασιστική συμβολή στην απεριόριστον διεύρυνσιν των οριζόντων της ποιήσεως και των δυνατοτήτων της, από την εποχήν του Ομήρου και των αρχαίων ελλήνων τραγικών έως σήμερα».
Ωστόσο, ο Υπερρεαλισμός δεν άλλαξε εκ θεμελίων μόνο την ποίησι, αλλά, σύμφωνα με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, «άλλαξε την θέσι και τον ρόλο του ποιητού. Από εξόριστον στη χώρα των νεφελωμάτων, καταργών την υπερορίαν, μετέτρεψεν τούτον εις δρώσαν παρουσίαν, τοποθετών αυτόν στην σφύζουσαν, «εντός των πραγμάτων», καθημερινήν ζωήν, σαν μια απαραίτητη μέθεξι και αδιάπτωτη λειτουργία».
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με την πρώτη του ποιητική συλλογή, την Υψικάμινο, λίγους μήνες μετά την μυητική περί συρρεαλισμού διάλεξη του, δηλ. τον Μάρτιο του 1935.
Όπως καταθέτει ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, «η παρουσία του Ανδρέα Εμπειρίκου στο στενό και φτωχό χώρο των ελληνικών γραμμάτων ήταν σαν μια εισβολή ταύρου εντός υαλοπωλείου. Αλλά ενός ταύρου που αν και τα αναποδογύριζε όλα, δεν έσπαζε εντούτοις τίποτα». Αυτή η εικόνα αντικατοπτρίζει παραστατικότατα το τι συμβαίνει με τις γλωσσικές επιλογές, αλλά και την όλη παρουσία του ποιητή.
Μιλώντας κανείς για τις λέξεις του Ανδρέα Εμπειρίκου δεν μπορεί παρά να ρισκάρει, καθώς οι γλωσσικές επιλογές του ποιητή κάθε άλλο παρά προβλέψιμες στάθηκαν στις ποιητικές συλλογές του. Αυτό σε καμία περίπτωση βέβαια δεν σημαίνει ότι υπήρξαν τυχαίες. Κάθε άλλο. Ο Εμπειρίκος ακολουθεί την παράδοση του Σολωμού, του Κάλβου, του Σεφέρη αλλά και του Παπαδιαμάντη. Στην ποίηση του συμβαίνει το εξής ανακόλουθο: ο συγκερασμός όλης της γλωσσικής παράδοσης ως τις μέρες του, η σύναξη της αρχαίας, της καθαρεύουσας και της δημοτικής γλώσσας.
Μίλησαν για μια γενικότερη νοσταλγική διάθεση του ποιητή, που εκφράζεται και μέσω των γλωσσικών επιλογών του, μια απόλυτη στροφή προς το παρελθόν, αλλά και μια ενοποιητική στάση που συγκερά σχεδόν τα πάντα: το χρόνο αλλά και τη γλώσσα, το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον, όταν δηλ. τα συνήθη λόγια δεν θα επαρκούν ή όταν θα έχουμε πια ξοφλήσει με το λόγο, κατά Ελύτη, όταν θα έρθει η ώρα για μια πρωτόγονη γλώσσα σε μια παραδείσια Νέα Πολιτεία, κατά Εμπειρίκο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.
Για τον Εμπειρίκο η γλώσσα δεν στάθηκε απλώς επιλογή συνειδητή, αλλά κυρίως βίωμα: μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η γλώσσα τον επέλεξε και δεν την επέλεξε. Στις 22-5-1973 στο Σπουδαστήριο της Νεότερης Φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη, ο ποιητής μιλά για τη γλώσσα που μιλά και γράφει: Εγώ εξεπαιδεύθην στην καθαρεύουσα. Η δημοτική ήταν η λαλιά του τόπου μου, και την άκουα, αλλά η παιδεία μου έγινε εξ ολοκλήρου εις την καθαρεύουσα. Αλίμονο, αν εγώ στεκόμουν να διορθώσω επί το δημοτικότερον μια φράση. Καταστροφή. Πολλά χρόνια πέρασα στο εξωτερικό και βέβαια, παίζει κι αυτό ένα ρόλο. Αλλά δεν είναι ο πρώτος λόγος. Διότι εγώ διετήρησα την ακεραιότητα της γλώσσας μου και στα πολλά χρόνια που έζησα εις την Αγγλία, και στη Γαλλία και στην Ελβετία. Ξέρετε τι ήταν η ελληνική μου; Αυτό που λέμε μικτή. Εις την αυθόρμητον εκδήλωσιν μου μιλώ αυτό που ακούτε τώρα, τούτη τη στιγμή, και μένω πιστός απλώς εις τον προσωπικόν μου τρόπον εκφράσεως. Όπως μιλώ, γράφω. Αλλιώς θα έπρεπε να σταματήσω να πω: «Α, για να είμαι συνεπής με τη δημοτική, θα γράψω αλλιώς». Αποχρωματίζω τον εαυτό μου. Ισχυρίζομαι ότι όλοι το κάνουμε αυτό. Το έκανα κι εγώ άλλοτε. Εκτός εκείνοι οι οποίοι έχουν ως γλώσσαν μοναδικήν, ως φορέα του λόγου των την δημοτικήν. Εκείνοι μάλιστα. Μόνον. Ποιοι είναι αυτοί, οι πραγματικοί; Ο λαός».
Ωστόσο, οι γλωσσικές επιλογές του Εμπειρίκου δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό που προηγουμένως περιγράψαμε περίπου ως γλωσσικό collaze. Το γλωσσικό τοπίο εμπλουτίζεται συστηματικά και με συνέπεια από αυτό το γλωσσικό υπόστρωμα που χαρακτηρίστηκε γλώσσα ιερή, και εγκιβωτίστηκε από τα κείμενα της Ορθόδοξης υμνολογίας την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Πολλοί έχουν ήδη επισημάνει τις αναφορές του ποιητή στην εκκλησιαστική γλώσσα, τους συμβολισμούς και τα πρόσωπα που επισκέπτονται το ποιητικό του σύμπαν. Αυτό είναι εμφανές και ξεκάθαρο ήδη από την πρώτη συλλογή. Ίσως δεν έχει γίνει τόσο ξεκάθαρη η ποσοτική δυναμική της εκκλησιαστικής γλώσσας και των θρησκευτικών μοτίβων. Παρευρίσκονται σε όλες τις συλλογές και συμπορεύονται, δημιουργώντας ένα τοπίο ξεχωριστό, εσχατολογικό πολλές φορές και εδεμικό, τα εξής πρόσωπα, πράγματα και φράσεις: γη άνευ όφεων εδεμική, από τη Γένεση, νύμφες μελαψές της γης της Γαλιλαίας και ο έρωτας μόνον το θάνατο νικά από το Άσμα Ασμάτων, εν τη καμίνω παίδες τρεις, ο Δανιήλ και ο Ναβουχοδονόσορας στις προφητείες του Δανιήλ στην Παλαιά Διαθήκη, οι πληγές του Φαραώ, ο Νώε αλλά και η στήλη άλατος, η φλεγομένη και μη καιομένη βάτος, η λαμπάς που φλέγεται χωρίς να καίεται, το μάννα του ουρανού και το πτερόεν άρμα. Μια ιδιαίτερη κατηγορία συναπαρτίζουν οι δοξολογικές εκφράσεις: δόξα εν υψίστοις, ωσαννά, αλληλούϊα, δόξα τω Θεώ, μαζί με το Gloria, Gloria in Excelsis της Δυτικής Εκκλησίας και το Ιλ-Αλλά των μωαμεθανών.
Όχι λιγότερης σημασίας είναι αυτές που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στο πρόσωπο του Χριστού, ο καταγγελτικός τόνος, ο προειδοποιητικός είναι πασιφανής: αμήν, αμήν, λέγω υμίν, όσοι περί πολλά τυρβάζουν, είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω, ο αμνός-κριός ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου. Η ανάσταση και επομένως η λύτρωση είναι πάλι εδώ: Χριστός ανέστη σήμερον θανάτω θάνατον πατήσας, Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται, ο Άγγελος Κυρίου εβόα, αγνή παρθένε χαίρε και πάλιν ερώ χαίρε, ο Άδης ενικήθη, Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε, Πάσχα εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα, ω, Πάσχα λύτρον λύπης!.: στιχηρά των Αίνων του Πάσχα, καταβασίες του Αναστάσιμου Κανόνα, αναστάσιμα τροπάρια κ.α. πολλά, ων ουκ έστι αριθμός.
Πλάι σε αυτά, προβάλλει η γλώσσα η αδαμική, γλώσσα προπτωτικής κατάστασης, η ολοκαίνουρια γλώσσα του ποιητή, γιατί μια Νέα Πολιτεία, ένας Παράδεισος Νεός, η Οκτάνα πολιτεία, που ευαγγελίζεται, δεν μπορεί παρά να στεριώσει με μια γλώσσα πρωτόγονη, εδεμική, αυτήν ενδεχομένως που μιλάμε κάθε βράδυ στα όνειρα μας, η υπό διαμόρφωση παγκόσμια γλώσσα της αθωότητας, η γλώσσα των πουλιών και των νουφάρων, η γλώσσα που μιλούσαν οι πρωτόπλαστοι, η γλώσσα που μιλάγαμε με τη μαμά μας καθισμένοι στα καρεκλάκι μας: ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ, ΚΑΜΕ ΛΑΜΑ ΧΑΜΙ ΑΧΜΑΡ ΠΑΝΕ ΑΜΠΟΡ ΕΛΜΑΝΑ!
Τι άλλο είναι αι λέξεις του ποιητή; Είναι χρόνος, ο Εσαεί και Πάντα, κράμα ενιαυτών, θέρος, έαρ, χειμών και φθινόπωρο. Νύκτα, νυξ, νύχτα, νυχτιά, βράδυ, δείλι, σούρουπο, σύθαμπο, δύσις, δυσμαί, μεσημβρία και εσπέρα, και κυρίως λυκαυγές, ανατολή, αυγή, ηώς, χάραμα, χαραυγή, ξημέρωμα, όρθρος, πρωί, πρωία. Ποιος είπε ότι είναι μόνο μεσημέρι;
Είναι και τόπος, τόπος οικουμενικός, κυριολεκτικά καθολικός, συμπαντικός, που υπακούει σε έναν συγκρητισμό γεωγραφικό (η ενοποιητική στάση του Εμπειρίκου δεν ολοκληρώνεται στη γλώσσα ούτε και σταματά σε αυτήν): παρελαύνουν δίπλα- δίπλα πόλεις εξακτινωμένες στα πέρατα του κόσμου: Αθήνα, Μόσχα, Δελφοί, Σηκουάνας, Δωδώνη, Σάντα Φε ντε Μπογκοτά, λίμνες Φινλανδικές, Tierra del Fuego, Ουγκάντα, Ζουλουλάνδη, τα Σάλωνα, οι μπεάτοι, ο Σολωμός, ο Κέρουακ, οι εν τη καμίνω παίδες τρεις, ο Δοστογιέφσκυ, ο Μπακούνιν, ο Ιησούς Χριστός, ο Μωάμεθ, ο Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ Λένιν και άλλοι εκλεκτοί, άφθαρτοι και άκαυτοι εις τον αιώνα, προφητικοί και μακάριοι, που πραγματοποιούν το κάλεσμα στη Νέα Πόλη, που ευαγγελίζεται ο ποδηλάτης ποιητής, ο ποιητής ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου, ο ποιητής-Οιδίποδας, που ως άγγελος Κυρίου, ως Μωυσής και λυτρωτής εισβάλλει στην πόλη για να μεταδώσει την Ανάγκη και τον Ερχομό των Νέων Παραδείσων.
Είναι και θάλασσα, πέλαγος, πόντος, ωκεανός, λιμάνια και αγκυροβόλια, προβλήτες, καράβια, ιστιοφόρα, βαπόρια, ατμόπλοια, υπερωκεάνια, κέρκουροι, καραβέλλες, μπάρκο-μπέστια, γονδόλες, σχεδίες, φαλαινοθηρικά, κορβέττες, φρεγάδες, λαμνοκόποι, καϊξήδες, κωπηλάτες, λουόμενοι, δύτες, σκαφανδροφόροι, ναυαγοί και φαροφύλακες, κήτη, καρχαρίες, φάλαινες, δράκαινες, μέδουσες, ιππόκαμποι και σκορπίνες, πρύμα-πλώρα, αρμενίζω, πλέχω, σαλπάρω, πλευρίζω, ποντίζομαι, βυθίζω, αναδύομαι, καταδύομαι, βουτώ, πνίγομαι, ύφαλος, αφρισμένος, αφρόεις, Παφλάζουσα και παφλάζω, συμπληγάδες και διώρυγες: η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.
Το υγρό στοιχείο κατέχει ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου: δεν είναι μόνο θάλασσα, αλλά και πηγή, βρύση, φουντάνα, μαγγανοπήγαδο, φρέαρ, πίδακας, συντριβάνι, κρουνός και νερομάνα, βρέχω, μουσκεύω, πλημμυρίζω, περιβρέχω, σταλάζω, ραγδαία, βροχή, μπόρα, ψιχάλα, καταιγίς και όμβρος, χιόνι, παγετώνας, αφρός, κύμα, νερό, γάλα, μύρο, μέλι, χυλός, οπός, μοσχάτο, δάκρυ, δροσοσταλίδα και φυσσαλίδα. Πλάι σε αυτά και ένα πλήθος λέξεων στεκούμενων, όχι λιγότερης σημασίας: ανομβρία, δίψα, στερεύω, στεγνώνω, σουρώνω, τελματώδης και στεγνός, στέρνα, φράγμα, τάφρος, δεξαμενή, λέβητας και τέλμα.
Το ποτάμι, συχνάκις ο καταρράκτης, ο χείμαρρος, με ή χωρίς όνομα, είτε λέγεται Αμούρ, είτε Σηκουάνας, Βόλγας, Ιορδάνης, Ζαμβέζης και Μιζούρι αποτελεί μόνιμο συμβολισμό στην ποίηση του Εμπειρίκου, μοτίβο από το οποίο ξεκινά και στο οποίο επανέρχεται πάντα, προκειμένου να συνεχίσει.
Τι άλλο είναι οι λέξεις του ποιητή; Είναι μουσική, ένας μουσικός συγκρητισμός που ακολουθεί το Ταμ-ταμ, το γκόγκ, αλλά και το Αλλελουγιά. Που μεταφέρει το ευαγγελικό μήνυμα του Εμπειρίκου μέσω κυμβάλων, κροτάλων, πλαγίαυλων, σαξοφώνων, φορμιγγών, σήμαντρων και ταλάντων. Ο ήχος είναι τριγμός, κρότος, ορυμαγδός, γδούπος και πλατάγισμα, ψίθυρος, στοναχή, βοή, κραυγή, ουρλιαχτός, γόος και κοπετός, αλαλαγμός, χλιμίντρισμα, κρωγμός, και κελάιδισμα, μηκυθμός και βόμβος, φλοίσβος, θρόισμα και παφλασμός.
Οι παιδίσκες του Εμπειρίκου, πορεύονται μαζί με κοράσια και κορασίδες, κοπέλλες, παρθένες και γυναίκες, με κούρους, εφήβους, νέανδρους και παλληκάρια, νεανίες, άνδρες και μνηστήρες. Μας οδηγούν, κρατώντας απ΄ το χέρι τους αγαπημένους μπεάτους του ποιητή, μέσα από τόπους υγρούς είτε μέσα από κορυφές απορρώγες, από το Παρίσι, το Πεκίνο, τη Γαλιλαία και τη Δωδώνη ως την αγαπημένη Άνδρο του ποιητή, ο δρόμος περνά από παντού, για να μεταδώσει το χαρμόσυνο μήνυμα του ποιητή-σωτήρα:

"όσοι από σας βαρεθήκατε στον κόσμο αυτόν τον άδικον και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεσθε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους, όσοι πια βαρεθήκατε […] προσμένοντας να έλθη η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητη και ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθη η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε και ας ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί, νυν και αεί), σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια ψυχή, με μια φωνή –ΟΚΤΑΝΑ!"

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΟΝΕΙΡΟΥ



WINTU


Πού θα κοιμηθούμε εσύ κι εγώ;

Στο στραμμένο προς τα κάτω οδοντωτό χείλος τ'

ουρανού

Εγώ κι εσύ θα κοιμηθούμε.



ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ



PAPAGO


Τη μεγάλη νύχτα η καρδιά μου θα βγει έξω

το σκοτάδι έρχεται κροταλίζοντας προς το μέρος μου

τη μεγάλη νύχτα η καρδιά μου θα βγει έξω.




ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΛΑΦΙΟΥ



PAPAGO


Έρχομαι εδώ.

Στη γη έπεσα:

το τόξο που τεντώθηκε με ζάλισε.


Έρχομαι εδώ.

Στο βουνό γλίστρησα:

το βέλος που βούιξε με ζάλισε.




ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ




NAHUATL


Δεν ξέρω αν έλειψες ποτέ:

κοιμάμαι μαζί σου, ξυπνώ μαζί σου,

στα όνειρα είσαι μαζί μου.

Αν τα σκουλαρίκια στ' αυτιά μου κουδουνίσουν

ξέρω είσαι εσύ που κινείσαι στην καρδιά μου.




ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ



MAKAH


Όσο σκληρά κι αν προσπαθώ πάντα στις σκέψεις μου

γυρνάς

Όταν μ' ακούς να τραγουδώ, στ' αλήθεια κλαίω για σένα.




ΜΑΓΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΡΙΩΣΕΙ Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ




CHEROKEE


Άκουσε! Όμως τώρα την σκέπασες μοναξιά. Τα μάτια της

έσβυσαν. Το βλέμμα της προσηλώθηκε σ' ένα μονάχα. Η

ψυχή της πού να δραπετεύσει; Άστην να πονάει προχω-

ρώντας και όχι μόνο για μια νύχτα. Άστην να πλανιέται

χωρίς σκοπό και τ' αχνάρια της ποτέ να μην τ' ακολουθεί

κανείς. Ω Μαύρη Αράχνη, κράτησε στα δίχτυα σου την

ψυχή της, ποτέ να μην ξεφύγει. Πώς τη λένε την ψυχή;

Τώρα ενώθηκαν. Είναι δική μου!




Προσευχή του γαμπρού στη "Μαύρη Αράχνη". Μόλις μάθει το όνομα της ψυχής θα την υποτάξει.



ΙΝΔΙΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ "ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ" (μτφρ. Ειρήνη Βρης), Οδός Πανός 1988
Φωτογραφία του Edward Sheriff Curtis (1868-1953), www.fotoart.gr

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ λες κι έχει κάποιο νόημα


ΣΕΡΒΙΚΟ


Υπό την επήρεια των πραγμάτων

Τίποτα δε θα γραφεί γιομάτο μπόλιες

Και λάσπη ανάκατη με αίμα.

Τίποτα

Γιατί τα χορτάρια

Γιομίσαν θάνατο

Και τα νερά βουτήχτηκαν στο αίμα

Κι οι καρδιές τσαλακώθηκαν με θόρυβο

-Όπως το χαρτί το άχρηστο

Που το στύβεις κι ύστερα το πετάς.

Και πεταχτήκαν

Κει που δεν υπάρχει γυρισμός

Στη γέφυρα της τρέλας.

Τίποτα

Γιατί τα μάτια των παιδιών

Γινήκαν πέτρινα

Και των ανθρώπων τα πρόσωπα

Μείναν ασάλευτα μπρος στην τόση φρίκη

Κι οι γέροι ευχήθηκαν

Να' χαν χάσει το φως τους

Προ πολλού

Και τ' αυτιά τους να τους είχαν προδώσει

Και ο Θεός να τους ελεούσε

Με την καμπούρα της άγνοιας

Να μην ήταν μπορετό να ξανασταθούν στα πόδια τους

Να χαθούν ευχήθηκαν

Να θαφτούν.

Κι οι μάνες μουρμουρίζαν και τρέχαν στα σοκάκια

Ολοφυρόμενες

Με τα μαλλιά ξέπλεκα

Και τα μάτια μαύρα

Γιομάτα στάχτη

-Πού είν' το παιδί; Πού είν' το παιδί;

Και δεν έστεκαν ν' ακούν τις αποκρίσεις

Μόν' έτρεχαν αλαλιασμένες

-Πού είν' το παιδί; Πού είν' το παιδί;

Κι αρχίζαν το νανούρισμα

Κείνο που τα παιδιά τους μόνο αναγνωρίζαν

Το μητρικό

-Πού είν' το παιδί;

Και το παιδί κειτόταν κει στο χώμα το υγρό

Το γιομάτο αίμα

Και το βλέμμα τους το μαυρισμένο

Σπίθες πετούσε

Γιομάτες οργή και πόνο

Κι η γροθιά τους υψώθηκε στον άνεμο όμοια σαν πέτρα

Και τ' ανάστημά τους έφυγε από τη γης

Κι όρμησε ανταριασμένο

Κι η κραυγή τους έκανε τις Εκκλησιές να τρίξουν.

Κι οι Εικόνες δάκρυσαν.

Γιατί τούτο τον πόνο τον είχαν μαθές ξαναζήσει.

Και θέριεψε το μοιρολόι

Κι η πλάση στάθηκε βουβή

Κι αφουγκραζόταν τη μυρωδιά του πόνου

Και η βροχή αγκάλιασε το σταυρωμένο σώμα

Και τα πτηνά του ουρανού

Και τα θηρία της γης

Τη συντροφεύαν

Και σιγοψιθύριζαν λόγους παραμυθίας

Θρηνώ και οδύρομαι

Θρηνώ και οδύρομαι

Κι ο ουρανός γονάτισε

Και έκλαψε και κείνος.

Κι ήρθαν μετά τα σύννεφα

Κι ο Ήλιος δε βγήκε

Μόν΄κρύφτηκε

Να κλάψει μοναχός του

Κι ήταν βαμμένος κόκκινος

Γιομάτος αίμα

Και η Σελήνη και τ' άστρα τ΄ουρανού

Κούρνιασαν στο μαυρισμένο σώμα

Κι όλα γιομίσαν θάνατο και φως της δύσης.



Δύοντος του Ηλίου

Της Σελήνης

Και του κόσμου ολάκερου

Δε γνώριζα πού να καταφύγω

Αφού και τούτο τ' αλωνάκι είχε μαθές γίνει αλλιώτικο

Και δεν έστεργε τη θλίψη

Μόν' έδιωχνε

-Κατά το δυνατόν-

Τους λίαν πεφορτισμένους

Και λελυπημένους

Που αδυνάτους τους φωνάζαν.



Ντέλλα Ο., Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002
φωτογραφία: Δ.Ασιθιανάκης, Time flies, http://www.fotoart.gr/

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Πλανόδια επίκαιρα


ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΛΟΓΟΣ


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΓΑΖΑΣ


ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΛΟΓΟΣ
ΜΟΝΟ ΘΡΗΝΟΣ
φωτογραφία Δημήτρης Ασιθιανάκης "Time Flies", www.fotoart.gr

Όταν ο θάνατος τον έρωτα αποτρέπει δεν ξέρουμε τι ξέρουμε


ΑΝΤΙΝΟΟΣ


Έτσι συνέχιζε, σαν εραστής που περιμένει,

Από τόπο σε τόπο με την αμφιβολία στο ταραγμένο του μυαλό.

Πότε, ήταν η ελπίδα του ένας σκοπός μεγάλος

Που έτρεφε τη θέλησή του για ζωή, πότε ένιωθε τυφλός

Μπροστά στην ορατή, ακαθόριστη επιθυμία.


Όταν ο θάνατος κι ο έρωτας συναντιώνται τι νιώθουμε δεν ξέρουμε!

Όταν ο θάνατος τον έρωτα αποτρέπει δεν ξέρουμε τι ξέρουμε.

Πότε η αμφιβολία του ελπίζει, πότε η ελπίδα του αμφιβάλλει.

Πότε, αυτό που ονειρεύτηκε η επιθυμία του, το νόημα του ονείρου αψηφά

Και σε βαρύθυμο κενό παγώνει.

Μετά οι θεοί ξανάδωσαν ζωή στη σβησμένη της αγάπης λάμψη.


"Ο θάνατός σου μου έχει δώσει μεγαλύτερη ηδονή-

Πάθος σαρκικό μανιασμένο για αιώνια ζωή.

Τη μοίρα την αυτοκρατορική μου εμπιστεύομαι

Πως οι υπέρτατοι θεοί που αυτοκράτορα με έκαναν,

θα στέρξουν να μη μου στερήσουν μια πιο αληθινή ζωή.

Η επιθυμία μου είναι να ζεις για πάντα και να μένεις

Μια παρουσία σαρκική στη φίλτατή τους χώρα,

Την όμορφη, αν όχι ωραιότερη, αφού εκεί

Τίποτα τις επιθυμίες μας δεν ασχημίζει

Ούτε πονάει η καρδιά μας με αλλαγές και χρόνο κι αγώνα".

[...]


Pessoa F., Αντίνοος (μτφρ.Γιάννης Σουλιώτης), Παρουσία 2007

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

ΖΕΑΜΙ

Αφού μονάχα οι στίχοι
Μπορούνε τα πιο μύχια να λεν

Το φιλιατρό του πηγαδιού ΖΕΑΜΙ


Οι νύχτες του φθινοπώρου δεν είναι αλαφρωμένες απ' τη λύπη


Στον παλιό ναό τον εγκαταλειμμένο

Μόνο το αγέρι περνά μέσα στα πεύκα του κήπου

Το φεγγάρι χάνεται στα δυτικά

Τα γερμένα υπόστεγα σκεπασμένα φτέρες που ανεμίζουν

Μου φέρνουνε στο νου μέρες που έφυγαν αφανισμένες μέρες

Ίσαμε πότε θα βαστήξω με την ψυχή μου να σπαράζει;

Δίχως αύριο πια

Οι αναμνήσεις μοναχά για μένα

Αυτές είναι το χνάρι όσων λατρεύτηκαν σ' αυτό τον κόσμο

Θεέ μου με προσευχές έρχομαι σ' Εσένα

Που με το νήμα το αθέατο που κρατάς

Να μ' οδηγήσεις στον Παράδεισο

Υποσχέθηκες να δίνεις φώτιση σ' όσους πλανιούνται στα σκοτάδια

Υποσχέθηκες να δίνεις φώτιση σ' όσους μες στα σκοτάδια


Το φεγγάρι την αυγή φεύγει κατά τα βουνά της Δύσης

Κι ο φθινοπωρινός ουρανός άδειος κι απέραντος

Μόνο το τρέμισμα των πεύκων ακούγεται

Κι ούτε που ξέρεις πούθε χιμά η θύελλα

Σ' αυτό τον κόσμο που ολοέν' αλλάζει

Κι άκαρπα όνειρα μας περιγελούν

Ποια κραυγή θα μας αρπάξει από τη χαύνωση;

Ποια κραυγή θα μας αρπάξει από τη χαύνωση;


Ζεάμι, Το φιλιατρό του πηγαδιού (μτφρ.Ερρίκος Σοφράς), Το Ροδακιό 1992
φωτογραφία: Χρήστος Λαμπριανίδης, http://www.photofolio.gr

Μνήμη


Σα σκουλήκια οι μνήμες

το πρότερο σώμα

τιτρώσκουν

ΟΥΡΑΝΟΣ




Στο χωριό μου
είναι ένας τόπος
που τον λένε Ουρανό

Εκεί την πρώτη μου αγάπη
έθαψα
μες στο ιερό
φυλαγμένη θα τη βρεις
να κοιτά
τους κάμπους
συντροφιά με τους αγγέλους
ν’ ανασταίνεται την άνοιξη
με τα πρώτα κρύα να πεθαίνει
γιατί είναι πράγματα
που συμβαίνουν και
πράγματα που γίνονται
και οι πρώτες οι αγάπες
μόνο συμβαίνουν και
ποτέ δε γίνονται

Εκεί λοιπόν
με τα πουλιά και τους ανέμους
τ’ αγρίμια του Θεού
και τ’ αγρίμια της ψυχής
που τα σκοτώσαμε νωρίς
εκεί
φυλάσσεται
από τα βλέμματα προφυλαγμένη
και το χρόνο
άφθορη
σχεδόν αιώνια
σε μια μεταφυσική κατάσταση
όπου οι αγάπες
εμβιώνουν
δίχως μας



Υ.Γ. Η φωτογραφία από την Καππαδοκία, ωστόσο θυμίζει την τούμβα του Γιωργάκη εκ της Βιζύης. Γι' αυτό και τραβήχτηκε. Είναι το μόνον της ζωής μας ταξείδιον έτσι κι αλλιώς. Ο Ουρανός εννοώ.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

T.S.Eliot "Οι κούφιοι άνθρωποι". Της Γάζας δηλαδή




Γ'




Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα


Τούτη είναι του κάκτου η χώρα


Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα


Υψώνουνται, εδώ είναι που δέχουνται


Την ικεσία του χεριού ενός πεθαμένου


Κάτω απ' το παίξιμο του άστρου που σβήνει.




Έτσι είναι τα πράγματα


Στου θανάτου την άλλη βασιλεία


Ξυπνάς μοναχός


Την ώρα εκείνη


Που τρέμεις τρυφερός


Χείλια που θα φιλούσαν


Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.




T.S.Eliot, Η Έρημη Χώρα και άλλα ποιήματα (μτφρ.Γ.Σεφέρης), Ίκαρος 2004

Rimbaud "Παιδική Ηλικία" IV


Είμαι ο άγιος, προσευχόμενος στο πλάτωμα, -κα-

θώς τα ειρηνικά ζώα βόσκουν μέχρι τη θάλασσα της Πα-

λαιστίνης.


Είμαι ο σοφός με τη σκυθρωπή πολυθρόνα. Τα κλα-

διά και η βροχή πέφτουν με δύναμη στο τζάμι της βιβλιο-

θήκης.


Είμαι ο πεζοπόρος των μεγάλων δρόμων μέσα από

τα δασάκια νάνους. η χλαλοή από τους υδροφράχτες σκε-

πάζει τα βήματά μου. Βλέπω για πολλήν ώρα τη μελαγ-

χολική χρυσή αλισίβα της δύσης.


Θα μπορούσα να ήμουν το παρατημένο παιδί πάνω

στον κυματοθραύστη που έφυγε στο πέλαγο, ο μικρός

υπηρέτης που ακολουθεί τη δενδροστοιχία καθώς το με-

τωπό του αγγίζει τον ουρανό.


Τα μονοπάτια είναι τραχιά. Οι λόφοι καλύπτονται

από σπάρτο. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο τα πουλιά και

οι πηγές είναι μακριά! Αυτό δεν μπορεί να είναι παρά το

τέλος του κόσμου, προχωρώντας.


Arthur Rimbaud, Εκλάμψεις (μτφρ.Αλέξης Ασλάνογλου), Ηριδανός 1981

ΕΑΡ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟ


Σέρνεται η ψυχή μου

σαν ελάφι

που πληγώθηκε

πίνοντας νερό στη λίμνη

σέρνεται η ψυχή μου

από χτύπημα πισώπλατο

καταρρέει



22.5.08

ΣΥΡΜΗ


Σέρνονται τα σώματα

σέρνονται τα ποιήματα

οι ζωές σέρνονται

ως εκεί

που κάποιος θα τις ανασύρει

σ' ένα χρόνο μελλούμενο

ίσως όχι εν τω κόσμω τούτω

πάντως

επικείμενο

όπου

θα ανορθωθούν

εκεί που η ελπίδα

θα είναι περιττή

μια λειψή κατάσταση

εντελώς χοϊκή

ένα άλλοθι

για να διάγουμε

τον εδώ βίο μας

μια ψευδαίσθηση ζωής

ως εκεί λοιπόν

που οι συρμές

δε θα υπάρχουν πια

παρά τα σώματα και οι ψυχές

όρθια θα σταθούν

μπροστά στο φως



17.7.2008

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ενθέως σαλοί κατά τον κυρ Αργύρη Χιόνη


Τον ασπασμό των αγγέλων

επιζητώ

κι ας είμαι από χώμα

ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ "ΣΠΟΥΔΗ ΣΩΜΑΤΟΣ"


Άφησέ με να σου γνωρίσω το σώμα σου

Ξεκινώντας από τα πιο βασικά

Όπως τα γράμματα του αλφάβητου στη γλώσσα,

Για να πάψεις να υπομένεις τα πολύχρωμα ενδύματα,

Προπάντων τα μαύρα, που πολύ αγαπάς,

Γιατί επιτρέπουν στη θερμότητα να σ' ερεθίζει.



Χέρι πάνω στο χέρι, άσε με να σε οδηγήσω

Στις εξάρσεις και τις χαράδρες του κορμιού σου

Εκεί που οι θύελλες μαίνονται κι οι λίμνες

Καθρεφτίζουν τους ιμέρους σου -ψηλοί, αιχμηροί βράχοι

Που ακούραστοι παλινδρομούν

Εντός σου.



Έχω τόσο καιρό ιχνηλατήσει -από επικίνδυνους φεγγίτες-

Τις ομορφιές του αμπελώνα σου,

Που μπορώ να σ' αναπλάσω ολόκληρη,

Ωραία σαν σελήνη, φωτεινή σαν αυγή, πολύφυλλη σαν

νύχτα,

Με τους αγρούς σου ακόρεστους για γόνιμα ύδατα

και τις θύρες σου ανοιχτές στις νέες αφίξεις.

Έλα, λοιπόν, να σου γνωρίσω -με τις αισθήσεις και

τη φαντασία μου-

Το σώμα σου, πιο βαθύ κι απ' το θάνατο,

Που, περίφοβη, προσπαθείς να κρύψεις.

Κόρφης Τ., Ποιήματα-Β', Πρόσπερος 1997

Baudelaire [Της Ποίησης]


Είτε σε νύχτα είμαστε, είτε σε μοναξιά,

Είτε σε δρόμο είμαστε, είτε στο πλήθος μέσα,

Το φάσμα της στον άνεμο χορεύει ωσάν η δάδα

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Arthur Rimbaud Ο κύριος της σιωπής


ΑΙΣΘΗΣΗ



Κάποιο γαλάζιο βράδυ, θα βγω στη δημοσιά,

θα με τρυπάν τα στάχυα, τη χλόη θα πατώ,

στα πόδια μου θα νιώθω του ονείρου τη δροσιά.

Με ξέσκεπο κεφάλι στην αύρα θα λουστώ.



Κουβέντα δεν θα πω και σκέψεις δεν θα κάνω,

θα' χει η ψυχή μου απ' τον πόθο πλημμυρίσει.

Θα πάω μακριά, πολύ μακριά, σαν τον τσιγγάνο,

όπως με μια γυναίκα, ηδονικά -στη Φύση.



Μάρτιος 1870
Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι. Ποιήματα και επιστολές (μτφρ.: Στρατής Πασχάλης), Γαβριηλίδης 2008

Η νήσος Άνδρος μέσα από τον Πίνακα Λέξεων των ποιημάτων του Ανδρέα Εμπειρίκου




Εισήγηση στη Γ' Συνάντηση για τη Μνήμη του Ανδρέα Εμπειρίκου που πραγματοποιήθηκε στη Χώρα της Άνδρου στις 17-18 Ιουλίου 2004. Δημοσιευμένη στα Πρακτικά της Συνάντησης "Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Άνδρος. Οι ιστορικές και κοινωνικές ρίζες", Εταιρεία Ανδρίων Επιστημόνων, Αθήνα 2006. Για τη σύνταξη της εισήγησης έγινε χρήση της ανέκδοτης μεταπτυχιακής εργασίας «Πίνακας Λέξεων των ποιημάτων του Ανδρέα Εμπειρίκου», Όλγα Ντέλλα, Φλώρινα 2004, που κατατέθηκε στο Τμήμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Π.Τ.Δ.Ε.Φ., στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας με επόπτη τον Μίμη Σουλιώτη


Άνδρος, 17 Ιουλίου 2004
Όλγα Ντέλλα


Ίσως δεν υπάρχει Έλληνας ποιητής τόσο οικουμενικός και τόσο παγκόσμιος όσο ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Τόσο καθολικός στη σκέψη και το όραμα. Στα ποιήματα του κατορθώνει να συνενώσει όλο το γνωστό υφηλιακό κόσμο, από τις πολιτείες της Νότιας Αμερικής, τη Βολιβία, το Περού, το Μέχικο και την Μπραζίλ, ως την Κένυα, την Ουγκάντα, τη Ζουλουλάνδη και τη Σιβηρία, την Ιαπωνία, τις Ινδίες και την Κίνα, τη Ρωσία, το Κρεμλίνο, το Αρμπάτ, τις κοσμοπόλεις της Ευρώπης, την Ινγκλιτέρα και το Μπάνινχαμ, τα Ηλύσια Πεδία και το Κανάλε Γκράντε, τη Μονμάρτη, τη Λόντρα και το Βερολίνο, την Place Pigalle, το Εδιμβούργον και τη Γιάσναγια Πολιάνα, τη Γρενάδα, τη Βενετιά και το Στάλινγκραδ, τα Εκβάτανα, τη Γαλιλαία, τα Σούσα και την Αλεξάνδρεια, τα Ιμαλάια, το Αραράτ, το Γκραν Κάνυον και τον Γολγοθά, το Πεκίνο, την Αγκεντάμπια, την Ιεριχώ και τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά, το Chicago, το San Francisco, τη Βαβυλώνα και την Τροία, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Εύξεινο, τον Ατλαντικό και τις λίμνες τις Φινλανδικές, το Βόλγα, τον Ιορδάνη, τον Ζαμβέζη, τον Μιζούρι, τον Νιαγάρα, τον Γουαδαλκιβίρ, τον Ευφράτη, τον Μόσχοβα, τον Σηκουάνα, τον Τσόρναγια, τον Γενισέι, τον ποταμό Αμούρ. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.
Ίσως όμως και να μην υπάρχει Έλληνας ποιητής συγχρόνως τόσο ταυτισμένος με τον εγχώριο τόπο και ιδιαίτερα με τη γενέτειρα του, όσο ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο δρόμος αυτός αν και περνά από παντού, περνά κυρίως μέσα από το Ελληνικό Αρχιπέλαγος, την Αττική και την Αλαμάνα, τη Γλυφάδα, τους Δελφούς και το Δήλεσι, τη Δωδώνη, τη Λευκάδα, τη Θήβα και την Καλαμάτα, την Πρέβεζα, το Πικέρμι, τα Σάλωνα, την οδό των Φιλελλήνων, το Μαραθώνα και την Νταού Πεντέλη, την Αχερουσία, τον Αμβρακικό, τη Σκάλα του Ωρωπού, τον Αχέροντα, τον Κορινθιακό και το Σαρωνικό, την Ερμούπολη, τον Κάβο Μαλιά και κυρίως, τη Χώρα, το Γαύρειο, το Κυπρί, τα Λάμυρα, τις Στραπουργιές, τη Φάσα, το Μακροτάνταλον, την Κουβάρα, το Πέταλο, την Άνδρο, την Άνδρο, την Άνδρο…
Το τοπίο του Ανδρέα Εμπειρίκου όσο κινείται, άλλο τόσο είναι και ασάλευτο, μόνιμα νοσταλγικό στο παρελθόν και σε ό,τι αποτελούσε εικόνα της παιδικής του ηλικίας. Φαίνεται σαν όλοι οι άλλοι τόποι να αποτελούν πρόφαση για το ταξίδι, πρόφαση για την περιπλάνηση και όλοι κάποια στιγμή, αργά και σταθερά, παίρνουν τη γνωστή μορφή του ανδριώτικου τοπίου. Η Άνδρος προϋπάρχει μέσα του, πάντα, και παίζει το ρόλο του φόντου, του συνεκτικού τόπου, του αγαπημένου τόπου. Ο ποιητής επιστρέφει συνεχώς σε αυτόν τον αγαπημένο τόπο της παιδικής του ηλικίας. Ο δρόμος δεν έχει τέρμα παρά στην Άνδρο. Άσχετα αν από παντού περνά. Ο δρόμος δεν έχει τέρμα παρά στην κορυφαία των Κυκλάδων, στη χώρα του Παραδείσου για τον ποιητή, στην εδεμική Άνδρο.
Βοηθός στην προσπάθεια να αναδειχτεί η μόνιμη παρουσία της νήσου Άνδρου στο ποιητικό έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου, είτε ως το μόνιμο φόντο της ποίησης του, είτε ως τόπος εν ενεργεία, υπήρξε ο Πίνακας Λέξεων των ποιημάτων του, η αποδελτίωση δηλ. όλων των λέξεων του ποιητή με τρόπο αλφαβητικό, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που αφορούν σε άρθρα, συνδέσμους, αντωνυμίες, κ.ο.κ. Μαζί με τον Πίνακα Λέξεων έγινε χρήση και του Πίνακα Συχνότητας των λέξεων που καταχωρίστηκαν σε αυτόν.
Περιδιαβαίνοντας κανείς στις πέντε ποιητικές συλλογές του ποιητή, την Υψικάμινο, την Ενδοχώρα, την Αι Γενεαί Πάσαι, την Οκτάνα και το ποίημα Ες Ες Ες Ερ Ρωσσία, βλέπει ότι η λέξη Άνδρος αναφέρεται έξι φορές (6), πέντε στη συλλογή Αι Γενεαί Πάσαι και μία στο Ες Ες Ες Ερ Ρωσσία. Από τις έξι αυτές αναφορές, οι δύο, που βρίσκονται στην Αι Γενεαί Πάσαι, αποτελούν τίτλο, είναι τα ποιήματα Άνδρος και Άνδρος-Υδρούσα.
Υπάρχει όμως και ακόμη μια αναφορά της λέξης Άνδρος, μια αναφορά κρυφή, που αποτελεί τίτλο και βρίσκεται πάλι στην Αι Γενεαί Πάσαι: είναι το ποίημα Άφιξις, που ο πλήρης τίτλος του είναι Άνδρος ή άφιξις.
Οι τρεις υπόλοιπες λεκτικές αναφορές της Άνδρου βρίσκονται όλες στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα, όπου ο Εμπειρίκος ομολογεί:
Δεν είναι ανάγκη πλέον να κρυφθώ
Είμαι στην Άνδρο
Με φέραν εδώ τα βήματα μου
Επάνω από το πέλαγος με τα λευκά πουλιά
Που έχουν σαΐτες τα πτερά των
Και κάνιστρα στα ράμφη τους γιομάτα αφρό
Και στο τέλος του ίδιου ποιήματος αναφωνεί ο ποιητής:
«Όχι λαστέξ, όχι κορσέδες!
Όχι Πειραϊκή-Πατραϊκή!
Όχι αμάλγαμα σκορπιών
Μα εύανδρος Άνδρος (νέανδροι και νύμφες)
Εύανδρος Άνδρος στον αιώνα!»
Σε σχέση με αυτά τα ποιήματα των Προσθηκών που προστίθενται στη συλλογή Αι γενεαί πάσαι, μπορεί να σχολιαστεί ότι στα δύο πρώτα, δηλ. στο Άφιξις και το Άνδρος έχουμε και χωροχρόνο γραφής, που τα συνδέει, μάλιστα, μεταξύ τους, καθώς το Άφιξις είναι γραμμένο μια μέρα αργότερα από το Άνδρος, σύμφωνα με την υπόμνηση του ποιητή, δηλ:
Κόρθι, 19-5-1955
και το Άνδρος
Κόρθι, 18-5-1955
Πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί ότι, από τις πέντε ποιητικές συλλογές του Εμπειρίκου, έχουμε 18 ενδείξεις γραφής ποιήματος, δηλ. δήλωση χωροχρόνου, στην Οκτάνα, και 5 στην Αι Γενεαί Πάσαι. Από όλες αυτές μόνο οι προηγούμενες σχετίζονται με την Άνδρο. Όλες οι άλλες είτε δηλώνουν ως τόπο γραφής τη Γλυφάδα και την Αθήνα, είτε δεν δηλώνεται ο τόπος.
Η τελευταία αναφορά της λέξης Άνδρος βρίσκεται, όπως προειπώθηκε, στο Ες Ες Ες Ερ Ρωσσία, όπου ο ποιητής αυτοβιογραφικά μιλώντας και θέλοντας να τοποθετηθεί στο χώρο και στο χρόνο της ζωή του, ορίζει περίπου όλο το συλλογισμό που θα επιχειρηθεί να τεκμηριωθεί στη συνέχεια, με ποιο τρόπο δηλ. η Άνδρος υπήρξε ο τόπος της Εδέμ του Εμπειρίκου. Μας γνωστοποιεί λοιπόν ο ίδιος:
Δύο Εδέμ εγνώρισα στον βίον μου
Άνδρος λέγεται η μια

Και σε μικρότερη γραμματοσειρά, έχουμε τα εξής συνοδευτικά για την Άνδρο από τον ποιητή:
Η κορυφαία των Κυκλάδων
Με το σουραύλι του Πανός και με την Τραμουντάνα
(Λάμυρα, Στραπουργιές, Κυπρί)
έπος λαμπρό θαλάσσιο του Ελληνικού Αρχιπελάγους
και συνεχίζει ο Εμπειρίκος, ξαναγυρνώντας στην προϋπάρχουσα γραμματοσειρά:
Ρωσσία λέγεται η άλλη
Με τον Χριστό να ευλογεί
Σαν Άδωνις χρυσός πάνω στα εικονοστάσια
Σε όλες τις ποιητικές συλλογές του Εμπειρίκου υπάρχουν 17 τοπωνύμια, που αφορούν στον ελλαδικό χώρο και που είναι είτε νησιά είτε λιμάνια νησιών είτε τοποθεσίες σε νησιά. Από αυτά, τα 11 ανήκουν στην Άνδρο. Πέρα από τις αναφορές, που προαναφέρθηκαν και που αφορούσαν στη λέξη Άνδρος, μπορούν να απομονωθούν και οι τόποι εκείνοι που είναι τοπωνύμια της Άνδρου. Πρόκειται για το λιμάνι της Άνδρου, το Γαύρειον, για το Κυπρί, τα Λάμυρα, τις Στραπουργιές, τη Φάσα και τη Χώρα. Όλα αυτά τα τοπωνύμια αναφέρονται στη συλλογή Αι Γενεαί Πάσαι, στην Οκτάνα και στο Ες Ες Ες Ερ Ρωσσία.
Οι τέσσερις αναφορές για τη λέξη Γαύρειον βρίσκονται στο ομώνυμο ποίημα:
Γαύρειον
Ίππε της θάλασσας
Ω Γαύρειον που με θωρείς
Σαν αδελφό από τον ίδιο πατέρα
Γαύρειον Γαύρειον πώλε που σκιρτάς
Επάνω απ΄ τ΄ αφρισμένο κύμα
Τα άσπρα σου σπίτια ω ζάρια που σκορπώ
Τρίτων εγώ με κυματίζοντα τα γένεια
Τα Λάμυρα, οι Στραπουργιές και το Κυπρί ήδη προαναφέρθηκαν. Βρίσκονται μια φορά σε όλο το ποιητικό έργο του Εμπειρίκου στο ποίημα Ες Ες Ες Ερ Ρωσσία, και ενδεχομένως η τριάδα αυτή επιλέγεται από τον ποιητή, γιατί εξυπηρετεί ρυθμικά το ποίημα, κατ΄ αντιστοιχία προς το Άρμαλα Πόρανα Βέλμα της Ενδοχώρας:
(Λάμυρα, Στραπουργιές, Κυπρί)
Η Χώρα της Άνδρου αναφέρεται δύο φορές, στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα:
Τότε ο οίστρος μιας γενιάς ολόκληρης
Σαν πάνθηρας σε καιομένη λόχμη
Και επάνω από τη θάλασσα και επάνω από την Χώρα
Έλαμψε το πτερωτό πουλάρι καθώς εξεπετάχθη
Σαν μια μυριόστομη κραυγή.

Ήταν χαρούμενη κραυγή
Ο κουρνιαχτός κατέπεσε
Από τους βράχους έσταζε το άγριο μέλι
Και τ΄ άλμπουρα των καραβιών εγίναν κυπαρίσσια.

Μία στιγμή εκοίταξε ο Πήγασος την Χώρα
Και ξαφνικά
Στα στόματα των αγοριών, των νεανίδων
Άνθησαν γέλια γάργαρα κ΄ έλαμψαν ρουμπίνια […]
Η Φάσα αναφέρεται μία φορά στην Οκτάνα, στο ποίημα Πολλές φορές την νύκτα, με αφορμή το φάρο που υπάρχει εκεί. Μαζί της συμπορεύονται σε μια, εκπληκτικής ομορφιάς, παρομοίωση οι φάροι του Κάβο-Μαλιά και του Φινιστέρου:
Ήχοι σαν λάμψεις δυνατές φάρων πρώτης ισχύος, όπως των φάρων του Καβο-Μαλιά, της Φάσας ή του Φινιστέρου, όταν με δέσμες φωτεινές τους μαύρους ορίζοντες σαρώνουν και τους τραβερσωμένους ναυτικούς, τους πίσω απ΄ τα τιμόνια των δεμένους, μέσα στην θύελλα οδηγούν και από μακρυά τους εμψυχώνουν.
Πέρα από αυτές τις αναφορές σε οικισμούς της Άνδρου, έχουμε και τρεις αναφορές σε όρη και κορυφές της νήσου. Πρόκειται για το Μακροτάνταλον, την Κουβάρα και το Πέταλο.
Το Μακροτάνταλον απαντά μία φορά στο ποίημα Ο Δρόμος, στην Οκτάνα, σε μια χαρακτηριστική στιγμή γεωγραφικού συγκρητισμού:
Και ο δρόμος εξακολουθεί, με ανάλογα στοιχεία και από παντού πάντα περνά (Γκραν Κάνυον, Μακροτάνταλον, Ακροκεραύνια, Άνδεις) από τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την Κόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του Αμούρ και από τις όχθες του Ζαμβέζη, ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός, σκληρότατος παντού […].
Η Κουβάρα, μία από τις τέσσερις οροσειρές της νήσου Άνδρου αναφέρεται μία φορά στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα:
Μένουν ασάλευτες στον ήλιο οι φρεγάδες
Σαν να προσμένουν τους σαρακηνούς
Από τα σύκα έσταζε παχύρρευστο το γάλα
Σμήνη πουλιών μαδούσαν τις σκιές των
Και ακόμη εψήλωνε ογκουμένη η Κουβάρα
Σαν πυραμίς χτισμένη από σχιστόλιθο
Στητή διαφέντευε τα περιβόλια
Με τους βαρείς καρπούς και τα κοφίνια
Και παρακάτω ασπρίζανε τα σπίτια
Με ράφια γεμάτα χαϊμαλιά κ ΄ερυθρωπά μπακίρια […].
Και το Πέταλο, η ψηλότερη κορυφή του νησιού, αναφέρεται πάλι μία φορά στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα:
Τότε υψώθηκε το Πέταλο ακόμη πιο ψηλά
Και ενώ εκοίταζαν όλοι το στερέωμα
Άνοιξα εγώ το στόμα μου και είπα:

«Ω κορυφή!
Εδώ οι προφήται σήκωσαν λαούς από τα σπίτια
Βάλαν φωτιά στα κτήματα
Βάλαν φωτιά στα πρόβατα
Σάλπισαν σύναξι και λάλησαν και είπαν:
Ποτέ ας μη βγη από τη φυλακή η νύχτα
Ποτέ να μη στερέψουν οι πηγές
Μέρα παντού και πάντοτε να λάμπη
Να σβήσουν όλα τα καμίνια
Ναρθούν των νέων εποχών μαντατοφόρες
Με πορφυρά στα πόδια των σανδάλια
Με κομπολόγια ανάμεσα στα στήθη
Με ρώγες όρθιες σκληρές σαν κεχριμπάρι
Με ωραίο αίμα κόκκινο σε κάθε θερμή καρδιά
Με συντριβάνια που από βαθειά να ξεπηδούνε
Καθώς διάτορες κραυγές ανδρών που εκσπερματίζουν».
Αυτό που θα διαπιστωθεί στη συνέχεια είναι ότι η νήσος Άνδρος εμπεριέχεται στο λογισμό του ποιητή, είτε αυτός μας οδηγεί άμεσα σε αυτήν, ονοματίζοντας την, είτε επιλέγει να αποσιωπήσει την άμεση παρουσία της, δηλώνοντας έμμεσα τη διαρκή εμφάνιση της μέσα στο ποιητικό του έργο.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί ότι η Άνδρος, ως λεκτική αναφορά με τα τοπωνύμια της απουσιάζει από τις δύο πρώτες -ορθόδοξα υπερρεαλιστικές- συλλογές του ποιητή. Απουσιάζει φυσικά εν ενεργεία, γιατί εν δυνάμει, τον ακολουθεί κατά πόδας και αναγνωρίζεται σε χίλιους δυο τόπους της ποίησης του. Αναγνωρίζεται εκεί όπου κάποιος ενδεχομένως θα έβλεπε αποκυήματα της φαντασίας του ποιητή. Για τον Εμπειρίκο, για έναν μεγάλο ποιητή, τίποτα δεν είναι αποκύημα της γραπτής ενασχόλησης του σε ένα κλειστό γραφείο. Ούτε τα υπερωκεάνια, ούτε τα γιωτ, ούτε πολύ περισσότερο τα περιβόλια με τις λεμονιές και τα μαγγανοπήγαδα, που μόνιμα συντροφεύουν το ποιητικό του τοπίο, και το καθορίζουν, καθώς μέσω αυτών ενεργοποιείται ο πολύτιμος μηχανισμός της μνήμης, η συνεχής επιστροφή του ποιητή στο παρελθόν, όχι με τρόπο γραφικό και γι΄ αυτό αποδυναμωτικό, αλλά με μια στάση οδύνης απέναντι σε ό,τι συνιστούσε την παιδική του ηλικία και σε ό,τι πλέον συνιστά τον παρελθόντα χρόνο.
Η Άνδρος λοιπόν όχι ως τόπος στον οποίο άμεσα αναφέρεται ο ποιητής, αλλά κυρίως ως τόπος που προϋπάρχει μέσα του, εν δυνάμει, αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από τοπία που παραπέμπουν έμμεσα στη γενέτειρα νήσο. Περιβόλια με λεμονιές, φάροι και λιμενοφύλακες, κρήνες και νεροσυρμές, η θάλασσα παντού και πάντα, είναι ορισμένα από τα τοπία που τη συνθέτουν.
Ξεκινώντας από τη λέξη που κυρίως προσδιορίζει την Άνδρο, δηλ. τη λέξη νησί, διαπιστώνεται ότι αυτή αναφέρεται 8 φορές και η λέξη νήσος 10. Συνολικά δηλ. εμφανίζεται 18 φορές στις πέντε ποιητικές συλλογές.
Όπως είναι γνωστό και διαπιστώνεται και μέσα από τον Πίνακα Λέξεων, η θάλασσα κατέχει κυρίαρχη θέση στην ποιητική του Ανδρέα Εμπειρίκου, η θάλασσα, ο πόντος, ο ωκεανός, αλλά και οι άνθρωποι της θάλασσας, οι θαλάσσιοι τόποι και κυρίως τα καράβια, το μέσο που πραγματοποιεί το ταξίδι, τη φυγή. Η θάλασσα απαντά 61 φορές στις πέντε ποιητικές συλλογές του Εμπειρίκου. Τέσσερις φορές στην Υψικάμινο, 18 στην Ενδοχώρα, 16 στην Οκτάνα και 23 στη συλλογή Αι γενεαί πάσαι. Μαζί με τη δική της παρουσία διάχυτη είναι και η ύπαρξη τόπων θαλάσσιων, που την ορίζουν και την περικλείουν: πέλαγος, πόντος, ωκεανός, λιμάνι, αγκυροβόλιον, ακρογιάλι, αμμουδιά, αιγιαλός, παραλία, αποβάθρα, προκυμαία, λιμενοβραχίων, ακρωτήρι, κάβος, χερσόνησος, πορθμός, διώρυγα, βυθός, πυθμένας, συμπληγάδες, και άλλες, ων ουκ έστι αριθμός. Μόνο τα σχετικά με τη θάλασσα ρήματα είναι 20, χωρίς φυσικά να συνυπολογίζεται η συχνότητα τους: σαλπάρω, αρμενίζω, πλέχω, προσορμίζομαι, αποβιβάζομαι, ποντίζω, βυθίζομαι, αναδύομαι, πνίγομαι, επιπλέω, παφλάζω, που συνοδεύονται με πλήθος σχετικών επιθέτων, επιρρημάτων και ουσιαστικών.
Στον Εμπειρίκο σχεδόν τα πάντα είναι θάλασσα, σχεδόν, γιατί τα υπόλοιπα είναι οτιδήποτε αφορά στο υγρό στοιχείο. Αρκεί να σημειωθεί ότι στις πέντε ποιητικές του συλλογές πλέουν 34 είδη πλεούμενων, ατμόπλοια και υπερωκεάνια, γιωτ και φρεγάδες, σχεδίες, δίκροτα, κορβέτες και καΐκια, ανεμότρατες και βαπόρια, πλοία της καραντίνας και θωρηκτά, ακταιωροί, γονδόλες και σκούνες, τρεχαντήρια και κέρκουροι, μπάρκο- μπέστια και ιστιοφόρα, ολκάδες και μπρατσέρες, αλλά και ένα μεγάλο πλήθος εξαρτημάτων ενός πλοίου, πρωτόγνωρο για την ελληνική ποίηση, που μόνο με του Νίκου Καββαδία μπορεί να συγκριθεί: ιστία και μούδες, άλμπουρα και ξάρτια, φλόκοι και στόκολα, μπαρούμες, μακαράδες, πυξίδες και καρένες. Τα 22 θαλασσινά πρόσωπα που παρελαύνουν στα ποιήματα του δεν είναι ούτε τυχαία ούτε μικρότερης σημασίας: ναυτικοί και θαλασσινοί, γοργόνες και σειρήνες, αλιείς και ψαράδες, καϊξήδες, καραβοκύρηδες, καπετάνιοι και γονδολιέρηδες, λαμνοκόποι, κωπηλάτες, βαρκάρηδες και ποντοπόροι, δύτες, σκαφανδροφόροι, κολυμβητές και λουόμενοι, βουτηχτάδες, ναυαγοί και φαροφύλακες.
Οι άνεμοι και οι αέρηδες έχουν εξίσου σημαντική παρουσία στα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου. Συγκεκριμένα, η λέξη αέρας απαντά και στις πέντε ποιητικές συλλογές 24 φορές, η λέξη άνεμος 31 και οι λέξεις αγέρι και αήρ από 1 φορά. Συνολικά δηλ. έχουμε 56 σχετικές αναφορές. Αν προσθέσουμε και τη επίσης αξιόλογη παρουσία των θαλάσσιων ανέμων, του απηλιώτη, του γαρμπή, του μελτεμιού, του ζέφυρου, της Τραμουντάνας, του βοριά, του μαϊστράλι, καταλαβαίνουμε ότι το ποσοστό μεγαλώνει.
Όλες αυτές οι αναφορές και η συχνότητα στην οποία απαντούν είναι τόσο πυκνή, για να την αγνοήσουμε ή να θεωρήσουμε ότι δεν πηγάζει και δεν σχετίζεται με βιώματα του ποιητή στη νήσο Άνδρο.
Όμως, η Άνδρος δεν είναι μόνο θάλασσα, είναι και πηγές, κυρίως πηγές, που χαρακτηρίζουν το, κατά τα άλλα, δύσβατο τοπίο της. Στα ποιήματα του Εμπειρίκου οι σχετικές λέξεις απαντούν σε αφθονία και κυρίως, σε μεγάλη ποικιλία: πηγές και βρύσες, κρήνες και κρουνοί, νερομάνες και νεροσυρμές, φουντάνες και πίδακες, μαγγανοπήγαδα και πηγάδια, φρέατα και σιντριβάνια, όλα μοιάζουν να ορίζονται από το υγρό στοιχείο και μόνο από αυτό. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στις πέντε ποιητικές συλλογές του ποιητή η λέξη νερό απαντά 35 φορές, η πηγή και ο πίδακας 16 φορές, το συ[ι]ντριβάνι 9 φορές, ο κρουνός 6 φορές, η βρύση 4 φορές, η νεροσυρμή 3 φορές, το πηγάδι 2 φορές, το μαγγανοπήγαδο, η φουντάνα, η κρήνη, η νερομάνα και το φρέαρ από 1 φορά.
Ωστόσο, το φράγμα, η στέρνα και ό,τι συνιστά το τέλμα, το αδιέξοδο, την παύση της ροής και την ακινησία, την ανομβρία και την έλλειψη νερού, υπάρχει έντονα -μόνιμα και σταθερά- στο έργο του ποιητή, όσο περίπου μόνιμο και σταθερό είναι το υγρό τοπίο που συνιστά την κίνηση, ο καταρράκτης, ο πίδακας, ο ποταμός, η θάλασσα. Τόσο οι πρώτες ακίνητες αναφορές όσο και οι δεύτερες αναγνωρίζονται ως σταθερές αναφορές του ανδριώτικου τοπίου. Η Άνδρος όσο είναι θάλασσα και νεροσυρμή, άλλο τόσο είναι και στέρνα, τέλμα και ανομβρία.
Το φυτικό βασίλειο ποτέ δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο στην ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου. Δεν του λείπει ο φυτικός διάκοσμος για να κατασκευάσει έναν. Ο ποιητής της Άνδρου αναδεικνύεται βαθύς γνώστης των φυτών, που πολλά από αυτά απαντούν στην ανδριώτικη γη. Συγκεκριμένα, υπάρχουν 24 λέξεις που αφορούν σε είδη φυτών, όπως βοτάνι και θυμάρι, λεβάντα, ρίγανη και αθάνατοι, κισσοί και περιπλοκάδες, ροδοδάφνες και πολυτρίχια, 15 λέξεις που αφορούν σε είδη λουλουδιών, όπως ανεμώνες, γαρυφαλλιές, ιβίσκοι, κρίνοι, μαργαρίτες και παπαρούνες, ρόδα και υάκινθοι, 26 λέξεις που αφορούν σε δέντρα, όπως μηλιά, συκιά, μουριά, αμπέλι, λεμονιά, πλατάνια, γαζίες και λεύκες, μυγδαλιές και ελιές, δάφνες και φιστικιές. Χωριστά αναφέρουμε τις 31 λέξεις που αφορούν σε καρπούς δέντρων, όπως σταφύλι, πορτοκάλι, κούμαρα, λωτοί, κυδώνια, ρόδια, ρετσίνι και καρύδι. Σε αυτόν τον αριθμό αν προσθέσουμε και τις σχετικές με το φυτικό βασίλειο λέξεις, όπως φύσις, φυτό, εσοδεία, δέντρο, χλωρασιά, χώμα, ρίζα, κορμός, σπόρος, βολβός, οπός, ανθός, κάλυκας, βλαστός, έλασμα, φύλλωμα, μίσχος, κλωνός, σπαρτό, κλαδεύω, οργώνω, δρέπω, θερίζω, μαραίνομαι, καρποφορώ, ριζώνω, πλατανοφόρος, εσπεριδοειδής, κισσοστεφής, και άλλες πολλές, αν συνυπολογιστεί και η συχνότητα όλων αυτών των λέξεων, διαπιστώνεται από την απαρίθμηση τους και μόνο, ότι όλη αυτή η παρουσία ούτε τυχαία υπήρξε ούτε και αποκομμένη από τον αγαπημένο του τόπο. Όλο αυτό το τοπίο αναγεννιέται στην ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου και προσλαμβάνει νέες σημασίες, χωρίς ποτέ όμως να χάνει την αρχική του υπόσταση: ήταν και παραμένει Άνδρος.
Γνωρίζοντας κανείς σε βάθος τον τόπο της Άνδρου, μπορεί να αναζητήσει υποθετικά κάποια βασικά χαρακτηριστικά του μέσα στον Πίνακα Λέξεων των ποιημάτων του Ανδρέα Εμπειρίκου. Το αξιόλογο στη συγκεκριμένη μέθοδο είναι ότι αναζητώντας λέξεις- κλειδιά για την Άνδρο οδηγείται, όπως είναι αναμενόμενο, στα ποιήματα του Εμπειρίκου, που αφορούν άμεσα στην Άνδρο, αλλά και σε άλλα, όπου διαπιστώνεται ότι η αγαπημένη νήσος υπάρχει πίσω από τον ευρύ τόπο, ως το μόνιμο σκηνικό της ποίησης του. Για παράδειγμα, αναζητώντας την υποτιθέμενη παρουσία της λέξης σχιστόλιθος, του πετρώματος που υπάρχει σε αφθονία στην Άνδρο κατευθυνόμαστε τόσο στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα, που ξεκάθαρα μας οδηγεί στην Άνδρο, όσο και στον Πλόκαμο της Αλταμίρας της Ενδοχώρας, που επίσης μας οδηγεί στη νήσο, όχι ενδεχομένως με τόση ευκολία.
Διαπιστώνεται κάτι με αυτήν την αναζήτηση, μια θέση του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, ότι η συλλογή Αι γενεαί πάσαι θυμίζει θεματικά την Ενδοχώρα και ότι κάποια ποιήματα εφάπτονται χρονικά. Αυτό πιθανότατα συμβαίνει και εδώ στην περίπτωση των σχιστόλιθων, το γεωλογικό τοπίο της Άνδρου ορίζει θεματικά και τα δύο ποιήματα. Είναι όμως μια θέση που επιβεβαιώνεται και στη συνέχεια, καθώς λέξεις σχετικές με τη νήσο συναντώνται κυρίως στις δύο αυτές συλλογές και μάλιστα παράλληλα.
Λέξεις λοιπόν που ορίζουν τη νήσο Άνδρο ανιχνεύτηκαν στον Πίνακα Λέξεων και ανευρέθηκαν. Στο Άνδρος-Υδρούσα, στο ποίημα που είναι, ούτως ή άλλως, άμεση αναφορά στο νησί, όλη η Άνδρος με ό,τι την αποτελεί και τη χαρακτηρίζει, παρελαύνει ως ύμνος από τον ποιητή στην αγαπημένη του νήσο, ίσως και ως προσπάθεια να αγκιστρωθεί σε αυτόν τον αγαπημένο τόπο, αλλά και σε κείνο τον αγαπημένο χρόνο, ως μόνιμος νοσταλγός και των δύο. Η θάλασσα, οι νεροσυρμές και οι ανδριώτικες αιμασιές, τα πέτρινα δηλ. τοιχία που συγκρατούν τα χώματα στα επικλινή εδάφη, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές αναφορές:
Η θάλασσα σουρώνει απ΄ τον αέρα
Τα νέφη τώρα ξεσχίζονται σαν τους χασέδες
Και από τις αιμασιές κατηφορίζαν οι νεροσυρμοί και
διαλαλούσαν
Το διαυγές νερό μέσα στ΄ αυλάκια
Στις σκεπασμένες με πολυτρίχια πέτρες
Στις νεαρές κοντά και στους νεάνδρους
Καθώς περίμεναν ιμερικοί και μαγεμένοι
Τους γερανούς με τους χρησμούς στα ράμφη.
Στο ίδιο ποίημα προβάλλουν οι περιστεριώνες του νησιού:
Τότε από την κορυφή του πιο ψηλού περιστεριώνα
Που έλαμπε στον λόφο σαν πέτρινη δαντέλλα […]
Οι λεμονιές, χαρακτηριστικό δέντρο της Άνδρου, δεν αναφέρονται μόνο στο Άνδρος-Υδρούσα:
Μία κόρη απ΄ τις πολλές ως κορυφαία νύμφη
Εύοσμη και πανέμορφη σαν άνθος λεμονιάς
Αλλά και στην Υψικάμινο, (Στέλνω):
Με λεμονιές που ανθούν για πάντοτε τον χρόνον;
Και στην Ενδοχώρα, (Το πλεονέκτημα μιας κόρης είναι η χαρά του ανδρός της):
Και το ξημέρωμα στο κέντρον του νησιού
Θυμίζει τους ανέμους που σηκώνουν
Τους πέπλους μιας νύφης σε χώρα τροπική
[…]
Τέλος λύνει την κόμη της η νύφη
Κ΄ οι λεμονιές μεθούν τ΄ αηδόνια
Ποιος μπορεί να πει ότι το ξημέρωμα στο κέντρο του νησιού με τις λεμονιές δεν είναι η νήσος Άνδρος;
Και τα αμπέλια της Άνδρου προβάλλουν, πάλι στο Άνδρος-Υδρούσα:
[…] άκουσα τα φτερουγίσματα των κοριτσιών
Επάνω από τ΄ αμπέλια και τους φράχτες.
Η καλλιέργεια που έφερνε πλούτο στην Άνδρο ήταν των φύλλων της μουριάς για την παραγωγή του μεταξιού. Η μουριά αναφέρεται στα ποιήματα του Εμπειρίκου, μεταφέροντας μας και πάλι σε ανδριώτικο τοπίο, στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα:
Καθήμενη σε μια σκιά του κήπου
Κάτω απ΄ τα φύλλα της μουριάς […]
Οι ελιές πανταχού παρούσες στη νήσο και η καλλιέργεια τους ήταν από τις σημαντικότερες στο παρελθόν. Στο ποίημα Μερικές περιπτώσεις της συλλογής Αι γενεαί πάσαι, ο Εμπειρίκος αναφέρει τον καρπό της και συνθέτει μέσω αυτής της παρουσίας ξεκάθαρα τον τόπο της Άνδρου, τον ουρανό, τη θάλασσα , τις στεριές, το λάδι:
Υπάρχουν μόνον έρωτες χωρίς επίθετα
Όπως υπάρχει ο ουρανός η θάλασσα οι στεριές το λάδι
Το λάδι της ελιάς και το λάδι της μηχανής
Αλλά και οι ελαιώνες του νησιού μαζί με το κατεξοχήν πέτρωμα του νησιού, το σχιστόλιθο, προβάλλουν πάλι στην Ενδοχώρα στον Πλόκαμο της Αλταμίρας:
Στην βουνοκορφή δεσπόζουν τροχαλίαι. Στην πε-
διάδα περιστρέφονται ελαιοτριβεία και η διαρκής πα-
ραγωγή των λατομείων, συγκρίνεται μ΄ εκβραχισμούς
των σχιστολίθων. Μες΄ στο λιοπύρι περιΐπτανται κο-
ρυδαλλοί και όσοι κοιτούν τον χάλυβα να λυώνη, μοια-
ζουν με ιππείς που ξαφνικά πεζεύουν μπρος σε βρύση.
Ο σχιστόλιθος αναφέρεται μια ακόμη φορά στο Άνδρος-Υδρούσα:
Και ακόμη εψήλωνε ογκούμενη η Κουβάρα
Σαν πυραμίς χτισμένη από σχιστόλιθο […]
Αναζητώντας την υποτιθέμενη παρουσία των ανεμόμυλων οδηγούμαστε ξανά σε ανδριώτικο τοπίο, στο ποίημα Άνδρος ή η άφιξις:
Απέναντι μου ο αιγιαλός
Πίσω μου οι ώρες και τα σπίτια
Ο δρόμος άσπρη κιμωλία
Οι ανεμόμυλοι τα μπράτσα των τεντώνουν
Η κάθετη ώρα είναι μεσημβρία.
Συνεχίζοντας την αναζήτηση των σχετικών με τη νήσο λέξεων, οδηγούμαστε ξανά στην Ενδοχώρα στο ποίημα Ο ψίθυρος του τηλεβόα, όπου έχουμε την παρουσία μιας κοραλένιας χερσονήσου, που παραπέμπει στη χερσόνησο της Χώρας:
Το υπερωκεάνειον αυτό έχει τριάντα βάρκες
Είναι γιομάτες από πληθυσμούς μιας κοραλένιας χερσο-
νήσου […]
Εκτός από τον φάρο της Φάσας στο ποίημα Πολλές φορές την νύκτα της Οκτάνα, αναφέρεται και ο φάρος του Γαυρείου στο ομώνυμο ποίημα:
Ω Γαύρειον που με θωρείς
Σαν αδελφό από τον ίδιο πατέρα
[…]
Οι νύμφες που κοιτώ και κυνηγώ
Από τους βράχους πέφτουνε και αγάλλονται στις δίνες
Που κάτω από το φάρο σου χαίνουν και ρουφούν […]
Πάλι στη συλλογή Αι Γενεαί Πάσαι, στο ποίημα Θερινά γυμνάσια συναντάμε τοπίο γνώριμο, τόσο που να μας οδηγεί, ενδεχομένως, στο φάρο Τουρλίτη της Χώρας:
Η σαύρα που δεν σύρθηκε ματαίως
Στα κράσπεδα του αιγιαλού
Με τον παλιό τον φάρο στην κορφή
Που στέκει και κοιτάζει
Τ΄ άστρα της δύσεως και τους ερωτευμένους […]
Στο ποίημα Κράμα ενιαυτών της Ενδοχώρας συναντάμε δεξαμενές, αλλά και το πατητήρι, σε χαρακτηριστικό ανδριώτικο τόπο:
Οι μώλωπες της γης προσμένουν την βροχή
Ένα κορίτσι διασχίζει την αυλή
Τ΄ αφηνιασμένα αλόγατα τα συγκρατούν τα χαλινάρια τους
Κατάντικρυ στον σταύλο ετοιμάζουν το νέο πατητήρι
[…]
Μα η βροχή θα πέσει
[…]
Οι δεξαμενές την περιμένουν
Μια κατσίκα βόσκει ακόμα εμπρός στην πόρτα
Μια γυναίκα περιεπλάκη σ΄ ένα βάτο και δεν μπορεί να
βγη […]
Στο Άνδρος-Υδρούσα συναντάμε το βορδωνάρι, που αποτελεί δομικό στοιχείο του ανδριώτικου σπιτιού:
«Είμεθα νέανδροι και κτίζουμε με σπίθες
Είμεθα νέανδροι και σπέρνουμε με σπέρμα
Φυτεύουμε με αστραπές γκρεμίζουμε με βορδωνάρια […]»
Στο ποίημα Το φράγμα της Ενδοχώρας συναντάμε μια μορφή που θυμίζει τη γερόντισσα του Πάνω Κάστρου στο Κόρθι και την παραλία, που είναι γνωστή ως Της γριάς το πήδημα:
Στην αμμουδιά στέκει ακόμη μια γρηά και παρατηρεί τα
γηρατειά της θάλασσας
Το πρόσωπο της το σουρώνει ο άνεμος
Και τάσπρα της μαλλιά περιτυλίγονται γύρω από τα
ξάρτια του καραβιού […]

Το ποίημα Ριπή είναι αποκαλυπτικό για την προϊστορία του νησιού αλλά και των Κυκλάδων. Ο ποιητής μας οδηγεί στο μακρινό παρελθόν της νήσου, προτού αυτή αναβρύσει μαζί με τις κοραλένιες συμπληγάδες των υπόλοιπων νησιών, προτού αυτή ξεπηδήσει ως μικρή παιδίσκη, καθώς το ύδωρ από την πηγή:
Σαράντα χρόνια και σαράντα πέντε μέρες
Πριν ανοιχθούν οι κάμποι και οργωθούν
Πριν αναβρύσουν εκ βαθέων οι σποράδες
Κ΄ οι κοραλένιες συμπληγάδες των νησιών
Πριν γίνει μάτι η συσπείρωσις του σκότους
Κι΄ αλλάξουν λέπια τα θαλάσσια ζωντανά
Βγήκες ορθή σχεδόν γυμνή κι΄ απροκαλύπτως
Εντός αφάνταστης στιγμής που μας γελούσε
Μικρή παιδίσκη καθώς ύδωρ μιας πηγής.
Στο ποίημα Στροφές Στροφάλων τόσο τα ψηλά καμπαναριά όσο και οι χαρακτηριστικοί πύργοι της Άνδρου συμπορεύονται μέσα στη νήσο και συνθέτουν μια ακόμη εικόνα της, μια κατεξοχήν μεσημβρινή στιγμή της:
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δούν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους.
Πέρα από τον οποιοδήποτε συμβολισμό που έχει η πέρδικα, είναι και πτηνό που απαντά στην Άνδρο. Έτσι, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι η παρουσία της στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα:
Όταν μες΄ στις αυλές ανθούν οι κρίνοι
Και οι πέρδικες βλέπουν από μακριά να πλησιάζει
Ορθόπλωρο το βαθυκάρενο μελτέμι […]
Το χωριό Μαίνητες στις πλαγιές του όρους Πέταλο προβάλλει στο ποίημα Νεφέλη (Αι γενεαί πάσαι), ποίημα μανικό, όπως μανικός ήταν και ο τόπος του συγκεκριμένου οικισμού. Σύμφωνα με την παράδοση, στις Μαίνητες τελούνταν μεγάλες διονυσιακές γιορτές και έτσι, το όνομα του χωριού έλκει την καταγωγή του από τις μαινάδες, τις νύμφες του θεού Διόνυσου:
Η νεαρά κοσμόπολις και οι λεγεώνες της
Μετατοπίζουν την πληθυντική μας παρουσία
Και ταυτοχρόνως καταφθάνουν οι παρόμοιοι
Με δημογέροντες κιθαρωδοί και τα κορίτσια των
Σε τόπον συγκεντρώσεως νεανίδων
Με εξαίσιες χώρες ηβικές και στήθη
Και ιδού που τώρα ενώπιον όλων
Τις ρώγες όλων πιπιλίζουν
Οι ερασταί του πλήρους έρωτος
Οι ερασταί που καταφθάνουν
Υψιτενείς μεμουσωμένοι
Από τα βάθη του ιμέρου των
Και από τα δάση της ιεράς μανίας.

Οι νύμφες στις Μαίνητες προβάλλουν στο ποίημα Άνδρος-Υδρούσα, αφού πρώτα ο ποιητής μας περιγράψει τον τόπο στον οποίο βρισκόμαστε, στο χωριό Μαίνητες που λάμπει σαν πέτρινη δαντέλλα:
Τότε από την κορυφή του πιο ψηλού περιστεριώνα
Που έλαμπε στον λόφο σαν πέτρινη δαντέλλα
Βγήκε ντυμένη ελαφρά
Μία κόρη απ΄ τις πολλές ως κορυφαία νύμφη […]
Η νήσος Άνδρος για τον Εμπειρίκο είναι μια νήσος των Ροβινσώνων. Η νήσος των Ροβινσώνων για τον Εμπειρίκο είναι η νήσος Άνδρος. Αναφέρονται χαρακτηριστικοί στίχοι από το ομώνυμο ποίημα. Η Άνδρος αναγνωρίζεται παντού:
Η νήσος είναι κατάφυτη και καρπερή. Έχει πολλές καρύδες και οπώρες. Έχει πουλιά (πουλιά του Παραδείσου) έχει και ζώα. Όμως δεν έχει παρά έναν μονάχα κάτοικο –τον ναυαγό.
[…]
Απ΄ τις ακτές έως τις λόχμες, απ΄ τους αιγιαλούς ως τις πυκνές περιπλοκάδες, παντού ο χρόνος κάρφωσε τα όστρακα του
[…]
Μόνον τα βότσαλα της παραλίας, η άμμος η στιλπνή και πέρα η θάλασσα η πλατυτάτη εκτείνονται και θα εκτείνωνται γύρω από την νήσον, σαν αδυσώπητος, στυγνή αιωνιότης
[…]
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος είτε ως Ροβινσώνας είτε ως καραβοκύρης είναι βαθιά και συγκινητικά αφοσιωμένος στην Άνδρο και στο σύμπαν που την ορίζει. Το ποίημα Μερικές περιπτώσεις είναι αποκαλυπτικό της ζωής που επέλεξε ο ποιητής να ζήσει, μέσα από την εικόνα του καραβοκύρη,
που αγάπησε την θάλασσα την ίδια
Έτσι όπως καθότανε στο φιλιστρίνι της καμπίνας του
Και κοίταζε την απεραντοσύνη των υγρών εκτάσεων

Κεραυνοβόλος ο έρωτας και αμέσως πετάχθηκε ο καραβοκύρης
Πρώτα στα καταστρώματα και ευθύς μετά στη γέφυρα
Με τα μαλλιά του ανάστατα
Με την καρδιά του να κτυπά σαν μέγα ξυπνητήρι
Με ομηρικούς αιγιαλούς
Με Αχαιών στρατούς και στόλους στην ψυχή του
Τα πάντα προσφέροντας στη θάλασσα
Αλλάζοντας γι΄ αυτήν τελείως την ζωή του […]

Στο ποίημα Άνδρος της συλλογής Αι Γενεαί Πάσαι ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο εξ Άνδρου ποιητής και μόνιμος νοσταλγός της νήσου, ο μοναχικός περιπατητής αλλά και ο συλλέκτης των πιο κρυφών και μοναδικών στιγμών της, είτε με την φωτογραφική κάμερα είτε με την πένα, αναφωνεί με τρόπο μοναδικό και με αγάπη βαθιά, που αναδεικνύει, και μόνο με τους παρακάτω στίχους, τη θέση που κράτησε για την Άνδρο στην ψυχή του:
Έρχομαι.
Οι αισθήσεις μου σπαργώσαι ώσεις
Καμιά κλεψύδρα δεν μπορεί
Στη νήσον αυτή να εξαντλήση
Την άμμο της πιο μικρής ακόμη ακρογιαλιάς
Κανένα μέτρο να μετρήση
Το διάφανο μπλάβο βάθος
Που έχουν εδώ τα κρεμαστά νερά,
Κανέν΄άλλο νησί δεν ημπορεί να δώση
Για την ψυχή και τις αισθήσεις
Στον κόσμο τούτο βιος
Πιο ζείδωρο και πλούσιο.


Κόρθι, 18-5-1955