Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ


ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ, Ι


Σαν τα παλιά εικονίσματα που ανάμεσα

απ' τα φθαρμένα χρώματα και το λιωμένο ξύλο

απ' την πικρήν αρπάγη του καιρού

κρατάν ακόμα απείραχτα τα μάτια

και βουρκωμένα σε θωρούν, σοφά

από πολλήν επίγνωση μες στη σιωπή τους

από πολλήν ακινησία κι από μόνωση-

έτσι

μεσ' από τον καιρό μού έρχεσαι τώρα

και τα μάτια σου πονεμένα με θωρούν.


ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ, ΙΙ


Σαν τα παλιά εικονίσματα που τα φυλάγουν

στο ιερό βαθιά, στην πλέον

απόκρυφη γωνιά του, και με άκρα

προσοχή τα πλησιάζουν και τα προσκυνούν

και τα προσέχουν σαν τα μάτια τους

κι εκείνα κρατάνε μια δροσιά παράξενη

κι ευωδιάζουν το ξύλο και τα χρώματά τους-

σαν τα παλιά εικονίσματα σε πήρα

και στο στήθος μου σ' έκρυψα βαθιά.


ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Δ' Χαιρετισμοί, Περί Ψυχής







ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Βαρύ φορτίο για τον άνθρωπο η ψυχή, αφάνταστα βαρύ για τόσο αδύναμο σκαρί. Πάλι καλά που το ταξίδι δεν κρατά πολύ.


Χώμα ο άνθρωπος, χώμα κι ο αετός, όμως ο άνθρωπος μουλιάζει και σαπίζει, ενώ ο αετός πετά ψηλά.

  • Μονάχα όταν τρώμε ή κοιμόμαστε δεν επιχειρούμε πράγματα που μας ξεπερνούν. Μονάχα τότε δεν διαπράττουμε το αμάρτημα της έπαρσης. Κι ίσως, ακόμα, όταν ερωτευόμαστε απλά, σαν ζώα.


  • Την αλήθεια δεν τη φτιάχνει ο άνθρωπος. Τη βρίσκει μόνο και τη χάνει.


    ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ

    Ξηλώνει η ψυχή μου στις ραφές. Κάτι φουσκώνει μέσα της, κάτι να την τινάξει θέλει από πάνω του. Σαν το κορμί που δεν χωράει πια στα ρούχα, σαν την ψυχή που δεν χωράει πια στο σώμα, έτσι φουσκώνει κάτι μέσα στην ψυχή μου και την ξηλώνει στις ραφές.

  • Κοιτώ τα πόδια μου και λύπηση μεγάλη με καταλαμβάνει, στεγνά και κουρασμένα, όπως τα βλέπω, γεμάτα φλύκταινες και κάλους.
    Πόσες φορές σε κάρβουνα πατήσανε, για μένα, αναμμένα, πόσες φορές, κλοτσώντας το βυθό, με γλίτωσαν απ' τον πνιγμό και μ' έφεραν ξανά στην επιφάνεια, και τι αποστάσεις, τι λαβύρινθους, ματαίως, διανύσανε για να με οδηγήσουν στην ψυχή μου!Όταν σημάνει η σάλπιγγα της Κρίσης και κριθώ, ας πάω ο μισός στην κόλαση που μου ταιριάζει κι ας πάνε τα φτωχά τα πόδια μου, επιτέλους, να περπατήσουν στη δροσιά, στο μαλακό γκαζόν του Παραδείσου.

    • Σαν τρυφερό κλαδί λυγίζει η ψυχή μου στην ορμητική πνοή του απείρου, λυγίζει αλλά δεν σπάει. Για πόσο ακόμη; Το τρυφερό κλαδί σκληραίνει και ξύλο γίνεται που δεν λυγίζει, αλλά σπάει.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη 2006

    Έρμαν Έσσε, Ο εξομολογητής


    "Είναι η μοίρα μερικών ανθρώπων

    να βιώνουν τη ζωή σαν θλίψη και πόνο,

    όχι μόνο θεωρητικά με κάποιο λογοτεχνικό αισθητικό πεσσιμισμό, αλλά σωματικά και πραγματικά.

    Σ' αυτούς ανήκω"


    ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


    "Είχα παίξει κι εγώ ο ίδιος κάποτε, γεμάτος ικανοποίηση, με τη σοφία των πατέρων και όταν ακολουθούσα ήδη το δρόμο του Σταυρού, οι θεολογικές σπουδές με γέμιζαν χαρές μα και λύπες, όπως ήταν φυσικό. Τις σκέψεις μου απασχολούσε πιο πολύ απ' όλα η δημιουργία του κόσμου και προπάντων η ιδέα ότι με την αποπεράτωση του θεϊκού έργου θα μπορούσαν να είναι όλα όμορφα και καλά [...]. Στην πραγματικότητα όμως μόνο για μια στιγμή παρέμειναν όλα καλά και τέλεια, τη στιγμή του Παραδείσου. Αμέσως μετά, την επόμενη κιόλας στιγμή, εισχώρησαν σ' αυτή την τελειότητα η αμαρτία και η κατάρα, γιατί ο Αδάμ είχε φάει ακριβώς από εκείνο το δένδρο που του είχε απαγορευτεί.




    [...] Υπάρχει μια διδασκαλία που ισχυρίζεται ότι η δημιουργία δεν είναι έργο κάποιου θεού, αλλά του Διαβόλου. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να βοηθήσουμε με τις διάνοιές μας. Να συντρέξουμε τον Λυτρωτή στη δημιουργία του νέου πνευματικού κόσμου που έρχεται. Έτσι φτιάχνουμε τους θεούς και τους κόσμους και τις δημιουργίες στα μέτρα μας, λογομαχούμε και ασκούμε τη θεολογία. Ώσπου μια ημέρα έπεσα με μεγάλο πυρετό στο κρεβάτι, έτοιμος να πεθάνω. Μέσα στα πυρετικά μου όνειρα πάλευα με τον Δημιουργό, έπρεπε να πολεμήσω και να χύσω το αίμα μου, όλοι οι δικοί μου είχαν κατατρομάξει μέχρι που έφτασα να νομίζω, τη νύχτα του πιο μεγάλου πυρετού, ότι έπρεπε να σκοτώσω τη μάνα μου για να εξαλείψω από το πρόσωπο της γης τη σαρκική μου γέννηση! Ο Σατανάς με είχε κυνηγήσει με όλα μαζί τα σκυλιά του, μέσα στα πυρετικά μου οράματα. Κάποτε όμως έγινα καλά και προς μεγάλη απογοήτευση των παλιών μου φίλων επέστρεψα στη ζωή, εντελώς αλλαγμένος όμως, ένας κουτός, σιωπηλός άνθρωπος με το πνεύμα του χαμένο. Οι σβησμένες δυνάμεις του κορμιού μου επέστρεψαν γρήγορα αλλά όχι και η χαρά του φιλοσοφείν. Γιατί εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες της ανάρρωσης, και ενώ εκείνα τα φριχτά, πυρετικά μου όνειρα είχαν αρχίσει να γίνονται πιο ήπια, αισθάνθηκα κάποια στιγμή που ξύπνησα τον Σωτήρα στο πλευρό μου και ένιωσα τη δύναμή του να γεμίζει ολάκερο το είναι μου. Όταν όμως έγινα εντελώς καλά, έπεσα σε μεγάλη θλίψη, γιατί δεν μπορούσαν πια να ξαναζήσω το πλησίασμά του. Η ζωή μου γέμισε από τη λαχτάρα γι' αυτό το πλησίασμα, μα μόλις άρχισαν να ηχούν και πάλι στ' αυτιά μου οι ίδιες, ατέλειωτες θεολογικές συζητήσεις και διαμάχες, ένιωσα αμέσως σε τι μεγάλο κίνδυνο βρισκόταν αυτή μου η λαχτάρα -ήταν κάποτε το πιο ακριβό μου αγαθό- να μπερδευτεί μέσα σ' όλες αυτές τις λέξεις και τις σκέψεις και να χαθεί όπως το νερό που το καταπίνει η άμμος. Αρκετά, αγαπητέ μου, με τη θεολογία και την εξυπνάδα μου, είχα φτάσει πια στο τέλος. Από τότε ανήκω στους αφελείς. Παρ' όλα αυτά, όταν συναντήσω κάποιον που ανακατεύεται με φιλοσοφίες και μυθολογίες, κάποιον που ξέρει να παίζει μ' αυτά τα παιχνίδια, όπως έκανα κι εγώ κάποτε, δεν τον κατατρέχω ούτε τον περιφρονώ. Όπως έπρεπε να καταλάβω κάποτε πως δημιουργός και πνευματικός θεός, πως δημιουργία και λύτρωση μέσα στην ακατάληπτη αλληλεξάρτηση και ταύτισή τους θα παρέμεναν για μένα ένα άλυτο αίνιγμα, έτσι έπρεπε να μάθω επίσης ότι τους φιλόσοφους δεν μπορώ να τους κάνω πιστούς. Δεν είναι της αρμοδιότητάς μου.




    Θέλω όμως να σου πω κάτι, Ιωσήφ: αυτοί οι κοσμικοί στην πραγματικότητα δεν έχουν κάνει καμία αμαρτία. Όσες φορές προσπάθησα να έρθω στη θέση τους και να σκεφτώ σαν κι αυτούς κατάλαβα ότι είχα να κάνω με παιδιά. Δεν είναι φρόνιμα ούτε καλά κι ευγενικά. Είναι εγωιστές, φιλήδονοι, αλαζονικοί και θυμώνουν εύκολα. Στο βάθος όμως είναι αθώοι. Αθώοι με τον τρόπο που είναι και τα παιδιά. [...] Είναι παιδιά κι όταν έρχονται με βαριά τη συνείδησή τους για να εξομοληγηθούν, απαιτούν να τους πάρει ο άλλος στα σοβαρά και να τους τα ψάλει από την καλή. Τουλάχιστον αυτή είναι η γνώμη μου.

    [...]

    Οι άνθρωποι του κόσμου είναι παιδιά, γιε μου. Και οι άγιοι -πρόσεξέ το αυτό- δεν έρχονται σ' εμάς για να εξομολογηθούν. Εμείς, εσύ κι εγώ και όλοι οι όμοιοί μας, είμαστε αναχωρητές, φυγάδες του κόσμου, δοσμένοι στην αιώνια αναζήτηση. Δεν είμαστε παιδιά ούτε αθώοι, και δεν μπορούμε να συνετίσουμε τον κόσμο με αυστηρά κηρύγματα και τιμωρίες. Εμείς είμαστε οι μοναδικοί αμαρτωλοί, εμείς οι γνώστες και οι σκεπτόμενοι που φάγαμε από το Δένδρο της Γνώσης. Δεν μπορούμε να μεταχειριστούμε ο ένας τον άλλον σαν παιδιά που τα δέρνουν με τη βέργα και τ' αφήνουν πάλι να τρέξουν. Εμείς δεν το σκάμε ξανά μετά την εξομολόγηση και τη μετάνοια για τον κόσμο των παιδιών, εκεί που κάνουν γιορτές, κανονίζουν τις δουλειές τους και πολλές φορές σκοτώνονται μεταξύ τους. Δεν βιώνουμε την αμαρτία μέσα μας σαν ένα σύντομο κακό όνειρο, που μπορεί να το αποτινάξει κανείς από πάνω του με εξομολόγηση και θυσία: εμείς παραμένουμε μέσα σε αυτή, δεν είμαστε ποτέ αθώοι, καιγόμαστε μέσα στην πυρκαγιά της συνείδησής μας και γνωρίζουμε ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ξεπληρώσουμε την ενοχή μας, και πως αυτό θα γίνει μόνο όταν ο Θεός δει το θάνατό μας με ευμένεια και μας υποδεχτεί στη Χάρη του και στο Έλεός του. Αυτός είναι ο λόγος, Ιωσήφ, που δεν μπορώ, ούτε σε σένα μα ούτε και σε μένα να κάνω κήρυγμα ή να επιβάλω τη μετάνοια. Εμείς δεν βασανιζόμαστε από αυτή ή εκείνη την παρεκτροπή ή την οποιαδήποτε κακή πράξη, αλλά από το ίδιο το προπατορικό αμάρτημα. Το μόνο που μπορούμε να εγγυηθούμε ο ένας στον άλλον είναι η κοινή γνώση και η αδελφική αγάπη. Δεν μπορούμε όμως να επιδιώξουμε τη γιατρειά μέσα από την τιμωρία. Δεν το γνώριζες λοιπόν αυτό;"


    ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο εξομολογητής, Οι κλασικοί της Νεφέλης
    Φωτογραφία: όρος Σαραντάριο ή αλλιώς όρος των Πειρασμών

    Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

    Λόγια όταν το χιόνι λιώνει και ποτάμι γίνεται


    ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ


    Μα πόσα λόγια φτάνουν στον προορισμό τους;

    Άραγε πόσα λόγια έχουν αποδέκτη;


    Λόγια του τρεχούμενου νερού με λειασμένα βότσαλα της

    ακροποταμιάς

    Λόγια φιλάργυρα της στάλας που πέφτει από τη σφιγμένη

    βρύση

    Λόγια κλεισμένα στο ανήλιαγο δωμάτιο σαν χέλια αργά

    και ράθυμα στη στέρνα

    [...]

    Λόγια της βροχής που πλημμυρίζει τα σπίτια ως τα ψηλά

    πατώματα

    [...]

    Λότια περίσφιχτων σωμάτων που διατηρούν την ηδονή

    ακόμα και στις αναμνήσεις

    Λόγια που φέρνουν χαμόγελα στα παιδιά όπως το φως

    φέρνει στα φύλλα χλωροφύλλη

    Λόγια του οχυρωμένου έρωτα όπως το πετραδάκι μες

    στο στρείδι που δεν γίνεται μαργαριτάρι

    [...]

    Λόγια πεθαμένων ποιητών που αναδύονται από ρωγμές

    τσιμέντου, όπως φυτρώνουν κάποιοι θαμμένοι σπόροι

    στο καμένο δάσος

    Λόγια που λέγονται μέσα μας ακόμα και όταν μένουμε

    αμίλητοι


    Αλίμονο, η βαρύτερη τιμωρία είναι να μην μπορείς να

    βρεις τα λόγια για όσα πράγματα θα ήθελες να πεις.


    ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΤΙΤΟΣ, Η νέα χάραξη, Κέδρος 2007
    Στη φωτογραφία ο ποταμός που διασχίζει το χωριό του Άη Γιώργη στην Καππαδοκία

    Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

    Τώρα που όλα έχουν γίνει πιθανά και οι τιμωροί παντού...


    Και αφού όλα πια είναι πιθανά και οι τιμωροί παντού
    ας ελευθερούμε επιτέλους από την κακία που μας περιμένει στη γωνία
    ας την αγνοήσουμε
    ας υψωθούμε πάνω της και πέραν της.
    Μπορούμε;
    ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ

    Ομολογώ πως τώρα πια φοβάμαι


    όλα έχουν γίνει πιθανά


    ακόμα και η εκδίκηση ανθρώπων


    που δεν τους γνώριζα


    που δεν τους φανταζόμουν.


    Γέμισε ο τόπος τιμωρούς


    και οι πιο βίαιοι


    οι πιο ανελέητοι


    είναι ακριβώς εκείνοι


    που τίποτα δεν έπαθαν ποτέ.





    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Η Νέα Χάραξη, Κέδρος 2007

    Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

    Σονάτες για την Ημέρα της Ποίησης


    Ποιητής κάτω από το Μπέλες -ίσως γι' αυτό και τον ξεχώρισες απ' την αρχή. Ήταν ο τόπος ο κοινός και τα βιώματα. Κάτω από το Μπέλες κι εσύ στο προσφυγοχώρι έζησες απ' όταν άρχισες να νιώθεις τον κόσμο. Εκεί περπάτησες μακριά από τα βλέμματα μάνας και πατέρα. Η γιαγιά κι ο παππούς -ο κεχαγιάς- που' ταν άρχοντας στους τρόπους και μυαλό ανοιχτό και δε χωρούσε στον κόσμο των άλλων μόνο το βούισμα άκουγε κι αυτός και μας το' χει μεταδώσει. Ήρθε και φώλιασε πάνω στο γραφείο από το καλοκαίρι τότε που έστρεψες τα μάτια να ζητήσεις άσυλο και ήταν ο μόνος που στο έδωσε. Και τότε τον έκλαψες για πρώτη φορά. Κι ας πάνε τριάντα χρόνια από τότε που έφυγε. Τώρα τον έκλαψες, παιδί και μεγάλη μαζί. Παιδί που δε λέει να μεγαλώσει. Που φοβάται και κείνος το νιώθει. Και τον θρήνησες σα να χε φύγει μόλις. Και πολύ το θέλησες να ναι κοντά σου τώρα όπως παλιά που σου' χε αδυναμία. Όμως δεν είναι. Μόνο στα όνειρα και τούτο σπάνια. Μα σαν έρχεται φωτάει ο τόπος από το άρωμά του και το βλέμμα του ζέστο σε συν-χωράει. Και να χωρέσεις θέλεις -άλλο δε ζήτησες. Για μια και μοναδική φορά στη ζωή να συν-χωρέσεις ζήτησες.

    Ίσως γι' αυτό ξεχώρισες τον ποιητή απ' την αρχή. Ήταν ο τόπος ο κοινός ήταν και τα βιώματα


    ΣΟΝΑΤΑ Ι


    Ήρθε μες στη βροχή. Ποιο ήταν τ' όνομά της;

    Τα στήθη της στο ύψος των χειλιών μου

    κι εκείνη -πώς να εξηγήσεις τα θαύματα;-

    με κράτησε κρυφά στην αγκαλιά της

    και σμίξανε τα χείλη μας στα σκοτεινά,

    δίπλα σ' ανάσες βρομερές, σε μια γιορτή

    σα φύσηξε και πλάκωσε σκοτάδι.

    Και έτρεχα ξοπίσω της

    σε πανηγύρια και γιορτές

    κι όλοι μαντέψανε απ' το θολό μου βλέμμα.


    ΣΟΝΑΤΑ IV


    Είναι πιο εύκολο να σ' αγαπώ σαν ξεμακραίνεις.

    Όταν σιμώνεις έρχονται πουλιά,

    ανθίζουν τ' αγριόχορτα,

    και ξεχειλίζουν τα στεγνά ποτάμια

    σε πείσμα των προβλέψεων.


    ΣΟΝΑΤΑ VI


    Ν' ακούω τη φωνούλα σου

    σιμά' πο το αυτί μου

    να μου ιστορεί το όνειρο

    που μ' άδραξε το βράδυ.


    ΣΟΝΑΤΑ VIII


    Ο χρόνος δύσκαμπτος

    σε δυο χέρια πλεγμένα.

    Τρυφερή η παλάμη σου αγγίζει το όνειρο,

    κεντά τη μνήμη

    και φράζει τ' αδιέξοδα.


    ΣΟΝΑΤΑ ΙΧ


    Τα όνειρα ξεφεύγουνε απ' τις ρωγμές.

    Ποια θα' θελες να σου φυλάξω,

    να τα κρατήσω αγκαλιά, σα να' τανε παιδιά μου;


    ΣΟΝΑΤΑ Χ


    Είναι ο έρωτας που διαρκεί

    ή μήπως το μαύρο του θανάτου

    και δακρύζει;


    ΣΟΝΑΤΑ ΧΙ


    Άγγιξέ με μια στιγμή, για να σιάξει

    το μέσα μου, να προχωρήσω πιο πέρα.

    Το εγώ στο εσύ ν' αντιστρέψω

    και τότε να μετρήσω το μπόι μου.


    ΣΟΝΑΤΑ XVI


    Ποιος το πιστεύει τ' όνειρο όσο το πεθυμάει;

    Κι εγώ που σε πεθύμησα στα όνειρα πλανιέμαι.

    Το χρόνο κεντώ ανάποδα και τη μορφή σου ψάχνω.


    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΙΕΝΤΖΙΔΗΣ, Η ένδοξη αναχώρηση του Άι-Φωτιά, Μεταίχμιο 2008

    Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

    Δυο ποιήματα για σήμερα


    Όλη τη νύχτα να βλέπεις βροχές και υπόγεια και δωμάτια που δε βολεύεσαι μέσα τους και να τρέχεις από εδώ και να κατεβαίνεις στα υπόγεια και ούτε σ' αυτά να βολεύεσαι και να ρχεται η πρώτη η αγάπη -χρόνια τώρα να τη δεις- και να λες τι θες εσύ εδώ τι αναζητάς κι απόκριση καμιά γιατί ως το τέλος δεν της στάθηκες μόνο το βλέμμα της απόγνωσης σου ρίχνει που ως τα τώρα θες δε θες τη συνοδεύει.

    Κι έπειτα ο ποταμός και βροχή πάνω του ακατάπαυτη βροχή ν' ανεβαίνει ο ποταμός ώρα την ώρα ν' ανεβαίνει φυρονεριά θυμήθηκες και είπες μες στον ύπνο το θυμήθηκες και φύγετε λέγαν αυτοί μέσα στο δάσος γιατί ανεβαίνει ο ποταμός και είναι επικίνδυνα πολύ. Πάμε είπα τότε, ανεβαίνει ο ποταμός θα γίνει λίμνη θα μας βουλιάξει.

    Κι ήταν όλα μες στο όνειρο εκεί κατά τον όρθρο και τώρα θυμάσαι πως τη νύχτα μ' ένα στίχο σε πήρε ο ύπνος ένα στίχο που δε σηκώθηκες να τον γράψεις θα τον ξαναθυμηθώ είπες και τώρα τον θυμάσαι τώρα αυτή τη στιγμή πως η σιωπή και η απουσία αδερφές όπως ο ύπνος και ο θάνατος αδέρφια.



    ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΔΑΔΙ



    Αν ήθελες να μ' αγγίξεις λίγο

    και τα χέρια να φέρεις απαλά επάνω στις πληγές

    θα' βλεπες πόσο εύκολα θα πετούσα

    κλαδιά και φύλλα.

    Πόσο,

    σαν ελατήριο συσπειρωμένος, τόσα χρόνια,

    έτοιμος είμαι να τιναχτώ

    και προπαντός,

    σαν το παλιό δαδί, το στεγνωμένο,

    ή σαν τα δάση τα ξερά στον κατακόρυφο

    ήλιο του Αυγούστου,

    φωτιά ν' αρπάξω μ' ένα τίποτα

    και να καώ.



    ΕΛΑ ΝΑ ΚΑΟΥΜΕ



    Έλα να καούμε

    να γίνουμε παρανάλωμα

    να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις



    είκοσι χρόνια περίμενα τη στιγμή αυτή

    είκοσι χρόνια χωρίς να το ξέρω ετοιμαζόμουν

    χρόνια της πέτρας όμως στα ενδότερα

    καιόμενος με σιγανή φωτιά,

    κι εσύ να περιμένεις από τα γεννοφάσκια σου,

    πιο πίσω ακόμα, από τη μήτρα της μάνας σου,

    σε κρύα δωμάτια, άξενα, λησμονημένη,

    και να' χεις γίνει έλασμα ως τον παροξυσμό



    έλα να καούμε λοιπόν,

    ακόμα πιο ψηλά, ακόμα λίγο,

    να μπούμε μέσα στην καρδιά του ήλιου

    να γίνουμε παρανάλωμα

    να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις-

    αλλιώς δεν είναι δυνατό να γίνει.



    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

    Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

    Περί της του Έρωτα ουσίας


    ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΟΥΣΙΑΣ


    Επιστολή εκ Παρισίων

    προς τον σύντροφο Κοστρόφ


    [...]

    Ο έρωτας

    για πάντα

    μ' έχει τραυματίσει-

    με το ζόρι περπατώ.

    Για μένα ο έρωτας

    δεν είναι γάμος:

    ξαγάπησα-

    έφυγα.

    [....]

    Ο έρωτας

    δεν είναι

    προσάναμμα φωτιάς

    μήτε φλόγα

    που κάρβουνα ανάβει,

    μα' κείνο που ορθώνεται

    πίσω από του στήθους τα βουνά

    και πάνω

    απ' των μαλλιών τις ζούγκλες.

    Αγαπώ-

    σημαίνει:

    στο βάθος της αυλής

    να τρέξεις

    και μέχρι τη νύχτα τη βαθιά

    μ' αστραφτερό τσεκούρι

    να κόβεις ξύλα

    ώσπου απ' την κούραση

    να πέσεις στο χώμα.

    Αγαπώ-

    είναι όταν πετάγεσαι

    απ' της αγρύπνιας το κρεβάτι

    ζηλεύοντας τον Κοπέρνικο

    γιατί είν' αυτός αντίζηλός σου

    κι όχι της Μαρίας Ιβάνοβνα

    ο σύζυγος.

    Ο έρωτας

    για μας

    παράδεισος δεν είναι

    ο έρωτας

    φωνάζει απλά

    πως κίνησε ξανά

    για δουλειά

    της καρδιάς ο κινητήρας.

    [...]

    Ακούω μέσα μου

    της καρδιάς τον τελευταίο ήχο

    πριν τη συνάντηση:

    ο έρωτας χτυπά,

    ανθρώπινος

    απλός.

    Στη θύελλα,

    φωτιά,

    νερό,

    χαλούν τον κόσμο.

    Ποιος

    μπορεί

    να τα υποτάξει;

    Μπορείτε;

    Προσπαθήστε....


    1928


    ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ, Σύννεφο με παντελόνια (μτφρ.Δ.Β.Τριανταφυλλίδης), Αρμός

    Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

    Στον δρόμο του χειμάρρου


    Ρώτησαν τον Χριστό: Γιατί δεν χτίζεις ένα σπίτι για Σένα;

    Απάντησε: Θεμελιώνω στον δρόμο του χειμάρρου.

    Ο Χριστός είπε: Η ζωή στη γη διαρκεί όλο κι όλο τρεις μέρες: Το χθες, για το οποίο δεν έχεις πια τον έλεγχο, το αύριο, που δεν ξέρεις κατά πόσο θα καταφέρεις να το κερδίσεις,
    και το σήμερα, που πρέπει να το διαχειριστείς καλά.

    Πέρασε κάποτε ο Χριστός από έναν κήπο.

    Εκεί, είδε έναν νέο άντρα που πότιζε. Ο άντρας παρακάλεσε τον Χριστό: Ζήτησε από τον Θεό Σου να μου δώσει λίγη αγάπη για Εκείνον, πολύ λίγη, όσο βαραίνει ένας κόκκος ρύζι. Ο Χριστός τού απάντησε: Δεν μπορείς να σηκώσεις το βάρος ενός ρυζιού. Τότε ζήτησέ Του μισό κόκκο, είπε ο άντρας.

    Ο Χριστός προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Θεό: Θεέ μου, κάνε τον να Σε αγαπήσει λίγο, όσο ζυγίζει μισός κόκκος ρύζι. Κι αφού είπε αυτά ο Χριστός, έφυγε.

    Μετά από αρκετό καιρό, έτυχε ο Χριστός να ξαναπεράσει από εκείνο το μέρος. Δεν είδε όμως πουθενά τον νέο και ζήτησε να μάθει πού βρίσκεται. Τρελάθηκε, Τού είπαν, και πήρε τα βουνά.

    Ο Χριστός τότε προσευχήθηκε στον Θεό και Τον παρακάλεσε να Του αποκαλύψει το μέρος που είχε πάει ο άνθρωπος. Πράγματι τον βρήκε να στέκει σε ένα βράχο και να έχει στυλωμένα τα μάτια του στον ουρανό. Ο Χριστός τον χαιρέτησε, αλλά ο άντρας δεν άκουγε τίποτα. Τότε ο Χριστός τού είπε: Είμαι ο Ιησούς. Εκείνη τη στιγμή ο Θεός παρουσιάστηκε στον Χριστό και Τού είπε: Πώς μπορεί αυτός, που η καρδιά του έχει μέσα της αγάπη για μένα όσο μισός κόκκος ρύζι, να ακούσει οτιδήποτε άλλο;

    ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΧΕΙΜΑΡΡΟΥ, Ο Χριστός στη λογοτεχνική παράδοση του Ισλάμ (απόδοση: Καδιώ Κολύμβα), Αρμός


    Η μοίρα των πουλιών


    ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ


    Εδώ είναι ένα κομμάτι σάρκας, αναγνώστη,

    μια φέτα είναι της ψυχής.

    Πέρνα απαλά,

    παρακαλώ σε, από σελίδα σε σελίδα,

    από τη μια στροφή στην άλλη

    των ποιημάτων.

    Πρόσεχε

    μην τα πονέσεις.


    Ανέστης Ευαγγέλου


    ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΟΥΛΙ ΜΟΥ


    Παράξενο πουλί μου, μαθημένο

    στα σκοτεινά


    σου στήσανε παγίδες, σε κυνήγησαν

    σού' κοψαν με γυαλιστερά στιλέτα τα φτερά

    νόμισαν πως σε σκότωσαν.


    Έσκυψα ταπεινά, με δάχτυλα που τρέμαν,

    το στήθος μου άνοιξα κι ευλαβικά

    σε πήρα και σ' απίθωσα βαθιά.


    Η φωνή σου

    θαυματουργά ραντίζει τώρα τις πληγές μου

    γίνεται φίλτρο μαγικό


    παράξενο πουλί μου, μαθημένο

    στα σκοτεινά.



    ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ


    Σαν τα πουλιά που φέρνουνε την άνοιξη

    και το φθινόπωρο τραβούν για το νοτιά,

    ανάλαφρα, χορευτικά, μες στο σοφό ένστικτό τους-

    σ' έχασα πάλι.

    Όμως τις νύχτες

    σ' ανακαλύπτω έκθαμβος στις κρύπτες του ύπνου

    ή έρχεσαι εσύ με τα μαλλιά σου κυματίζοντας

    αποδημητική

    και βρίσκω πάλι το δέρμα σου

    ζεστό

    και σε εισπνέω

    κι ως το πρωί μοσχοβολάει παράξενα το σώμα μου

    σαν τρυφερό της άνοιξης βλαστάρι.


    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, ΑΦΑΙΜΑΞΗ '66-'70

    Με τα φτερά της τρέλας...


    ΕΞΟΔΟΣ


    Αχ, σκοτεινό λαγούμι μου, σ' αφήνω πια.

    Περάσαμε πολύν καιρό μαζί, σχεδόν

    σ' αγάπησα.

    Όστρακα απόκρημνα, πονετικά

    αιχμηρά γυαλιά, κι εσείς αγκάθια μου

    αγαπημένα, καλά με προστατέψατε

    ως εδώ, καλά με κρύψατε:

    χέρια

    και πόδια και στήθος και πλευρά,

    και τα μάτια να λάμπουν, άγρυπνα πάντα,

    πίσω απ' τις πολεμίστρες.

    Καλά ως εδώ. Γιατί ήρθε

    με τα φτερά της τρέλας και καθώς μπόρα καλοκαιρινή,

    αγάπη ήρθε αναπάντεχη, ιαματική, και με μαλάκωσε

    λάδι γλυκό πότισε το κορμί μου.

    Ένα ένα

    πέφτουνε τώρα, ξεκολλούν άχρηστα πια, τα όπλα μου.

    Καιρός

    να βγω στο φως. Γυμνός. ανθρώπινος πια. ημερωμένος.


    ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΒΓΑΖΩ ΦΤΕΡΑ


    Τώρα που βγάζω φτερά

    και ένα ένα μεταμορφώνονται τα κύτταρά μου

    μη με κοιτάς έτσι έκπληκτη-

    δεν ξέρεις


    πάγωσα τόσα χρόνια στα σκοτεινά

    έβγαλε αγκάθια το κορμί μου

    αγρίεψαν τα μάτια μου μες στα θηρία


    φοβάμαι σε τρομάζω

    αλλά

    μη με κοιτάς έτσι έκπληκτη

    τώρα που ξέρεις

    που βλέπεις να μεταμορφώνονται τα κύτταρά μου

    και να φυτρώνουνε φτερά στους ώμους μου

    και με φωνή πουλιού να σου μιλώ.


    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Το καμίνι, Ποιήματα (1956-1986), Παρατηρητής

    Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

    Κωστάκης Λούστας, Δυο ποιήματα




    ΚΑΛΑ ΚΑΝΕΤΕ



    Καλά κάνετε που κάθεστε

    και ακόμη καλύτερα όταν σηκώνεστε

    και κάνετε μια γύρα την νύκτα

    κάτω από εκείνο

    το ζοφερό φεγγάρι

    που δεν λέει να καταλαγιάσει

    την πικραμένη του φωνή

    και για μια νύχτα

    ας μην φανεί στο άπειρο

    να δω πώς θάναι ο πόνος

    αν λείψει τ' όνειρο.



    ΑΝΑΜΕΣΑ....



    Πάνω τ' ασήμια

    και προς τα ψηλά όλο

    το οπάλιο φως

    στο νέο φεγγάρι.

    Πιο κάτω εγώ.



    Κι ανάμεσα

    το σύννεφο το μαύρο εκείνο

    που μουντζουρώνει την ελπίδα.



    ΛΟΥΣΤΑΣ ΚΩΣΤΑΚΗΣ, Ποιήματα (1986-1997), Εταιρία Γραμμάτων και Τεχνών, Φλώρινα 1997


    Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

    Άργητα


    Εγώ 'μνοξα τ'ς αγάπης μου, βραδιά να μην τσης λείψω.

    Μα μια βραδιά τση ξώμεινα, μια νύχτα, μιαν εσπέρα.

    Γεμίζουν τα βουνά φωνές και τα λαγκάδια δάκρυα,

    και τα λαγκοπεράσματα αξέπλεχτες πλεξούδες.


    Ν.Πολίτη, Εκλογαί, αρθ. 134

    Και το ποτάμι το θολό το αίμα της καρδιάς σου


    ΟΝΕΙΡΑΤΑ ΚΛΕΦΤΩΝ



    Στον ύπνο που κοιμόμουνα, στον ύπνο που κοιμάμαι,

    βαρύ όνειρο νειριάστηκα κι ήταν κακό για μένα.

    Θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα

    κι είδα' που πεσε το φέσι μου κι η φούντα του σπαθιού μου.



    -Ξήγα τ', Αντώνη, τ' όνειρο, τ' όνειρο που είδ' απόψε.

    -Το φέσι είν' το κεφάλι σου κι η φούντα το κορμί σου

    και το ποτάμι το θολό το αίμα της καρδιάς σου.

    Γιώργος Ιωάννου, Τα δημοτικά μας τραγούδια, Ερμής 1994

    Μονόλογος ή Περί Θεού


    ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΜΑΙ ΛΟΙΠΟΝ, ΘΕΕ ΜΟΥ

    Στον Τάκη Καϊση,
    που πρώτος μίλησε για ακροβασίες

    Πού οδηγούμαι λοιπόν, Θεέ μου, ή πού με οδηγείς;
    Ο μέγας κίνδυνος την ισορροπία μου να χάσω
    στο τεντωμένο αυτό σχοινί όπου μ’ έταξε
    ν’ ακροβατώ η ανεξιχνίαστη θέλησή σου
    χωρίς να με ρωτήσει αν θέλω ή αν μπορώ
    θα με κερδίσει ή επιτέλους θα μπορέσω
    στο τέρμα να φτάσω του σχοινιού, ή ακόμα, μήπως
    το θέλημά σου δε μου έχει ετοιμασμένο
    κανένα τέρμα;

    Πολύ το κατατρέχεις
    το τέκνο σου, Κύριε. Η φωνή μου δε φτάνει
    να σου ζητήσω να με βγάλεις πέρα:
    είσαι πολύ μακριά για να μ’ ακούσεις.
    Τούτο μόνο: δείξε μου πού πηγαίνω…

    ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ, ΟΤΑΝ ΟΛΟΙ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ

    Τις νύχτες, όταν όλοι κοιμούνται
    κι εγώ γελιέμαι πως ο Θεός μ’ ακούει και προσεύχομαι,
    πόσες φορές δε ζήτησα
    πόσες φορές δεν παρακάλεσα:

    Θεέ μου, κάνε με πιο απλόν
    πάρε αυτό το κορμί και τσάκισέ το
    σπάσε τα κόκαλά μου, αφάνισε το δέρμα μου
    πάρε αυτήν την πολύπλοκη καρδιά και κάν’ την στάχτη
    κάνε μου λιώμα το κρανίο
    δώσε ένα τέλος στο τυραννισμένο αυτό μυαλό-
    κι ύστερα πάρε κάνε με από την αρχή,
    γέννησέ με ξανά όπως δε μ’ έκαμεν η μάνα μου,
    κάνε με απλόν και μονοκόμματο
    όπως κομμένον άγριο βράχο σε φαράγγι.

    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Τα Ποιήματα (1956-1986), Παρατηρητής 1988
    Φωτογραφια: ADAM FUSS

    Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

    Πάει κι αυτή η Κυριακή


    Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ



    Στην πέτρα της υπομονής

    κάθισες προς το βράδυ

    με του ματιού σου το μαυράδι

    δείχνοντας πως πονείς



    κι είχες στα χείλια τη γραμμή

    που είναι γυμνή και τρέμει

    σαν η ψυχή γίνεται ανέμη

    και δέουνται οι λυγμοί



    κι είχες στο νου σου το σκοπό

    που ξεκινά το δάκρυ

    κι ήσουν κορμί που από την άκρη

    γυρίζει στον καρπό



    μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός

    δε βόγκηξε κι εγίνη

    το νόημα που στον κόσμο δίνει

    έναστρος ουρανός.



    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

    Αναζητώντας τον ορίζοντα


    Ποίημα απ' τα κατάλοιπα, που τα λέμε ξεχασμένα και είναι.

    Γραμμένο σε χρόνο ανύποπτο -κάτι σου θυμίζει.

    Κάτι τωρινό σου φέρνει και δεν μπορείς ακόμα να εξηγήσεις
    πώς το ' γραψες και γιατί.
    Όχι ότι έχει και σημασία.
    Σημασία έχει -αν έχει- ότι και τα λόγια κάποτε αποκτούν σημασία.



    ΤΟΥ ΤΟΙΧΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

    Η προοπτική του απέναντι είναι που καθηλώνει.
    Εκείνος ο τοίχος
    Ή ο ορίζοντας.
    Πράγμα σπάνιο.

    Η προοπτική του τοίχου που ξεσκεπάζεται
    Αφήνοντας γυμνούς ανθρώπους
    Να ξεγλυστρούν
    Μες στις σκυφτές ζωές τους.
    Να ερωτεύονται και να πεθαίνουν
    Στα σκυφτά
    Όχι όπως τους έπρεπε
    Αλλά καθώς τους ετάχθη.

    Η προοπτική του ορίζοντα είναι άλλο πράγμα.
    Μάλλον δώρο ακριβό
    Που δεν περισσεύει
    Για τους περισσότερους σκυμμένους.

    Ωστόσο
    Κι όταν καλείσαι να επιλέξεις
    Πάλι τη σκυφτότητα διατάζεις να σου΄ ρθει συντροφιά.
    Ή που ξεχνάς
    Ή που αρνείσαι
    Ή που δειλιάζεις
    Μπροστά σ΄ αυτό που σου πρέπει.
    Και άλλο δρόμο τραβάς
    Σα να διαλέγεις μοίρα.



    Κι η γέννα κι ο θάνατος
    Σκυφτά
    Και πιο σκυφτά
    Και πιο σκυμμένα
    Κι ο ανοιχτός ορίζοντας
    Όνειρο
    Άπιαστο.

    Να κατοικηθώ


    Στα ποιήματα επιστρέφεις κατεξοχήν.

    Πιάνεσαι απ' τους στίχους, τις τελείες, τα κόμματα.

    Από τις λέξεις, τις μη-λέξεις, τη γεύση που αφήνουν, την αφή που αιωρείται,

    την εικόνα που ελλοχεύει.

    Αγκιστρώνεσαι απ' τα κλαδιά τους σα να' ναι το μόνο οικείο σύμπαν

    κι όλα τ' άλλα απλώς το αναγκαίο πέρασμα για να επιβιώσεις.

    Χτίζεσαι στην υπερβολή; Διόλου απίθανο.


    Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΚΗΠΩΝ


    Ι


    Πίσω από τους τοίχους

    είναι μια χώρα καινούργια

    με νερά και με δέντρα.

    με λέξεις χλωρές

    Ανεβαίνουν οι πρασινάδες στους ώμους

    σκάβοντας τον ασβέστη

    κι ο ήλιος σηκώνει καθρέφτες χρυσούς ως τα χείλη


    Θα ξυπνήσω νωρίς το πρωί

    Θα σκάψω να περάσω τους άλλους

    με φως και γαλάζιο. Να κατοικηθώ


    ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ, Φόδρες της νύχτας, Καστανιώτης 1996
    φωτογραφία: Μανδηλαράς Νικηφόρος, www.fotoart.gr

    Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

    Όπως μοιράζονται μια μάνα ή ένα θάνατο...


    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


    20.


    Η κάμαρα του πύργου σκοτεινή.

    Όμως φωτίζουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου με το χαμόγελό τους.

    Ψηλαφούν μπροστά τους σαν τυφλοί

    και βρίσκουν ο ένας τον άλλο σαν μια πόρτα.

    Σχεδόν σαν παιδιά που φοβούνται τη νύχτα, σφίγγονται ο ένας μέσ' στον άλλο.

    Κι όμως, δε φοβούνται.

    Δεν υπάρχει τίποτα να τους εναντιωθεί.

    Μήτε το χθες, μήτε το αύριο -γιατί ο χρόνος κατέρρευσε.

    Κι εκείνοι ανθίζουν μέσα απ' τα συντρίμμια του.

    Εκείνος δε ρωτά: "ο σύζυγός σου;".

    Εκείνη δε ρωτά: "τ' όνομά σου;".

    Αφού βρέθηκαν για να γίνουν ο ένας του άλλου νέο φύλο.

    Θα δώσουν ο ένας στον άλλο εκατό καινούριο ονόματα

    και θα τα πάρουν πάλι πίσω, σιγανά, όπως βγάζει κανείς ένα σκουλαρίκι.


    22.


    Ήταν παράθυρο ανοιχτό; Μπήκε η θύελλα στο σπίτι;

    Ποιος βροντά τις πόρτες; Ποιος περνά από δωμάτιο σε δωμάτιο; -Άσε.

    Όποιος κι αν είναι.

    Την κάμαρα του πύργου δε θα τη βρει.

    Σαν πίσω από εκατό πόρτες είναι ο μεγάλος τούτος ύπνος,

    αυτός που μοιράζονται δύο άνθρωποι.

    Όπως μοιράζονται μια μάνα ή ένα θάνατο.


    Rainer Maria Rilke, Το τραγούδι του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε, Ροές 2003


    Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

    Όταν η νύχτα κυοφορεί τις μνήμες


    ΠΑΡΑΛΟΓΗ


    Κλείνομαι μές στο σώμα μου τις νύχτες

    κυοφορώντας το δικό σου σώμα.

    Μα πώς να πλάσω μέλη που ποθώ

    που βλέπω μα δεν άγγιξα ποτέ μου.


    Τυφλός κι από τα δυο μου χέρια.


    v

    Σε πλάθω λίγο λίγο κάθε νύχτα.

    Έρχεται η μέρα και γκρεμίζομαι μαζί σου.


    Ολόκληρη δεν θα σε δω ποτέ.

    Ούτε θα σ' έχω. Κάθε φορά

    πρωτόπλαστα τα μέλη σου και σκόρπια.

    Έγινα παντοδύναμος για χάρη σου

    δεν έγινα θεός.

    Τι να την κάνω τόση παντοδυναμία

    όταν απαγορεύεται το θαύμα.


    ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, Παραλογή, Καστανιώτης 1998

    Η λήθη του πόθου. Κι αναμεσίς ο κάθε μέρα θάνατος


    Τον πόθο

    σβήνω

    στη φωτιά της εστίας

    τις μνήμες

    και την αφή

    φέρνω μπροστά τη λήθη

    εμβόλιμη

    όπως κι εκείνος

    μ' ένα γράμμα

    να τα συνδέει και τα δύο

    ένα γράμμα

    του θανάτου το αρχικό

    σα να' ναι

    ολότελα

    τυχαίο

    Χαρταετός της σιωπής


    Ας βουτηχτούμε

    μέσα στη σιωπή

    κι ας γαντζωθούμε

    από τούτη

    σα να' ναι χαρταετός

    που στον ουρανό μάς πάει

    άθελά μας

    και ψηλά μας σηκώνει

    κι ας μην το θέμε.

    Χαρταετός

    η σιωπή

    ώρες ώρες

    θλιβερός χαρταετός.



    Την απουσία διαλαλεί στα πέρατα.

    Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

    Χελιδονίσματα γιατί μπήκε κι η Άνοιξη


    Χελιδόνα έρχεται

    απ' την Άσπρη Θάλασσα,

    κάθισε και λάλησε:

    Μάρτη, Μάρτη μου καλέ

    και Φλεβάρη φοβερέ,

    κι αν χιονίσεις, κι αν ποντίσεις,

    πάλι άνοιξη μυρίζεις.


    C.Fauriel


    -Χελιδόνι μου γοργό,

    χελιδόνι μου γοργό,

    που' ρθες απ' την έρημο,

    τι καλά μας έφερες;

    -Την υγειά και τη χαρά

    και τα κόκκινα τ' αυγά.


    A.Passow




    ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Τα δημοτικά μας τραγούδια, Ερμής 1994