Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

1η Μαϊου 2009


Πρώτη Μαϊου τέλος της Άνοιξης. Πρώτη Μαϊου γεννήθηκε ο Ρίτσος έμαθες πρόσφατα.
Το 1909.
Δεν το' ξερες, όταν ήσουν στον τόπο του -12 χρόνια πριν- και τέτοια μέρα ακριβώς.
Στη Μονεμβασία, με βροχή της άνοιξης την παραμονή που δε σταμάτησε όλη νύχτα.
Και την άλλη μέρα, την 1η, έψαχνες τα δικά του περάσματα μες στο Κάστρο και τα ίχνη των χεριών του στην αυλή του σπιτιού του. Έκλεινες τα μάτια και σκεφτόσουν. Κι ας μην ήσουν της γενιάς του. Κι ας μην τον είχες διαβάσει όλον.
Ήταν μια πρώτη μέρα και τότε. Και την είχες μέσα σου έτσι. Πρώτη μιας άλλης Άνοιξης.
Η Άνοιξη τώρα φωλιάζει κάπου στα μάτια και σε ανύποπτο χρόνο χύνει τα άνθη της και εμβολιάζει την καθημερινότητά μας.
Ανήκει σε μάτια παιδικά και σε μάτια πέτρινα.
Σε μάτια άγρια θεριά και σε μάτια λίμνες θλιμμένες.
Στα μάτια τούτων που διασταυρώνονται με το δικό μας βλέμμα και που περιμένουν να τους το ξαναρίξεις. Και που και συ το' χεις ανάγκη να το κάνεις.


30 Απριλίου. Θεσσαλονίκη, συναυλία για το Μάνο Λοϊζο :

http://www.youtube.com/watch?v=-Ix8oKIa1HI&feature=related

Ηλιαχτίδα μεσημβρινή τέλη Απριλίου εντελώς


ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ


Στίχοι: Γιώργος Κορδέλλας
Μουσική: Κωστής Ζευγαδέλλης
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου

Χάθηκα ξανά σε λαβυρίνθους κι έχασα καιρό
Να σ'αναζητώ άμοιρη ψυχή μου
Έχασα καιρό άμοιρη ψυχή μου.

Θεέ μου πώς ποθώ μιαν ηλιαχτίδα
Ταίρι φωτεινό νά 'χω φυλαχτό
Σε ηλιόλουστη πατρίδα
Σε ταξίδι μυστικό
Με ουράνια πυξίδα.

Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα.

Σβήνω και ξεχνώ τα περασμένα
Ένα πρωινό όλα θά 'ναι αλλιώς
Τα κομμάτια μου ενωμένα
Θά 'χω δρόμο ανοιχτό
Και στο πλάι μου εσένα.


Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Το κενό που γεμίζουν τα δάπεδα το κενό που αφήνουν -σπαθί δαμασκηνό κι όχι ξεγυμνωμένο


Ήξερε απ' τα τραγούδια

τι ήταν η αγάπη

και το γνώρισε.


Δαμασκηνό σπαθί

στα σωθικά της.


ΕΥΗΝΙΩΝ, ΗΝΙΟΧΟΣ


Χρόνια, αιώνες άπατους καλπάζεις στο ψηφιδωτό σου

δάπεδο.

Το άρμα σου οδηγούν λιοντάρια

γύρω πετούν παράξενα πουλιά.


Έφερα κι έριξα νερό να ζωντανέψουν οι ψηφίδες,

διέκρινα το κάλλος σου

και τ' όνομά σου.


Τότε σ' αρραβωνιάστηκα

και τρέχω από τότε μαζί σου

στο σταματημένο δάπεδο.


ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Τοιχογραφία της Άνοιξης, Μεταίχμιο 2006

Το ψηφιδωτό δάπεδο βρίσκεται στο μουσείο της Αντιόχειας, Η βάρκα με τις ψυχές

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

....και συντάφησαν στη χιόνα του χειμώνα και λούφαξαν στην οδύνη της άνοιξης


ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


ΙΗ'


Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι

μέσα από τα δάχτυλά μου

χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.

Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.

Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,

δεν έχω άλλη συντροφιά.

Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια

που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι

και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.


Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ


Κυριακή, 26 Απριλίου 2009


"Η ποίηση, είτε το πει κανείς αμέσως είτε απλωθεί σε τόμους,

είναι αυτό το ίδιο το πνεύμα και η διάρκειά του μέσα στα σκαμπανεβάσματα της ιστορίας.

Τα ποιήματα, όπως και τα νησιά, είναι οι προς τον ουρανό συνέχειες του βυθού"


Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΡΙΩΝ ΝΥΧΤΩΝ


IV


Συνεχίζω κείνα που έλεγα χτες "...όμως πρέπει να προσέξω

Διότι φτάνουν μερικές λέξεις ένας απλός μορφασμός

Κι όλα τα παίρνει ο διάβολος όπως λένε

Πέφτουν οι τιμές με κυνηγούν οι δανεισταί μου

Χάνω τις μετοχές μου της αστροφεγγιάς



Γιατί να χαμογελάσω; δεν αγρίευα

Γιατί τού έδωσα το εγκάρδιο χέρι μου; δεν τού έκλεβα

Από τη μέσα τσέπη του σακακιού την καρδιά του".


VII


Τώρα δωσ' μου μια λέξη σου

Να σκάψω το στήθος μου να της βρω

Το πιο φωτεινό μέρος

Κι ας φύγει αργότερα όπως φεύγει η προσευχή



Αλήθεια πώς φυτρώνει πώς μεγαλώνει

Πόσο χορταστική είναι η προσευχή.


VIII


Ολίγο φως, η σκέψη είναι άσπρη

Σαν το σεντόνι του ξενοδοχείου

Που σκεπάζει διαβατάρικους ύπνους

Τα χέρια είναι οι τραγικοί μάρτυρες του Χριστιανισμού

Λιθοβολούνται για την αγάπη και την ειρήνη της ψυχής

Η ψυχή χυμένη στα εξώφυλλα των βιβλίων

Σχεδιάζει λιόλουστα αρνιά στο ταβάνι

Γύρω από γυμνές λυγαριές κοντά στη θάλασσα

Βγαίνει στο μπαλκόνι, αυτοκτονεί πάνω στα σπαράγγια

Ξαναγυρίζει, μελετάει τα γαλάζια λελέκια

Που κόβουν με το ράμφος το λιοπύρι

Στρίβει το κλειδί στην πόρτα, κλειδώνει

Δίνει το κλειδί, Θεέ μου το δίνει στο χέρι σου

Κια το δικό της χέρι το έχει

Στο διακόπτη.


Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, Εντός παρενθέσεως (1945-1949), Ποιήματα, Ευθύνη 1997


Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Επιστροφή στον Αλεξανδρινό


ΣΤΕΣ ΣΚΑΛΕΣ


Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,

από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή

είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.

Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ

πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,

και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα

όπου την ηδονή δεν θα' βρες, καθώς δεν την βρήκα.


Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ' τον δώσω.

τον έρωτα που ήθελα -τα μάτια σου με το' παν

τα κουρασμένα και ύποπτα -είχες να με τον δώσεις.

Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν.

το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.


Αλλά κρυφθήκαμε κ' οι δυό μας ταραγμένοι.


Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ, 1904

Κρυμμένα ποιήματα 1877;-1923

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Περί Σιωπής σήμερα της Ζωοδόχου Πηγής


Πέμπτη του Αγίου Γεωργίου και πήρες το δρόμο των βουνών. Οι φυγές πάντα προς τα εκεί.

Βάλια Κάλντα. Ζεστή Κοιλάδα και τίποτα ζεστό μέσα σου. Χαίνουσες πληγές.
Μα τούτες είναι ακόμα ζεστές και αιμάσσουσες. Και έτσι θα παραμείνουν.

Τούτη είναι η σιωπή των βουνών.
Ωραία μες στην αγριότητά της και το απόκοσμό της και
σε διασχίζει και σού μεταδίδεται και διαρρέει.
Μια σιωπή αξιοπρεπής. Του μεγαλείου της οδύνης. Ως ομίχλη σε τυλίγει και σε παρασέρνει.

Άλλες οι σιωπές των ανθρώπων. Ωραίες στέκονται στ' αλήθεια και κείνες.
Καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Που οργώνεις και οργώνεσαι. Που τούς αφήνεσαι -άβουλα και οικειοθελώς πάραυτα.
-Τι καλλιεργείτε, κυρία;
-Ανεμώνες της σιωπής. Ανεμώνες πένθιμες. Ξέρετε...

Φρέαρ της σιωπής που εξαντλείς τα τελευταία αποθέματα.
Που απομένει το μούλιασμα στους αρμούς, για να θυμίζει ότι πριν νερό υπήρχε ζωογόνο.
Τρία ποιήματα για τη χάρη της, λοιπόν. Τρεις εκδοχές.
Ένα παράσιτο, ένας γαλάζιος κρύσταλλος και ένας θάνατος που πατήθηκε.
Το πρώτο -εκτός αρίθμησης- στεγάζει τα υπόλοιπα.


ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ανοίξαμε τις φλέβες μας

και κύλησε η σιωπή

μέσα στο ίδιο τάσι.

Τώρα, είμαστε πια δικοί της

και το δικό της το τραγούδι

λέμε,

με τις ανάσες μας

που σκαρφαλώνουν

ως το ύστατο λαχάνιασμα

και με τα δάχτυλα

που ψαύουν το κορμί της νύχτας.


ΜΙΚΡΗ ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Ζ'


Η σιωπή είναι παράσιτο που φύεται παντού: ανάμεσα στις φράσεις, ανάμεσα στις λέξεις,

ανάμεσα ακόμα και στους φθόγγους. Είναι τόσο πυκνή που μερικοί διατείνονται ότ' είναι ο ήχος το παράσιτο και όχι η σιωπή.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη 2006



Η ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Η χώρα της σιωπής είναι από κρύσταλλο

γαλάζιο κρύσταλλο, σαν από πάγο.

Εκεί χορεύουνε τα πάντα αθόρυβα

κι όλες οι εικόνες διαθλώνται στο άπειρο

Τα δάκρυα των παιδιών και τα παράπονα

αφίνουν το λεπτό ήχο της κιθάρας

Των σιωπηλών πλασμάτων τα χαμόγελα

ρόδινη ανταύγεια υψώνουν στα μεσούρανα

Και τα βαθιά βλέμματα της αγάπης

ανάβουν φλόγες πυρκαγιάς γαλάζιες

Στη χώρα της σιωπής ό,τι είναι γνήσιο

σαν μια καμπάνα ακούγεται γιορτάσιμη

που ανοίγει βουερούς θόλους στα ουράνια

Στη χώρα της σιωπής συχνά ακροάστηκα

τις ασημένιες κωδωνοκρουσίες

που υψώνει κάποιο σμήνος γερανών

Σε γάμους μυστικούς, σε λιτανείες

σε τελετές ουράνιες παρευρέθηκα

στη χώρα της σιωπής που είναι από κρύσταλλο

γαλάζιο κρύσταλλο, σαν από πάγο.


ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ, Η εποχή του ύπνου και της αγρύπνιας, 1950



ΟΤΑΝ

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΊΝΕΙ

ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΥΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

Ή ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ.


Η σιωπή

Που αγγίζει

Τη βουβαμάρα

Μοιάζει

Στο θάνατο.

Τότε

Που όλα

Φαινομενικά

Στερεύουν.

Ωστόσο

Η σιωπή

Συνήθως

Τη γλιτώνει.

Λόγια

Εν δυνάμει

Φωλιάζουν

Στη σκιά της

Και απελευθερώνονται

Στο χρόνο τον κατάλληλο

Και σπάνε

Το βουβό τοπίο του πάγου

Και δίνουν ζωή

Εκεί που κόντευε να φτάσει

Το σκοτάδι.



Όλα τα χρωστάμε

Στη σιωπή

Που άγγιξε τη βουβαμάρα

Αλλά τής ξέφυγε

Που ένιωσε το θάνατο

Αλλά τον πάτησε.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Άκος ψυχής, Το Ροδακιό 2007


Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Τα νηπενθή της ημέρας


ΜΙΚΡΗ ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


ΣΤ'


Θαρρούσα πως ο έρωτας είν' ένα κατοικίδιο λουλούδι

μ' εξημερωμένο άρωμα.

Δεν ήξερα πως είναι νηπενθές

που διόλου δεν απέχει από το πένθος.


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΧΩΡΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΕΧΕΙ ΕΡΘΕΙ


[...]


Οι χαρές είναι πουλιά, είπε ένας Κινέζος σοφός,

κι όσο πιο δυνατές είναι τόσο πιο μακριά πετάνε.

Οι λύπες είναι δέντρα

κι όσο πιο μεγάλες είναι τόσο πιο βαθιά ριζώνουν.

Ο άνθρωπος είναι χώμα.

βαθιά ριζώνουν μέσα του οι λύπες

και βλέπει τις χαρές μακριά του να πετούν.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη 2006

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Επειδή μόνος του κανείς βαδίζει


Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΩΝ ΤΕΦΡΩΝ


Ι


Επειδή δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω

επειδή δεν ελπίζω

επειδή δεν ελπίζω να γυρίσω

λαχταρώντας το χάρισμα του ενός και τη φήμη του άλλου

δεν αγωνίζομαι πια ν' αγωνιστώ για τέτοια πράγματα

(γιατί ν' απλώνει τα φτερά του ο γέρικος αετός;)

γιατί να πενθώ

τη χαμένη δύναμη της συνηθισμένης βασιλείας;


Επειδή δεν ελπίζω να ξαναγνωρίσω

την αδύναμη δόξα της θετικής ώρας

επειδή δε σκέφτομαι

επειδή γνωρίζω πως δε θα γνωρίσω

τη μόνη αληθινή πρόσκαιρη δύναμη

επειδή δε μπορώ να πιω

εκεί, που δέντρα ανθίζουνε και τρέχουνε βρυσοπηγές, εφόσον

τίποτα δε γίνεται ξανά


Επειδή γνωρίζω πως ο χρόνος είναι πάντοτε χρόνος

και ο τόπος πάντοτε και μόνο τόπος

κι αυτό που είναι τωρινό μόνο για μια φορά είναι τωρινό

και μόνο για έναν τόπο

χαίρομαι που τα πράγματα είναι όπως είναι και

απαρνιέμαι την ευλογημένη μορφή

και απαρνιέμαι τη φωνή

επειδή δε μπορώ να ελπίζω πως θα ξαναγυρίσω

χαίρομαι λοιπόν, έχοντας να καταπιαστώ με κάτι

που να μου δίνει χαρά


Και προσεύχομαι στο Θεό να μας ελεήσει

και προσεύχομαι ώστε να μπορώ να ξεχάσω

τα ζητήματα αυτά που με τον εαυτό μου πάρα πολύ τα συζητώ

πάρα πολύ τα εξηγώ

επειδή δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω

ας αποκριθούν αυτές οι λέξεις

γι' αυτό που έγινε να μην ξαναγίνει

είθε η κρίση να μην είναι πολύ βαριά για μας


Επειδή ετούτα τα φτερά δεν είναι πια φτερά για να πετούν

παρά μόνο ριπίδες να χτυπούν τον αέρα

τον αέρα που τώρα είναι εντελώς μικρός και ξερός

πιο μικρός και πιο ξερός κι από τη θέληση

δίδαξέ μας να φροντίζουμε και να μη φροντίζουμε

δίδαξέ μας να μένουμε ήρεμοι.


Προσευχήσου για μας τους αμαρτωλούς τώρα και στην ώρα

του θανάτου μας

Προσευχήσου για μας τώρα και στην ώρα του θανάτου μας.



Τ.Σ.ΕΛΙΟΤ, Η Τετάρτη των Τεφρών (μτφρ.Κλείτος Κύρου), ύψιλον 1993

Βροχή της Άνοιξης μες στη Διακαινήσιμο



ΕΧΕ ΓΕΙΑ


Στίχοι: Ελένη Ζιώγα


Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη


Στο ταξίδι αυτό που βγαίνεις

να πηγαίνεις πάντα με αέρα καλό

να μη νοιάζεσαι αν θα κλάψω

κι αν θα πάψω,

κάποτε να σ'αγαπώ


Δε γυρίζει πίσω αυτό που αφήσαμε

δεν αλλάζει δρόμο η καρδιά.

Ό,τι αξίζει είναι αυτό που ζήσαμε

δε πειράζει αγάπη μου έχε γεια.


Στα άλλα μέρη όταν θα φτάσεις

να ξεχάσεις ό,τι περάσαμε εδώ

να μη σκέφτεσαι αν πονέσω

κι αν μπορέσω,

πάλι ψηλά θα σταθώ.




Τα ορχηστρικά της "Αίθουσας του Θρόνου" δηλ. της Ευανθίας:


Καλοκαιρινή βροχή: http://www.youtube.com/watch?v=ApmQEmW4KNM&NR=1




Αίθουσα του Θρόνου: http://www.youtube.com/watch?v=XXh2i93He7o&NR=1

Ο Αλεξανδρινός μνήμη των ημερών


ΚΡΥΜΜΕΝΑ


Απ' όσα έκαμα κι απ' όσα είπα

να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.

Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε

τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.

Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με

πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις

και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα -

από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί

τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.

Κατόπι -στην τελειοτέρα κοινωνία-

κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα

βέβαια θα φανεί κ' ελεύθερα θα κάμει.


Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ, 1908 στα ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ικαρος 1993

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Εμβόλιμα των ημερών για χάρη της Κύπρου



Ο ΑΚΕΡΑΙΟΣ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ




Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.


Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος έλληνας που κράτησε


τον πόνο στο σωστό του το ύψος


αγνοώντας και δημοτικισμούς και εξελικτισμούς και μόδες


αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια


την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων


αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας


ο ανοδείξωτος.


Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει


πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο


κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα


πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.


Μα είν' αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση


με ξιπόλυτα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.


Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος


εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης


και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Χορταριασμένα χάσματα (1974), Τα ποιήματα Α', Ίκαρος


Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Επιστροφή χάριν του Σκιαθίτη


ΧΩΡΙΣ ΣΤΕΦΑΝΙ


[...]


Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών δια την Αγάπην, την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον ως να έμελλε να εισέλθη δια τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης. Και από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού, και δια της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα.

[...]

Ωραίον και πολύ ζωντανόν, και γραφικόν και παρδαλόν, ήτο το θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τα Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι με το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν επί των στέρνων, τελούντες τον Ασπασμόν.

[...]

Και τας καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν.

Μόνον το απόγευμα του Πάσχα, εις την ακολουθίαν της Αγάπης, κρυφά και δειλά εισείρπεν εις τον ναόν, δια ν' ακούση το "Αναστάσεως ημέρα" μαζί με τις δούλες και τις παραμάνες.

Αλλ' Εκείνος, όστις ανέστη "ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων", όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις την βασιλείαν Του την αιωνίαν".


Ο κυρ Αλέξανδρος

Την Ημέρα της Λαμπρής υπάρχουμε αληθώς


"Τότε μένουν άφωνοι και οι δύο

τέλος τούς ετάραξε ο ήχος των σημάντρων, επειδή χαράζει η ημέρα της Λαμπράς

και τότε εσίμωσαν τα χείλη να δώσουν το φιλί του Πάσχα,

και δεν τον έδωσαν.


Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ


Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη

και από κει κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.



Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε

μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε

φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι.



Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,

και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες

γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-

σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες

λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι

από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες

κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι

οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.





Κανείς δεν του μιλεί και δεν του δίνει


το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.


[...]"


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, Ο Λάμπρος

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

Τοις αγαπώσιν εμβόλιμα


ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ


Ι

[...]

Τα γνωρίσματα του καταραμένου

τον διαποτίζουν

μέρα τη μέρα ώσπου να τον καταβροχθίσουν.

Μια εντοιχισμένη πλάκα

στον ουρανό

γράφει το λόγο της τιμωρίας του.

Κεντρισμένος από περιέργεια

πήγα μια νύχτα

να τον κάμω φίλο.

Ήταν λίγο πριν την τελειωτική του καταδίκη.



Ήμουν τρυφερός μαζί του

μα έμεινα μονάχα με την καλή πρόθεση.

Μού είπε

πως προτιμά να ζήσει χωρίς φίλους

πως η λύπη ήταν γι' αυτόν

η μόνη τροφή που τον συγκρατούσε

μέσα στο πικρό υλικό

των ουρανών.

Έμαθα έτσι αυτό

που το μαθαίνουμε αργά ή γρήγορα:



Για ν' αγαπήσεις πρέπει

να είσαι έτοιμος να τιμωρηθείς.

Αυτή είναι μια ηδονή

που δαγκώνει τα χείλη της ζωής

σε σημείο που δεν καταλαβαίνεις

τον κόσμο.

Η αγάπη είναι ένα παράξενο

προσκύνημα

στον τόπο της δοξασίας

σ' ένα κόκκινο σφαγείο

στο οστεοφυλάκιο των σαράντα μαρτύρων.

Η αγάπη σαπίζει ανέγγιχτη

μέσα στην απελπισία της προσευχής.


ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ, Νηπιοβαπτισμός

Πρώτη Ανάσταση


Η ΓΑΛΗΝΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟ


Ό,τι αισθάνθηκαν τότε: δεν είναι γλυκό

πέρα από κάθε μυστήριο

και πάντα ακόμη επίγειο:

όταν Αυτός, κάπως χλωμός ακόμη απ' τον τάφο,

ελαφρύς, καθώς εκπλήρωσε το Χρέος, ήλθε κοντά της:

παντού επί γης Αναστημένος.

Ω, κοντά της πρώτα. Τι απερίγραπτη ίαση βρήκαν κι οι δύο.

Σίγουρα, ίαση ήταν.

Και δε χρειάστηκε καν με δύναμη ν' αγγιχτούν.

Για μία στιγμή και μόνο

το χέρι Του, που εντός ολίγου έβαινε

στην αιωνιότητα, ακούμπησε στον γυναικείο ώμο.

Και άρχισαν γαλήνιοι,

καθώς την άνοιξη τα δέντρα,

κι αιώνιοι συγχρόνως,

την Εποχή της έσχατης Κοινωνίας τους.


ΡΙΛΚΕ, Ο βίος της Μαρίας

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Flashback στο Σάββατο του Λαζάρου


ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ Ι


Ωσάν τον Λάζαρο

να εγερθείς

εκ του εθελούσιου ενταφιασμού

στο φως να προστρέξεις

εκ νέου

στη ζωή σου

να ενσκήψει

τη λαμπρή της Ανάστασης

να σου φέρει

μ' όλο το εξαίσιο χάος.

Και μάλλον εξαιτίας αυτού.


ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΙΙ


Ωσάν τον Λάζαρο

φασκιωμένος του θανάτου

και ενταφιασμένος στα ένδον της γης τα ανήλιαγα μέρη

ακύμαντος άνευ ελπίδας κι άνευ ονείρων άνευ της δυναστείας τους

νεκρός ζωντανός ωστόσο

κι ίσως καλύτερα έτσι λέει

εντός του χώματος εντός του σκότους δίχως καμία προσμονή δίχως το κράτος της

παρά εις το σκότος και την ανυπαρξία

κι αν είσαι Λάζαρος

να εγερθείς εύκολο δεν είναι

απ' τον εαυτό σου δεν είναι μα κι απ' τους άλλους.

Κυρίως όμως εσύ.

Επιθυμείς τα μέρη τα σκοτεινά

το ξέσκισμα το δικό σου με τα δεμένα χέρια

του νεκρού επιθυμείς την ταφή

την επιδιώκεις.

Κι όσο θαμμένος είσαι

και νεκρός της ψυχής

τόσο Εκείνος περιμένει

μες απ' τον τάφο να σε βγάλει περιμένει

τα χέρια να σου λύσει να σκύψει να σε ασπαστεί.

Την ψυχή σου ν' ασπαστεί

που απ' άλλους καλύτερα τη νιώθει και την έπλασε.

Την ψυχή τρομαγμένο πουλί

και παιδί που πληγώθηκε κι έπεσε μέσα στ' αγκάθια

και νερό δε βρήκε να ξεπλυθεί

ποτάμι δε βρήκε να βυθιστεί

παρά στο χείλος απέμεινε το χείλος της αβύσσου

και πίσω μακριά το ξέφωτο πίσω και το ποτάμι

ποταμός

που δε διασχίζει τα βουνά

ποταμός

που δε βρέθηκαν βουνά να τον αγκαλιάσουν

ποταμός δίχως δάσος.

Μόνος ποταμός

έως του τέλους

ο ύστερος ποταμός της ζωής μας

ο στερνός

το βούισμα των πουλιών που δεν έρχεται

το βούισμα δε θα σε φτάσει

εντός του τάφου μια ζωή

κι εκείνο δεν έρχεται

ούτε κι Εκείνος έρχεται

κι ας ξέρεις ότι περιμένει

εκτός του τάφου και περιμένει

όμως τι γίνεται στις περιπτώσεις

που ο Λάζαρος δεν εγείρεται

που δεν έχει πόδια να σταθεί

και χέρια να απλώσει να Τον πιάσεις;

Τι γίνεται όταν ο Λάζαρος

τυφλός και φως δε βλέπει

βουβός και κωφός του καλέσματος;

Τι γίνεται όταν ο Λάζαρος παύει να ελπίζει;

Τότε ας περιμένει το κράτος του θανάτου.

Τότε ας έρθει ο ίδιος ο θάνατος

τον ένδον θάνατο να απαλύνει.

Ας έρθει η αλυπία

και στη χώρα της γρήγορα να βρεθείς τον πόνο να ξεχάσεις.

Κι ας είναι αυτό η μόνη ελπίδα.
ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Της Αλυπίας είναι η χώρα (υπό έκδοση)



Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Μεγάλη Πέμπτη μετά τη Σταύρωση και χωρίς τη Σταύρωση...


Πρώτη χρονιά από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου που δεν ήσουν στη Σταύρωση.

Το φέρεις βαρέως.

Έστω κι αν κάποτε τη σταύρωση την κουβαλάμε μέσα μας.

Μια μικρούλα ελάχιστη κι ασήμαντη. Ό,τι και μεις.

Αναίτια υπερβολικά και αδικαιολόγητα.

Ανθρώπινα δυστυχώς.

Τρέχεις μ' ένα ποίημα από δω μ' ένα αυγό κόκκινο από κει να προλάβεις

ασθμαίνοντας έστω

να μπεις στη χώρα της αλυπίας που κρατά όσο ο όρθρος της Ανάστασης.


VIA DOLOROSA


Έπρεπε να περάσεις

τη via dolorosa

για να σε πιστέψουμε.

Έπρεπε να χύσεις

τους θρόμβους αίματος

μες στα σοκάκια της παλιάς πόλης

ενώπιον του πλήθους

και εσταυρωμένος.

Κυρίως αυτό το τελευταίο.

Σταυρωμένος έπρεπε να γίνεις

και έτσι να κληθείς

αν ήταν να έχει κάποια αξία

για μας η ζωή Σου.

Μόνο έτσι θα σήμαινει κάτι

το μέγεθος της ουτοπίας

στην οποία πρώτος μάς καλούσες.

Και ουτοπία θα παρέμενε

όμως να

που ήρθε ο Σταυρός

και έκανε τις ουτοπίες εφικτές.


ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Ιερουσαλήμ, Σεπτέμβριος 2008


Μεγάλη Πέμπτη χρόνια τώρα...


PIETA


Τώρα η δυστυχία μου πληρούται

κι ανέκφραστη με κατακλύζει.

Κοκαλώνω όπως η πέτρα

μες στην καρδιά της κοκαλώνει.

Κι έτσι σκληρή, γνωρίζω μόνο ένα:

μεγάλωσες-

....και μεγαλώνεις

για να γίνεις μεγαλύτερος ακόμη πόνος,

απ' αυτόν που μπορεί η καρδιά μας ν' αντέξει.

Κείτεσαι τώρα πάνω στην κοιλιά μου

και πλέον δεν μπορώ

να σε γεννήσω.


RILKE, Ο βίος της Μαρίας (μτφρ.Μ.Παπαντωνόπουλος), Ερατώ

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Πριν και κατά τη διάρκειά τους


ΠΡΙΝ ΤΑ ΠΑΘΗ



Αφού αυτό επιθυμείς, δεν έπρεπε

από σώμα γυναίκας να έχεις γεννηθεί:

πέτρα στα σπλάχνα των βουνών να σκάψουν για Σωτήρα,

εκεί που το Σκληρό απ' το Σκληρό ξεσπάζει.



Δε σε λυπεί την προσφιλή κοιλάδα σου

που έτσι έρημη αφήνεις; Δες: είμαι ανήμπορη

μόνο ρυάκια από δάκρυα και από γάλα έχω

κι εσύ ήσουν πάντα κάτι παραπάνω.



Με τόση μεγαλοπρέπεια μου εβόησε ο Άγγελος τον Ερχομό σου.

Γιατί εξίσου άγριος δεν βγήκες από την κοιλιά μου;

Κι αν τίγρεις μόνο χρειάζεσαι, για να σε κατασπαράξουν,

γιατί οι γυναίκες στο Ναό μού έμαθαν πως



ένδυμα ολοκάθαρο, στιλπνό, να σου υφάνω

μην και το παραμικρό

ίχνος ραφής σε πλήξει -: έτσι όλη η ζωή μου κύλησε

κι εσύ τώρα αναιρείς αιφνίδια τη Φύση.



ΡΙΛΚΕ, Ο βίος της Μαρίας

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

...χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές που είν' έγκλειστες μαζί μου


"...τι θα' κανα χωρίς αυτόν τον κόσμο χωρίς πρόσωπο χωρίς απορίες

όπου η ψυχή δε ζει παρά μια στιγμή όπου κάθε στιγμή

χάνεται στο κενό στη λησμονιά της αλλοτινής της ύπαρξης

χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος

κορμί και σκιά καταβροχθίζονται

τι θα' κανα χωρίς αυτή τη σιωπηλή δίνη των ψιθύρων

που ασθμαίνει μανιασμένη για βοήθεια γι' αγάπη

χωρίς αυτόν τον ουρανό που υψώνεται

πάνω απ' τη σκόνη της σαβούρας του



τι θα' κανα θα' κανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα

αγναντεύοντας απ' το φεγγίτη μου μπας και δεν είμαι μόνος

να πλανιέμαι και να φεύγω μακριά απ' όλη ετούτη τη ζωή

σ' ένα χώρο μπερδεμένο

χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές

που είν' έγκλειστες μαζί μου"



ΣΑΜΙΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ, Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες
Φωτογραφία: Αμάντα Σαρρή από την παράσταση "Άμλετ στο σκοτάδι" χειμώνας 2008, Τεχνοπολις Γκάζι

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

"Μη με ξεχάσεις άγιε πάτερ Ζωσιμά"


"Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν, λιπούσα πάνσεμνε• όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά τω ιερώ ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία οσία Μήτερ μεθ' ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών"


ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ

Ακόμα θυμούμαι την επιγραφή OUT OF BOUNDS.

Συχνά μας επισκέπτονταν ναύτες του N.A.A.F.I. Club.

Μάλιστα ένας μου έλεγε: «Είσαι ένα τίποτα

στο σκοπευτήριο, στο πανδοχείο, στο καπηλειό, στο
μπορντέλο».

Όμως τώρα απαρνήθηκα τα εγκόσμια, και τούτο είναι μια

ηδονή –

δοσμένη ψυχή τε και σώματι στο Νυμφίο, εν προσευχή

και νηστεία,

σε τούτη την έρημο με την ξερή άμμο, το γλυφό νερό,

τον αδυσώπητο ήλιο.

Ενίοτε περνούν καραβάνια προσκυνητών με χασίσι και

πάπυρο,

όμως η γύμνια μου καταφεύγει στα βράχια.

έτσι, χαράζω τα ποιήματά μου στην άμμο

κι έρχονται οι αγέρηδες να μου τα τραγουδήσουν.

Λίγο πάπυρο, άγιε πάτερ Ζωσιμά, δυο-τρία βιβλία

θρησκευτικά,

μια σύντομη μέθοδο εκμαθήσεως βυζαντινής μουσικής.

Κει στην αγαπημένη Αλεξάνδρεια,

μη με ξεχάσεις, άγιε πάτερ Ζωσιμά.

με λένε Μαρία, παλαιότερα Κλεοπάτρα, στην Κυρήνη

Εσθήρ –

επί δεκαπενταετίαν διατελέσασα πόρνη.

Μα τώρα όλους σχεδόν, συν Θεώ, τους πειρασμούς τους

νίκησα

και μόνο το ρεμπέτικο μοτίβο δεν κατόρθωσα

να διώξω από τα χείλη μου, δε μπόρεσα

να ξεριζώσω απ’ την καρδιά μου, δε δυνήθηκα,

το ρεμπέτικο που τραγούδαγα μικρή στο καπηλειό του

Αλκέτα.

Χριστιανόπουλος Ντ., Εποχή των ισχνών αγελάδων, Ποιήματα, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1998, 14-15

Νόστος πατρίδας άγνωστης


ΜΑΝΑ


Έφυγες κι έγειρε

επικίνδυνα το σπίτι


Να' ταν κοντά σου η Ήπειρος

να σε κλάψει


Κι η Νεμέρτσκα να σου

κλείσει τα μάτια


Ας είναι ελαφρύ το ποίημα

που σε σκεπάζει.-


ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΠΙΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ


Τι το θες το τηλέφωνο στο χωριό -μου' λέγαν- ένα μήνα

όλον κι όλον θα το χρησιμοποιείς και θα πληρώνεις

πάγια για δώδεκα κι εγώ χαιρόμουνα πως τους είχα δώσει

την εντύπωση ενός υποκειμένου σαν ελόγου τους πως

κανένας τους δεν μπορούσε να ανιχνεύσει το μέσα δάσος μου

έτσι χαιρόμουνα την απεριόριστη έκταση της ελευθερίας

τηλεφωνώντας τους έντεκα στο σπίτι μου να το ακούσω πώς

περνά μόνο κι εγκαταλελειμμένο να το παρηγορώ να μου

απαντάει με σπασμένη φωνή να μπαίνουν στη γραμμή ο βοριάς

κι ο νόστος διεκδικώντας το καθένας για λογαριασμό του

να προσπαθώ να το ξαναπιάσω και να βουίζει παίρνω τον

Ο.Τ.Ε. ανησυχώντας μου απαντάει πως υπάρχει βλάβη στο

δίκτυο προερχόμενη από θεομηνία να προσπαθήσω αύριο

το σκεφτόμουν τόσο πολύ όλη νύχτα που ξύπνησα με χαραγμένη

στο στήθος μου τη χρονολογία κατασκευής του. 1823.


ΠΑΤΡΙΔΑ


Κλαίω όταν έρχομαι κι όταν φεύγω κλαίω κι ο

χρόνος ανάμεσα νιώθει ανήμπορος κι άχρηστος

που δεν τα καταφέρνει να στεγνώσει τα δάκρυά μου.


ΓΙΑΝΝΕΝΑ


Στον Γιώργο Αράγη


Παλιά βροχή απ' τον καιρό του Αλή

στη λίμνη και στα γκαλντερίμια από

βυθισμένο κλαρίνο μοιρολόι -αλί-

βήματα βιαστικά στα στενορύμια...


ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Σώμα κινδύνου, Ύψιλον 2004

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

"Ελπίζω στον μπαλωματή ήλιο..."


Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ


Οι μεγαλύτερες καταστροφές πάντοτε έγιναν

απ' αυτούς που νόμιζαν πως κάνουν το καλό

που μιλούσαν δίχως να τους έχει μιλήσει πριν ο Χριστός

να μην τους έχει πει ούτε μια λέξη

αυτοί τιμώρησαν τον Χριστό που δεν τους μίλησε

κι έκαμαν τους ανθρώπους τόσο φτωχούς

με τα συχνά νομοθετήματα και τις απαγορεύσεις

κουράστηκαν και κούρασαν

γιατί δεν ήσαν άγιοι

γιατί οι άγιοι δεν ανεβαίνουν μόνοι τους ψηλά.


Ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ


Περνούν οι μέρες και πληθαίνουν οι αμαρτίες μου

αντικρύζω τους ανθρώπους και τους καθρέφτες διαφορετικά

θυμάμαι, λησμονάω και κάποτε κλαίω

ελπίζω στον μπαλωματή ήλιο

στις χρυσοβελονιές πούχει για το τριμμένο μου ρούχο

την Κυριακή πρωί μ' είπε θα με πάει στο παζάρι της αγια-Σωτήρας

να μου ψωνίσει καινούργιο χιτώνα

άσπρο όπως τον θέλει και τον θέλω

πήγαμε

το ίδιο βράδυ τον είχα παλουκώσει

πέρασα απ' τις φραγκοσυκιές, τα ξυλοκέρατα και τα βατόμουρα

ντρεπόμουνα να του ξαναμιλήσω

κι ήλθε χτυπώντας διακριτικά

το μπρούντζινο χεράκι της σκεβρωμένης πόρτας

έτρεξα

βαστούσε βελόνια, μια ασημένια σκάφη

κι είχε και το πουγγί του λυτό στο χέρι.



μοναχός Μωυσής αγιορείτης, Αθωνικά ποιήματα, Αρμός 1995

Παρασκευή του Ακαθίστου βροχερή


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ


Άνθρωποι της πτώσης

Είμαστε

Μονίμως.

Με σπάνιες εναλλαγές

Ή και καθόλου.

Το σκότος το αγκαλιάσαμε

και ζήσαμε μαζί του.

Το φως

Δεν μας αγγίζει.

Κι αν μας αγγίξει

Απομένει λειψό.

Η πτώση

Πάντα

Σχεδόν

Είναι

Αναπόφευκτη.
ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ

ΠΕΡΙ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΟΡΙΩΝ ΑΣΤΟΧΙΑΣ


Άνθρωπος πολλών παθών

Ελέησόν με Κύριε

Εν αγνοία και εν γνώσει ίδιος ο βούρκος

Ελέησόν με Κύριε

Πολλοί οι οικτιρμοί σου μύχια η αγάπη σου

Άνευ ορίων άνευ όρων

Έως της συντελείας του αιώνος.

Ελέησόν με Κύριε εις τούτον τον αιώνα

Ελέησόν με Κύριε εις την εμαυτήν φθοράν

Ότι ειμί άνθρωπος πολλών παθών

Άνευ ορίων άνευ όρων.


ΝΤΕΛΛΑ ΟΛΓΑ , Αθιβολές, Το Ροδακιό 2002

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Σε ποια λοιπόν ανθίσαν οι αμυγδαλιές σου


ΟΙ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ



Έκθαμβο σπίτι άσπρο και κόκκινο

σε ποιο δωμάτιο ν' ανθίσαν οι αμυγδαλιές σου

εγώ είχα ζήσει σ' όλες τις γωνιές

στην κόκκινη και τη δυστυχισμένη

στην τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι

η αναπνοή σου θάμπωνε τα όνειρά μου

πάνω στα τζάμια σου τρεμόσβηνε μια θάλασσα

κήποι κρυφά χρυσάνθεμα μέσα στην έκστασή σου

που έτρεχα ματωμένος και κυνηγός



Ένα μεγάλο δίχτυ περνούσε σύρριζα

πάνω από το κεφάλι μου

η δυστυχία είχε δόντια σιδερένια

ο ήλιος φύτευε στους τοίχους κι άλλα περιβόλια

το περιβόλι της μύγας το περιβόλι του χαρταετού

το περιβόλι το μεγάλο της αγάπης

το περιβόλι του μεγάλου πυρετού

που μέσα του ολημέρα γύριζα με το τουφέκι μου

με μια κορδέλα κόκκινη μέσα στο στόμα μου

με μια κορδέλα κόκκινη μέσ' στα μαλλιά μου

σαν τη γωνιά την κόκκινη και τη δυστυχισμένη

σαν τη γωνιά την τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι

εγώ είχα ζήσει σ' όλες τις γωνιές

σε ποια λοιπόν ανθίσαν οι αμυγδαλιές σου



ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Παραλογαίς 1948

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Με τ' αγέρι...


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


Μουσική Στίχοι: Νίκος Ζούδιαρης

Ερμηνεία: Νίκος Κουρουπάκης


Όπου πατάς να ρίχνεις

μάτια μου φως να πατώ

κι όπου κοιτάς να δείχνεις

μάτια μου για να κοιτώ.


Σου στέλνω με τ' αγέρι χαιρετισμούς

όταν θα σε χαϊδεύει να με ακούς

και να στους τραγουδάνε στον ουρανό

οι βραδινές παρέες των αστεριών.


Να 'ναι γλυκά τα ξένα

μάτια μου κι ας μ' αρνηθείς

παρά σκληρή για σένα

μάτια μου να είναι η γης.


Σου στέλνω με τ' αγέρι χαιρετισμούς

όταν θα σε χαϊδεύει να με ακούς

και να στους τραγουδάνε στον ουρανό

οι βραδινές παρέες των αστεριών.



Η ενδοχώρα πατρίδα




ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ



Θ'



Δεν έχουμε άλλη χώρα έξω απ' την ενδοχώρα πατρίδα άλλη δεν έχουμε. Οπουδήποτ' αλλού, μέτοικοι, ξένοι, αντίγραφα ενός διαβατηρίου, μιας ταυτότητας. Μόνον εντός μας εαυτοί. Μόνον εντός μας ο ακέραιος λόγος, η καίρια πράξη. Εκτός μας, αδέξιο τραύλισμα της ψυχής, άκαιρες, ακρωτηριασμένες χειρονομίες.

Κι αν είναι υψηλά και περήφανα τα μέτωπά μας, είν' επειδή νικηφόρα υπερασπίσαμε τα ενδότερα εδάφη. Κι αν είναι βαθιά χαραγμένα τα πρόσωπά μας, είναι γιατί ποτέ δεν στρέψαμε τη ράχη στις μέσα μας θύελλες. Κι αν είμαστε απόκρημνοι κι απλησίαστοι, είν' επειδή συχνά ακροβατήσαμε στο χείλος του μέσα μας γκρεμού.

Κι ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι κάτοικοι οδών, συνοικιών και πόλεων. Ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι νομοταγείς πολίτες της ανυπαρξίας. Ας έρθουν οι ακατοίκητοι άνθρωποι.



ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη 2006

Απρίλης


ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΑΡΝΑΣ



Νερόν ήθελα νάπινα

στης Άρνας τα λαγγάδια,

της αρνησιάς να μ' έζωναν

τα τρίσβαθα σκοτάδια.



Τάχα θάβλεπ' αγνώριστα

κι αδιάφορα μπροστά μου

όλα τ' αγαπημένα μου

και τα χιλιάκριβά μου;



Ή τάχα νόμος άγιος,

δίχως εγώ να νοιώθω,

πάλι σ' αυτά θα μ' έφερνε

μ' ένα δεύτερο πόθο;



ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Ίαμβοι κι Ανάπαιστοι, 1896
Στη φωτογραφία οι καταρράκτες στα Ρέματα της Άνδρου κοντά στο χωριό της Άρνης