Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010


Γι’ αυτούς και για τους άλλους


Για τις ανάγκες κάποιας εισήγησης πριν από μερικά χρόνια είχα ξαναδιαβάσει και χρησιμοποιήσει κομμάτια της "Γιαγιάς Ρούσας" του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Το περιστατικό που διέσωσε ο λόγιος τούτος είναι κατά τη γνώμη μου από κείνα που λάμπουν ανάμεσα στα κείμενα που έχουμε διαβάσει και που μας λυγίζουν και που λειτουργούν ως οδοδείκτες ζωής. Όχι τόσο για την τεχνική τους τελειότητα -δεν είναι τούτο το ζητούμενο πάντα- όσο για την ανθρωπιά των στιγμών και τη λογοτεχνική μεταφορά τους εντός της γραφής. Το διαβάζω πάντα με τη σκέψη πως ετούτος είναι ο Θεός που έχει η ψυχή ανάγκη και πάντα αναρωτιέμαι πού τον έχουμε θάψει, σε ποια αυλή εκκλησιάς, σε ποιο μεγαλεπήβολο επισκοπικό έργο, σε ποιο φιλόπτωχο, σε ποιον εκκλησιασμό της Κυριακής. Το «κατάλαβε την ψυχή της» που σώζεται μέσα από το παρακάτω απόσπασμα, είναι θαρρώ τούτο που μας σώζει και εμάς ενώπιον του Θεού.

«Εκείνη τη μέρα –μια μέρα του 1923- ήτανε που η γιαγιά φαινόταν άπιαστη. Ετοίμαζε λειτουργίες, τοίμαζε λάδι, τοίμαζε κρασί. Ασυνήθιστη κίνηση στο σπίτι, […].
-Αύριο έχουμε λειτουργία.
-Πού;

-Στον Άγιο Κωνσταντίνο.

-Για ποιον κάνουμε τη λειτουργία; Ειδοποίησες τον παπά;

Η γιαγιά τον είχε ειδοποιήσει και είχε φροντίσει για όλα. Όμως μασούσε τα λόγια της όταν τη ρωτούσανε για ποιον ήτανε η λειτουργία. Γιορτή δεν είχαμε. Καμιά άλλη περίπτωση λειτουργίας δεν φαινότανε. Η γιαγιά κάτι είχε στο μυαλό της αλλά δεν το’ βγαζε.
Ήρθε ο παπα-Βασίλης στο σπίτι για να συναντηθούν. Καθόταν κοντά μας, ήμασταν μικροσυγγενείς, αγαπούσαμε όλη την οικογένεια. Είχε πολλά παιδιά ο παπα-Βασίλης, τα περισσότερα στην ηλικία του γιου της γιαγιάς, του θείου μου του Μανώλη. Έστησα αυτί όταν σιγοκουβεντιάζανε.
-Για ποιον η λειτουργία, κυρα-Ρούσα; ρώτησε ο παπάς.
-Γι’ αυτούς, απάντησε κουμπωμένη η γιαγιά.
-Γι’ αυτούς; Ποιους αυτούς; ρώτησε ο παπα-Βασίλης.
Κόμπιαζε η γιαγιά που συνήθως δεν είχε δύσκολα τα λόγια της. Αλλά ο παπα-Βασίλης περίμενε. Η γιαγιά δεν είχε άλλη διέξοδο.

-Γι’ αυτούς και για τους άλλους. Για όλους.
Ο παπα-Βασίλης άρχισε να μπαίνει λίγο στο νόημα. Τις μέρες εκείνες κύματα είχανε φτάσει οι πρόσφυγες. Γυμνοί οι περισσότεροι, νηστικοί, παιδάκια με ζωγραφισμένη ακόμα την πείνα και τον τρόμο στα προσωπάκια τους. Ο στρατός ‘τοίμαζε συσσίτια, ο Δήμος φρόντιζε για τρόφιμα, η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών μάζευε λεφτά και ρούχα. Πολλά σπίτια ανοίγανε για να τους φιλοξενήσουνε, λίγα μένανε κλειστά. Άντρες που ζητούσαν δουλειά για ένα κομμάτι ψωμί, γυναίκες που ήταν έτοιμες να σφουγγαρίσουν όλη την αυλή για λίγο γάλα για το παιδάκι τους. Είχε μαθευτεί πως στα χωριά παίρνανε τα σπίτια των Τούρκων και πως οι Τούρκοι είχαν κάνει μπόγους τα πράματά τους κι ετοιμάζονταν να φύγουν για τη Μικρασία. Η αθλιότητα της προσφυγιάς έπεφτε πάνω στη φτώχεια της Κοζάνης και των χωριών της. Στους στρατώνες, στα σχολεία, όπου υπήρχε δημόσια αίθουσα, στοιβάζονταν άνθρωποι μόνο για ν’ απλώσουν τα μέλη τους και να κοιμηθούν ύστερα από μέρες πορείας. Τα πόδια πρησμένα απλώνονταν χωρίς να μπορούν ν’ αναπαυτούν για να ξαναξεκινήσουν πάλι ως τον προορισμό τους. Ποιον προορισμό; Τις περισσότερες φορές κανένας δεν ήξερε.
Ο παπα-Βασίλης νόμισε πως κατάλαβε τις σκέψεις της γιαγιάς:

-Για τους πρόσφυγες τους καημένους, είπε.

-Ναι, απάντησε η γιαγιά.

Σαν να μην είχε τελειώσει εκείνο που ήθελε να πει. Δίστασε λίγο και πρόσθεσε με σφιγμένα δόντια:

-Και για τους άλλους.
-Ποιους άλλους; έκανε απορημένος ο παπάς.
Δεν έβγαιναν τα λόγια απ’ το στόμα της γιαγιάς. Δεν μπορούσε να καταλάβει ο παπα-Βασίλης. Τι στο διάολο –ή στο Θεό- σκεφτόταν η κυρα-Ρούσα;

-Γι’ αυτούς και για τους άλλους, είπε στο τέλος αποφασισμένα. Γι’ αυτούς που ήρθαν και γι’ αυτούς που φεύγουν.

Άνοιξε μάτια και στόμα ο παπα-Βασίλης.
-Για τους Τούρκους; Μ’ αυτοί είναι αντίχριστοι.
Η γιαγιά ήταν πολύ θεοφοβούμενη.

-Δεν κάνει; ρώτησε δισταχτικά.
Την κοίταξε καλά καλά στα μάτια ο παπα-Βασίλης, κατάλαβε την ψυχή της, κούνησε το κεφάλι του κι απάντησε κι αυτός αποφασιστικά για να την καθησυχάσει:

-Τι θα πει δεν κάνει; Ο Θεός είναι για όλους. Και για τους Χριστιανούς και για τους αντίχριστους».

Τώρα τι σχέση έχει τούτος ο παπάς είτε και ο άλλος, ο παπα-Νικόλας του Κοσμά Πολίτη στου Χατζηφράγκου, με τον επίσκοπο ή αρχιμανδρίτη -αδιάφορο-, ρασοφόρο πάντως, που στον τηλεοπτικό εκκλησιασμό της Κυριακής καλούσε τους πιστούς να συμβάλουν στη "δισκοφορία" που θα ακολουθούσε, νομίζω ο καθείς είναι σε θέση να κατανοήσει. Μέχρι τώρα έχω ακούσει για "δισκοβολία", έχω ακούσει και για "ψηφοφορία", αλλά για δισκοφορία πρώτη φορά ακούγω και δηλώνω άγνοια. Ωστόσο, η λέξη υπάρχει! Πρόχειρα κατέβασα τον Σταματάκο και ερμηνεύει τη λέξη ως αυτό που είναι, δηλαδή η περιφορά του δίσκου εντός του Ναού. Το ότι θα εφευρίσκαμε και λέξη για να στεγάσουμε την υποκρισία μας ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων αυτό δεν το φανταζόμουνα, καθώς το μόνο που θυμάμαι είναι το ευαγγελικό "το καλό που κάνει το δεξί σου χέρι να μην το γνωρίζει το αριστερό" και κείνο του λαού το "κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό", δηλ. οι πράξεις της ψυχής κρυφές από όλους, ακόμα και από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ειδικά μάλλον από τον ίδιο σου τον εαυτό, καθώς τότε κινδυνεύεις πανεύκολα να κυλίσεις στο είδωλο του Νάρκισσου εντός του ποταμού ή της λίμνης -αδιάφορο. Ή με αυταρέσκεια να υψωθείς στους άβατους τόπους μιας χοϊκής αγιότητας, που σκόπιμα καλλιεργείται -και την αφήνουμε και εμείς εννοείται να καλλιεργηθεί και λίπασμα μάλιστα της ρίχνουμε- στους κόλπους μιας καθωσπρέπει Κυριακής που αρχίζει και τελειώνει με τον εκκλησιασμό της. Η θέση για το θέμα τούτο δεν εξαντλείται.

  • «Η επιβίωση της ανθρωπιάς μέσα από τη θρησκευτική ετερότητα, όπως αποτυπώνεται στο έργο του Νετζατή Τζουμαλή, αλλά και -επιλεκτικά- σε «σταθμούς» της νεοελληνικής πεζογραφίας του Μείζονος Ελληνισμού» τώρα στα πρακτικά του Συνεδρίου για τον Νετζατή Τζουμαλή. Ένας Τούρκος συγγραφέας από τη Φλώρινα, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Παιδαγωγική Σχολή Φλώρινας, 2009

  • Παπακωνσταντίνου Μ., Η γιαγιά μου η Ρούσα, Εστία, Αθήνα 1995, 18-22

  • Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010


Το ρίχνει ψιλό-ψιλό, μα τα κλαδιά γέμισαν πια από ώρα. Τα σπουργίτια πήγαιν’ έλα στο μπαλκόνι και με το ίχνος σκιάς εξαφανίζονται. Πέφτει λοιπόν, χιονόπτωση αραιή και έξω μείον το βράδυ θα παγώσουν τα νερά να θυμηθείς τη βρύση ανοιχτή ν’ αφήσεις για όταν ξημερώσει. Τα φώτα διατηρείς κλειστά, τις νιφάδες αφήνεις εντός να μπουν και να φωτίσουν τους τοίχους τα πατώματα τα όποια πρόσωπα. Σουρουπώνει και πάνω μας σύννεφα φορτωμένα. Χιόνιζε όμορφα το μεσημέρι και είχε τη σιωπή του χιονιού και των άδειων δρόμων και έτρεξες στο ράφι κάποιον ποιητή να καλέσεις βοηθό και κείνο το "Πρώτο χιόνι" του εκ Λαμίας ποιητή σε γλίτωσε και σε υποχρεώνει να το διασώσεις κάπως μες στο διαδικτυακό χαρμάνι. Μικρά του βίου περιστατικά τούτη η χαμηλόφωνη ποίηση με συγκρατημένους λυγμούς στα διάστιχα μα και στα περιθώρια. Συμπυκνωμένο το σύμπαν με την αίσθηση του κύκλου δίχως έξοδο. Δεν υπάρχει παραμυθία εντός τούτου του σχήματος, αντίθετα με τον κανονικό, όπως συχνότατα συμβαίνει στους τόπους της ποίησης.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΧΙΟΝΙ

Το πρώτο χιόνι
ήλθε στον καιρό του.
Δεν αιφνιδίασε κανέναν
κανέναν δεν δυσαρέστησε.
Αντιθέτως, το αποζητούσαμε.

Η γιαγιά Μαρίτσα
χωρίς να παραπονεθεί
για τα ρευματικά της
βγήκε να ρίξει
τα φυλαγμένα ψίχουλα
στα πετεινά του κήπου της
κι’ αποξεχάσθηκε.

Και σαν κρύωσε
γυρνώντας στη γωνιά της
γύρισε και στις χιονισμένες
αναμνήσεις της.

….Νυφούλα ήταν
ντυμένη στα λευκά
καβάλα σε άσπρη φοράδα
και με τα όργανα μπροστά
το νέα άνδρα της στο πλάι
ερχόντανε στο καινούργιο σπιτικό της.
Όταν απρόσμενα οι ουρανοί
άρχισαν να την ραίνουν
με λευκές νιφάδες χιονιού
κι’ αυτή έκλαιγε
έκλαιγε από λύπη
που άφησε το πατρικό της σπίτι
έκλαιγε από χαρά
γιατί ερχόντανε στο δικό της σπίτι
και γιατί την έραινε ο ουρανός-
χαρμολύπη γιαγιά
τής είπε ο σπουδασμένος εγγονός της.

Κι’ ύστερα
τα χιόνια τα πολλά του ‘40
κι’ ο καλός της να είναι στο μέτωπο
κι’ αυτή στο χιονισμένο παραθύρι
να τον σκέπτεται
και να του πλέκει μάλλινα…


-Και πιο ύστερα, γιαγιά Μαρίτσα;…
ΗΛΙΑΣ ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ, ΡΥΘΜΟΙ 3/4 ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ, ΑΘΗΝΑ 2009

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010


Τα βήματά μας μες στο χιόνι και οφείλουμε στους άλλους κομμάτια της αλήθειάς μας και την ίδια ώρα τίποτα δεν έχει να κάνει με την αιωνιότητα που φτάνει κάθε μέρα πιο κοντά κάθε βήμα πιο κοντά ωστόσο τώρα σκέφτομαι ξανά πως τα πρόσωπα αποκτούν με το χρόνο την αληθινή τους φυσιογνωμία τις χαρακιές που ξεχωρίζουν τα προσωπεία που διακρίνονται οι πληγές οι χαρές όλα πάνω τους και κείνη η δυσεύρετη ταπείνωση που είναι καρπός οδύνης και μόνο και κείνο που αυτές τις μέρες διάβασες πως "να είσαι ολόκληρος πόθος ή ολόκληρος παραίτηση είναι εύκολο. Αλλά να είσαι και τα δύο μαζί, να τι δεν μπορεί να γίνει παρά με τη βοήθεια του Θεού" (Thust). Μας φτάνει ο Θεός εδώ, αναρωτιέμαι. Αν δεν έχεις ζήσει όμως την επίγεια Κόλαση πώς να σε φτάσει ο Θεός και πώς γι' αυτόν να μιλήσεις. Σκέφτομαι μας θέλει πιο καθαρούς σκέφτομαι μας θέλει πιο αληθινούς και ησυχάζω. Μετά τα πρόσωπα σκληραίνουν και είναι επόμενο. Η φυσική φθορά της ψυχής είναι επόμενο, όμως το άγγιγμα, όταν φτάνει στην ψυχή, τότε είναι άγγιγμα. Αυτά λέω και γράφω και βυθίζομαι στο τούλι της ημέρας. Μα το χιόνι δεν με φτάνει. Μες απ' τους φεγγίτες μόνο το κοιτώ

φωτο: http://www.shepherdpics.com/Blog/

Σκέφτομαι πως τελικά μέσα απ' την ταπείνωση γινόμαστε ίσως πραγματικά ελεύθεροι. Και όταν νιώσει κανείς ελεύθερος, τότε μόνο μπορεί να γράψει και τότε πια αρχίζει να ζει. Γιατί τα όρια πια τα πέρασε. Τα όρια του εαυτού και τα άκρα του επίσης.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Τα κερδισμένα και τα χαμένα της Ποίησης


ΠΡΟΣ ΘΕΟΥ ΟΜΩΣ


Καθίστε λοιπόν στων τρένων τους σταθμούς

περπατήστε μες στις ράγες

εν ανάγκη ταξιδέψτε

ποιήματα θα σας φτάσουν

στο σβέρκο θα καθίσουν

θα τα γράψετε

προς Θεού όμως

μην πιστέψετε ποτέ πως φτάνει

πως τούτο είναι και από μόνο του αρκετό

εσείς οι ποιητές

στην ποίηση μην αρκεστείτε

θα γελαστείτε

μα σαν το νιώσετε

θα είναι πια αργά

θα' χει από πάνω σας

μια ολόκληρη εποχή περάσει

δίχως να τη γευτείτε


Προς Θεού

στην ποίηση

μην αφεθείτε

εσείς οι ποιητές


Όλγα Ντέλλα

ΠΡΟΤΙΜΑΤΕ ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ


Στους νέους ποιητές θα' θελα να συστήσω:

ταξιδεύετε με το τραίνο,

όσο κι αν αυτό

θεωρείται παλιομοδίτικο.

Τα ταξίδια με το τραίνο

είναι από τα πλέον αποδοτικά.


ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΟ ΒΑΓΟΝΙ


Σα να τον ξέχασαν τα τραίνα και τον άφησαν

απ' το μεγάλο τους ταξίδι έξω.

Νιώθει του άδειου σταθμού τη σιωπή

μέχρι το κόκκαλο


σαν το βαγόνι νιώθει

το παρατημένο.


ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΛΑΚΑ


Τη ζωή μου τη φανταζόμουνα αλλιώς,

χωρίς αυτή την πλάκα

πάνω στο στήθος.


Σαν ένα ταξίδι τη φανταζόμουνα,

και όχι σαν έναν έρημο σταθμό.


ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ, Απόγευμα προς βράδυ, Γαβριηλίδης 2006


http://www.photofolio.gr/main.php

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
–Θεός να μην το κάμη
να γίνη αληθινό!
Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι,
χλωμό σαν το φεγγάρι,
σαν νύχτα σιγανό.

Αγέρας το παράσπρωχνε
με δύναμη μεγάλη,
σαν νάθε' να το βγάλη
απ' της ζωής την μέση.
Και το νερό, π' αχόρταγα
τα πόδια του φιλούσε,
θαρρείς το προσκαλούσε
στ' αγκάλια του να πέση.

–Δεν είν' αγέρας, σκέφθηκα,
και σένα που σε δέρνει.
Η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά του κόσμου!
Κι εχύθηκ' απ' τον θάνατο
τον δύστυχο ν' αρπάξω…
Ωιμέ! Πριν ή προφθάξω
εχάθηκ' απ' εμπρός μου!

Στα ρέματα παράσκυψα,
να τον ευρώ γυρεύω.
Στα ρέματ' αγναντεύω–
Το λείψανό μ' αχνό!…

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
–Θεός να μην το κάμη
να γίν' αληθινό!


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ, Το τέλος του παραμυθιού ή Η αρχή του ονείρου, Ερμής 2001

Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Αμμοχωστά ένας χρόνος σήμερα. Το γιορτάζουμε λοιπόν. Επιστρέφω στην ομάδα "Όχι παίζουμε" και στον Βιζυηνό. Άδειοι διάδρομοι στο Ωδείο Αθηνών, ο ίλιγγος της ψυχής που καθυποτάσσεται. Γίνεται κάτι άλλο. Μεταλλάσσεται, γραφή ή φωνή. Βιζυηνός είναι αυτός, μας οδηγεί στα μονοπάτια του.

Σήμερα ξανά ο Μοσκώβ επιστρέφει, εμβόλιμος στο χρόνο όπως πάντα και απρόβλεπτος εντός της ψυχής μας. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ γύρω από το Ωδείο Αθηνών, νύχτα Δεκεμβρίου ακόμη, και προτού εισέλθουμε στο σκηνικό του αγαθού Τούρκου, στιγμές από προηγούμενες ανασκαφές που δεν τις είδες, όμως τις άκουσες και τη γεύση τους την έπαιρνες τώρα από Videowall. Ανοιχτά παράθυρα και στο βάθος μια Αθήνα φωτισμένη να μένει εκτός και εντός ένας ποιητής σχεδόν, που έγραφε έναν αιώνα πριν και τώρα σου είναι ζωντανός και οικείος και περνά ίσως η ψυχή του στους διαδρόμους τούτους και δικαιώνεται κάπως η ζωή του. Μα δικαιώνεται τάχα ποτέ η ματαιωμένη ψυχή; Όχι, αλλά γίνεται τέχνη. Μου έρχεται ο λόγος του Κωστή Μοσκώφ, εμβόλιμος και αυτός στα παραπάνω. Το έχουν φαίνεται σήμερα οι σχεδόν ομόηχοι:

"Ναι, ζητώ το ανέφικτο. Το όνειρο πρέπει να υπάρχει. Δεν είναι κακό να ζητάς το όνειρο. Δεν είναι κακό να ζητάς το απόλυτο. Σημασία έχει να ψάχνεις να βρεις πάλι και τα νάματα που κάνουν το όνειρο πράξη. Ψάχνω να βρω κι εγώ τρόπους, το ανέφικτο να γίνει εφικτό. Ο άνθρωπος δεν είναι γραφτό να πετύχει. Μπορεί και ν' αποτύχει. Σημασία έχει την αποτυχία σου να την κάνεις, όπως κάνουμε εμείς, όπως κάνει πολλές φορές ο ελληνικός λαός, τραγωδία. Δηλαδή, υψηλού επιπέδου λόγο και τέχνη. Δηλαδή, πάλι πραγματικότητα σε ένα άλλο πεδίο κίνησης ζωής. Η τέχνη είναι μια πραγματικότητα σε ένα άλλο πεδίο κίνησης. Αυτό προσπαθώ. Το ανέφικτο."

Αντιγράφω τέλος από το πρόγραμμα τα λόγια εκείνα που μένουν. Αμμοχωστά λοιπόν συνεχίζουν με τις ψυχές εκείνες που κάποτε επιστρέφουν, για να διασχίσουν τους έρημους διαδρόμους ενός άδειου Ωδείου μες σε μια νύχτα ενός εαρινού χειμώνος.

"Όπου σταθής κι όπου κι αν πας

θα θυμηθείς εμένα.

Όποια καρδιά κι αν αγαπάς,

δεν θε να βρης λιμένα.


Τι μέλλει εις τον νεκρόν, εάν ο ήλιος θ' ανατείλη

εκ νέου είτε όχι;

Τι μέλλει εις τον ναυαγόν, εάν θα παύση αύριον ο σάλος

και θα νηνεμήσει η θάλασσα;

Ω άφετέ με, παρακαλώ.

Μου έκλεψαν τα μέγαρα, τα πλούτη, τους βαθμούς μου.

Με εγελωτοποίησαν όσον ημπόρεσαν και με έρριψαν

οι ανηλεείς εδώ, ίνα χάσω το γλυκύτερον φως της ψυχής

και των οφθαλμών μου.

Ω, είμαι πλέον πτώμα.

Το προησθάνθην όπως ο κύκνος ο αρχαίος.

Γνωρίζετε "το όνειρόν" μου κυρία.

το είχατε αποστηθίσει.

Απαγγείλατέ το, παρακαλώ, ίνα ελαφρυνθή

η ψυχή μου,

απαγγείλατέ το!

Εψές είδα στον ύπνον μου

ένα βαθύ ποτάμι,

-Θεός να μην το κάμη

να γίν' αληθινό

ΤΖΙΝΑ ΘΛΙΒΕΡΗ

Άσσος Μπαστούνι

Το συγκινητικό στην ιστορία του Μοσκώβ Σελήμ είναι πως κυνηγά σε όλη τη ζωή του ένα και μοναδικό ιδανικό. Ανεξάρτητα από τις συνθήκες γύρω του, που μεταβάλλονται συνεχώς και μάλιστα με απίστευτη σκληρότητα. Υπ' αυτήν την έννοια ο Μοσκώβ Σελήμ είναι καλλιτέχνης. Τράβηξε αυτό το φύλλο και μ' αυτό θα ολοκληρώσει την παρτίδα μέχρι τελικής πτώσης, είναι άσσος αλλά είναι και μπαστούνι.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΘΩΝΑΙΟΣ

http://www.youtube.com/watch?v=InIn3OdMO1U&feature=related

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010








6.1.10, Θεοφάνεια δηλαδή ήδη

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έκτακτα ψώνια και τελευταία προς το εσπέρας. Περπατώ στις οικείες παιδικές γειτονιές. Ανοιξιάτικο αεράκι από τον Υμηττό να κατεβαίνει. Νοτιάς. Ξελαμπικάρω από τη σύσφιξη του σπιτιού. Συναντώ τούτο γραμμένο σε τοίχο και χαμογελώ. Το σύνθημα της χρονιάς λέω. Ήταν να με βρει και με βρήκε. Με τούτο λοιπόν θα πορευτώ -θέλω δεν θέλω. Όχι, θέλω. Μου έδωσε μια ανάταση από το σκύψιμο των φορτωμένων ημερών. Χαμογέλασα ξανά. Λοιπόν, υπάρχει ζωή πριν το θάνατο. Ποιος είπε το αντίθετο;
Κάποιες ώρες νωρίτερα σε βόλτα γύρω από τον Ακρόπολη στο αγαπημένο Θησείο, εκεί που ανυποψίαστη διασχίζεις ξεχασμένες αλέες και μονοπάτια ειδυλλιακά και μόνο τούτη την πλευρά φαντάζεσαι ως συνήθως, συναντάς το παγκάκι των ονείρων για το 2010. Οι ευχές λοιπόν και οι προσδοκίες των ανθρώπων είναι πράματα πολύ σχετικά. Μπορεί να είναι απλώς το παγκάκι των άστεγων ονείρων. Μπορεί ούτε καν αυτό. Ελέγχομαι και σηκώνομαι για μια ακόμα φορά. Οι εικόνες της ζωής μάς οδηγούν στην αληθινή ζωή. Η αγάπη λοιπόν, μόνο η αγάπη, μπορεί από την άβυσσο να μας βγάλει. Προς όλους και προς όλα. Χωρίς πρόσωπο, αναζητώντας όμως το αληθινό μας πρόσωπο. Που ίσως δεν είναι παρά το πρόσωπο του Θεού.
Φεύγοντας, βλέπεις και ακούς κάλαντα του μπαλκονιού για ψυχές που περιμένουν μια ανάβαση που δεν έρχεται. Έτσι στις βεράντες βγαίνουν μα και στις αυλές, το μήνυμα που δεν έρχεται αλλιώς, με κάποιο τρόπο να τους φτάσει. Κάλαντα λοιπόν από το μπαλκόνι στις γειτονιές του Θησείου. Δεν ξέρεις ποιος τα έχει περισσότερο ανάγκη. Εκείνη που σταματά τον πλανόδιο ακκορντεονίστα ή ο πλανόδιος ακκορντεονίστας. Ποιος είναι πιο χτισμένος στη μοναξιά του ή τη φτώχεια του; Οι ψυχές ίδιες παντού και οι άνθρωποι ίδιοι και οι ανάγκες τους ακόμα πιο ίδιες. Μόνο σχήματα αλλάζουν. Κατά τα άλλα αυτά τα ίδια που τα ξέρεις πια.
Άλλαξε ο χρόνος και «βγες να δεις, πανσέληνο πρέπει να έχει» είπε η μάνα. Και ήταν πράγματι η τελευταία του έτους. Νωρίτερα το είχες δει. Ολόγιομο σού φάνηκε, μα μες στις φούριες πήρες την ανάσα του και μέσα μπήκες. Μα τώρα, μόλις που πρωτομπήκε η χρονιά και βγήκες να το αιχμαλωτίσεις -γιατί άραγε; Φώτα που αναβοσβήνουν και γύρω σκιές που πάνε κι έρχονται και άνθρωποι γύρω από τραπέζια γιορτινά μες από παράθυρα να διακρίνεις τις μορφές τους και αρχή του χρόνου. Πυροτεχνήματα κάπου μακριά και σιωπή μες στη δική σου βεράντα και σκιές από πολυκατοικίες που σε κυκλώνουν και κάτω λεμονιές με τους καρπούς να λάμπουν, όπως πέφτει το φεγγάρι απάνω τους, και ένα φρέαρ που ίσως δεν έχει στερέψει, μα το νερό του το κρατά κρυφό. Άλλοι αλλού ν’ αλλάζουν τη χρονιά, μες σε εκκλησιές που μένουν ανοιχτές και υποδέχονται το έτος εκεί. Εκτός τόπου και χρόνου και είναι παρηγορητικό κάποτε τούτο. Κάποιοι μένουν πίσω, ένα μικρό κορίτσι που κοιμάται, και τώρα γίναν τρεις οι γενιές, θυμάμαι τα νυχτέρια της Φραγκογιαννούς με τη δική της κόρη και τώρα εντός πάλι οι γυναίκες του σπιτιού μες στην αλλαγή του χρόνου, εντός, και το μόνο που εύχονται να γεμίσουν οι ψυχές τους. 2010 λοιπόν.
Δεύτερη μέρα του έτους που μόλις εισήλθε και βρίσκομαι ενώπιον της ψυχής ενός άλλου ζωγράφου. Γιάννης Τσαρούχης στο Μπενάκη του Πειραιά. Εισβολή χρωμάτων και ανθρώπινων μορφών και μακέτες από κείμενα αγαπημένα, λευκό και γαλάζιο, ο απίστευτος ουρανός του Πειραιά, που διασχίζει όλους τους πίνακες και οι ναύτες, εκεί, μορφές αντρικές, όπως τις ήθελε και τις έχτισε και κείνες χτίστηκαν μέσα στα πλαίσια και τα κάδρα και μας κοιτούν με το βλέμμα που εκείνος επέλεξε να αιχμαλωτίσει και να το παραδώσει ατόφιο στην αιωνιότητα. Φύσεις έμψυχες που σε κοιτούν πια από τον αέναο χρόνο και τόπο της τέχνης. Εκεί που διασώζονται τα πρόσωπα και οι ψυχές τους. Μα γιατί τόση πια μανία με τις ψυχές; Αγνοώ. Ακόμα τον λόγο τον αγνοώ. Λοιπόν, αναζητώ σε διαδικτυακή τοποθεσία το «Όραμα του Δαυίδ» με εγχάρακτο πάνω τον ψαλμό του βιβλικού ποιητή «Προς σε ορθρίζω και εδίψησέ σε και εκολλήθη» κλπ. κλπ. Τούτες οι μεταπηδήσεις από την εγκόσμια αναζήτηση στη θεϊκή και το μπλέξιμό τους είναι κάτι που με θέλγει και με συγκινεί σε όλες του τις μορφές. Σκύβεις το κεφάλι, όταν νιώθεις τη λαχτάρα του ανθρώπου προς τον άνθρωπο και πόσο μάλλον την ένθεη μανία του ανθρώπου προς τον Θεό του.
Κατεβαίνοντας προς την πόλη των Αθηνών, ανήμερα των Χριστουγέννων, δυο παραμύθια του αγαπημένου ποιητή των παραμυθιών συνόδευαν τούτη την κάθοδο. Ο Εγωιστής Γίγαντας για αρχή και έπειτα ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας (εκδ. Κέδρος, τα γνωστά βιβλιοσιντί). Ήταν σχεδόν παρορμητική η επιλογή τους την παραμονή από τα ράφια του οικείου βιβλιοπωλείου. Εκείνο όμως που αγνοούσα κατά την ώρα της, ας πούμε, ασύνειδης επιλογής τους, το είδα ολοκάθαρα, δηλ. το άκουσα την επομένη. Δώρο για τα αγόρια του σπιτιού ή μήπως δώρο για την ψυχή μας; Δεν ξέρω ποιος ωφελείται τελικά περισσότερο. Πάντως πρέπει να οδηγηθούμε στα παραμύθια. Τουλάχιστον σε αυτά τα παραμύθια. Ξέρω γιατί διώχτηκε τόσο εν ζωή ο παραμυθάς τούτος από την Ιρλανδία. Δεν ξέρω όμως πολλούς χριστιανούς σαν την ευγενική τούτη ψυχή του Ουάιλντ. Τούτες οι ιστορίες γονάτισαν την ψυχή μου και ήταν Χριστούγεννα πια καθαρά. Ποιο σκεύος επιλέγει ο Θεός να μας μιλήσει; Νομίζω αυτό που έχει ανάγκη η ψυχή του καθενός μας.
Ανεβαίνοντας τώρα, μέσα στις αποσκευές είχα φυλάξει πολύτιμο εύρημα από το δισκοπωλείο της κ. Ουρανίας. Κάτι διαφορετικό να ακούσω αναζητούσα, αλλά δεν ήξερα τι. Έπαιζε τούτο μόλις μπήκα και από την αρχή το αναγνώρισε η ψυχή και ας μην το είχε γνωστό. Ήταν όμως αυτό, «La barcha d’ amore», μελοποιημένα δηλ. ποιήματα από την ερωτική ποίηση μεταξύ των ετών 1563-1685. Ανώνυμοι και επώνυμοι δημιουργοί σε μια σύνθεση μουσικής που σε οδηγεί οπωσδήποτε εκτός εποχής. Ανάμεσα σε τούτα τα ακούσματα το μοναδικό -ανώνυμου δημιουργού- Greensleeves.
Με τούτα τα ακούσματα αφήσαμε τη χρονιά που έφυγε και εισήλθαμε στην επόμενη. Ένα δέντρο συνεχίζει να παραμένει στη γωνιά του σπιτιού με ανοιχτά τα φωτάκια του, με το αστέρι στην κορφή του, με τη φάτνη στα τελευταία κλαδιά του, να κοιτά μες απ’ τα ανοιχτά παράθυρα τον καιρό να φεύγει, τη βροχή που ήλθε, το χιόνι που έλιωσε, την απρόβλεπτη αιθρία που μας άφησε. Στοιβαγμένα σύννεφα τώρα στους ουρανούς και οι μέρες περνάν. Αναβάλλω να το ξεστολίσω, αναβάλλω τα φωτάκια να σβήσω, αναβάλλω να εισέλθω στην καθημερινότητα. Μπορεί και να αδυνατώ. Μπορεί και να το επιδιώκω.
Αντάμα με το σύνθημα των τοίχων, θαρρώ πάει και το παρακάτω. Λοιπόν, υπάρχει ζωή πριν το θάνατο. Επομένως, όσο υπάρχει ουρανός ας πετάμε.

http://www.youtube.com/watch?v=iF-L0woreV0

Καλή χρονιά ξανά