Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010





ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ
Ιδού ο Νυμφίος και αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και δεύτε ουν συμπορευθώμεν και συσταυρωθώμεν -καλά το συμπορευθώμεν, λέω, κάπως θα συμπορευθούμε μεγαλοβδομαδιάτικα, μα κείνο το συσταυρωθώμεν χλωμό το βλέπω, εύκολα δεν απεκδυόμαστε αυτό που είμαστε, εύκολα δεν αφηνόμαστε ούτε καν στον Θεό μας- δεύτε λοιπόν και η γη να μοσχοβολά σα θυμιατήρι που έγραφε ο Κόντογλου, έτσι όπως μοσχοβολούσε από την πρωινή βροχή που άνεμος ήρθε και την φευγάτισε, το Σαραντάριο θυμάμαι τούτες τις ώρες, μονάχη το ανέβηκες, μονάχη το κατέβηκες, άνεμος της ερήμου μες στο μεσημέρι, καυτός από παντού και να εισβάλει, το όρος να ανεβαίνεις και να ζαλίζεσαι, το μέτωπο να μη σηκώνεις προς τα πάνω, μόνο σκυφτή και με κομμένη την ανάσα, πώς να’ βγει η ανάσα που την έπνιγε το καύμα, σκυφτή και λυγισμένη και κοντοστέκεσαι συχνά-πυκνά, μα πού το χέρι που θα θελήσει να σ’ ανασύρει, αντικατοπτρισμοί από το χώμα που κοχλάζει, το έβλεπες που κοχλάζει και δίπλα ένα τελεφερίκ για κείνους που δεν το αντέχουν, ούτε κι εσύ το άντεχες ίσως, παλιά η ιστορία με την αναιμία, όμως θα το ανέβω είπες και το ήθελες βαθιά, έτσι για να τη νιώσεις την ανάβαση, να νιώσεις ελάχιστα το πάθος, έστω και να το φανταστείς ή να το πλάσεις, ιεροσυλία σου φάνηκε το άλλο για σένα που έστω και λίγο το μπορούσες, μονάχη το ανέβηκες, μονάχη το κατέβηκες, μονάχη εισήλθες στα ενδότερά του και στα βραχώδη στενά του, ένα το μονοπάτι, αρτηρία λαξευμένη μες στους βράχους, στην καρδιά του εκκλησιά χωστή, δίχως παράθυρα, με πόρτα μία, για είσοδο και για έξοδο η ίδια, το ιερό προς την ανατολή κοιτά ξανά, σκαμμένο μες στο όρος και πίσω σου λαξευμένος ο κυρίως και αυτός μέσα στο όρος, ανεβαίνεις σκάλα σιδερένια και σκυμμένη και έπειτα συναντάς το φως, γιατί μόνο εκεί συναντάς το φως, ποιος ρυθμός υπέδειξε τα σχέδια στο Σαραντάριο, ποιος ο ρυθμός του πάθους λοιπόν, ανεβαίνεις, τα παραθύρια της εκκλησιάς συναντάς, εκεί ο τόπος της νηστείας, εκεί και του πειρασμού, τρεις ήταν κι όχι ένας, πολυμέτωπη η επίθεση λοιπόν, πρόχειρο προσκύνημα μες απ’ τους αιώνες, εικόνα και φιάλη, καντήλι ακοίμητο, μα μες απ’ τα παράθυρα στην έρημο το βλέμμα χάνεται, στο χώμα που σπαρταρά, εύκολα δεν το μαζεύεις, πειρασμός σωστός, καύμα και λίβας, μεσημέρι του Σεπτέμβρη και φτάνει 47 με την υγρασία του Ιορδάνη να σείεται από μακριά, να σε μουλιάζει, από παντού να σε καλεί και έπειτα να σε λιώνει, ατμός να γίνεσαι, να σηκώνεσαι στον αέρα, κάπου τις αισθήσεις χάνεις, κάπου το χωροχρόνο, πώς την λεν αυτήν την απώλεια, και από κει το Ευαγγέλιο των πειρασμών του Κυρίου άκουγες που το διάβαζαν στο ιερό μπροστά, μα την έρημο κοίταζες ξανά και ξανά, μονάχη το ανέβηκες, μονάχη το κατέβηκες και ένας γέροντας απόκοσμος κάπου σε μιαν άκρη, ντρεπόσουν και να τον πλησιάσεις, εσύ, ένας άνθρωπος της Δύσης κατ’ ουσίαν, σε προσκύνημα αναίμακτο, όμως εκείνος εκεί το αίμα να’ χει δώσει της ζωής του και της ψυχής του, Ιλαρίωνος σήμερα, δηλ. χτες, μονάχη λοιπόν, να κρατάς τους βράχους να μην πέσεις, το χώμα να παρακαλάς μη σε προδώσει, ανέβηκες και εισήλθες και ήταν πράγματι ένα προσκύνημα, μια χάρη την πήρες, το ένιωσες βαθιά, μια χαρά είχες κατά την έξοδο ανεξήγητη και συμπιεζόταν, η σύνδεση δεν είναι εφικτή, πώς να τη μοιραστείς τη χαρά, από τότε δεν είναι εφικτή, και με τον Θεό το ίδιο, πότε θα είναι εφικτή η σύνδεση μαζί του λοιπόν. Ανέβηκες κατέβηκες και πέταγες, ανάβαση τέτοια στη ζωή σου δεν έτυχες , ήσουν στο Σαραντάριο πραγματικά, το έβλεπες έπειτα από τα χαμηλά, τη μορφή του γέροντα πήρες μαζί σου και την ψυχή του, μονάχη μες στα βράχια, ανεξίτηλη έγινε στάμπα πάνω τους, μα μήπως και στα Σαραντάρια της ζωής μονάχοι δεν ανεβαίνουμε, μονάχοι κατεβαίνουμε και κάποτε δεν κατεβαίνουμε, σε μια διαρκή ανηφόρα συνεχίζουμε να ζούμε.
Ιδού ο Νυμφίος λοιπόν έρχεται -τι ώρα βγαίνει ο Χριστούλης;- σε ρώτησε τρυφερή ψυχή κι αγαπημένη. Τι ώρα βγαίνει ο Χριστός, καλή μου φίλη, τι ώρα εντός μας εισέρχεται και πως τον καρτεράς το ξέρει. Σήμερα ήταν που έμαθες πως η Μαγδαληνή δεν ήταν η αμαρτωλή που φανταζόσουν, μα ούτε και η Κασσιανή που έγραψε το περιπαθές τροπάριο. Και πως δεν άλειψε τα πόδια του Χριστού, παρά μόνο το σταυρωμένο σώμα του, μυροφόρος λοιπόν μετά τα επτά δαιμόνια. Δυο λένε οι γυναίκες που άλειψαν τα πόδια του Κυρίου, μα καμιά ανάμεσά τους η Μαγδαληνή. Εύρημα των ποιητών και των ζωγράφων, τους έκανε κλικ το όνομα, δεν ξέρω. Μου τα χαλάτε, λέω, καλά τα είχα εγώ στο μυαλό μου βαλμένα πως η Μαγδαληνή ήταν εκείνη η πόρνη που την έκαναν οι ποιητές αγία και μετεμορφώθη και τους πόδας ακολούθησε του Ιησού. Καλά τα είχα εγώ και οι ποιητές μου, τόσα ποιήματα για την Μαγδαληνή χαμένα; Όλα για μια άλλη, πάλι για μιαν Ελένη; Δυο λοιπόν που έσκυψαν και άλειψαν τα πόδια του Κυρίου, επιμένουν οι Γραφές, η αδελφή του Λαζάρου, το’ πε και το Ευαγγέλιο της Κυριακής, και η πόρνη της Μεγάλης Τρίτης -και οι δυο στη Βηθανία.
Η Κασσιανή από την άλλη, αμαρτωλή όπως την είχα περίπου κατά νου δεν ήταν, παρά τον μύθο πυροδότησε κι αυτή με την ποίησή της και τη ζωή της, μα ποιήτρια ήταν η γυναίκα, απλώς ποιήτρια και υμνωδός, ποίηση θύραθεν μα και λειτουργική, η ποιήτρια του Βυζαντίου λένε και χαλάλι της τέτοιος μύθος μιας και μονάκριβη. Και το γνωστό της Μεγάλης Τρίτης τροπάριο, για την Εύα κυρίως μιλά, το δικό της δηλ. προσωπείο δανείζεται για τον εαυτό της όμως και για τους άλλους να μιλήσει. Συγκινητική κατέστη η αποστροφή της προς τον Θεό, σκλάβωσε τους αιώνες.
Αυτά είχα να πω εγώ ως άσχετη των ημερών, που έξαφνα εφωτίσθη, καθώς δεν σκύβω διακαώς μέσα στα κείμενα, μόνο επιδερμικά τα ξεφυλλίζω και ούτε πια.

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010


ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Προσωπεία ενδυόμαστε ξανά, για να μιλήσουμε μα και για να γράψουμε και τώρα είναι ο Λάζαρος ένα προσωπείο αξεπέραστο, καθώς το ενδύθηκαν πολλοί και αν ψάξουμε όλοι έναν Λάζαρο κάπου τον κρύψαμε στα γραπτά μας ή στα διαβάσματά μας. Λάζαρος λοιπόν, αυτός που ήταν νεκρός και ανέστη, αυτός που ήταν στη ζωή, τον θάνατο διέβη και επέστρεψε, μα ποτέ του έπειτα δεν γέλασε. Πήρε την πίκρα του Άδη λέγαν οι παλιοί και μ’ αυτήν συνέχισε τη ζωή που του χαρίστηκε. Εδώ που τα λέμε, γιατί του χαρίστηκε; Με τέτοια πίκρα, του θανάτου την πίκρα, πώς συνεχίζει ένας Λάζαρος;
Έτσι κι αυτός συνέχισε. Το προσωπείο του το υιοθέτησαν είπαμε πολλοί. Δεν ξέρει κανείς πώς και γιατί ενδύεται το σκήνωμα του νεκραναστημένου Λάζαρου. Δεν ξέρει τι συνειρμικές εικόνες του τάφου και της ανάστασης τού φέρνει. Πάντως κάποτε συμβαίνει και αυτό. Άλλοτε αναίμακτα και άλλοτε όχι.
Θυμάμαι τον Καρούζο και τον Σαχτούρη. Αυτούς καλώ για σήμερα εδώ. Ο πρώτος στο επέκεινα της γραφής μονίμως. Ψάχνεις να τον βρεις, μα σε ουρανούς κινείται, κάτι άλλο αναζητά επιμόνως, το λέει Άπειρο, το λέει Μηδέν, βρίσκει τρόπους πολλούς ν’ αναζητήσει τον Θεό του, αγκιστρωμένος όμως στη χοϊκή ύλη αθεράπευτα. Δεν ξεκολλά τα πόδια του από τη γη κι ας ορέγεται τους ουρανούς.
Ο δεύτερος τώρα σου δίνει την αίσθηση ότι δεν πρόκειται περί ποιημάτων ο λόγος παρά περί συνέχειες ή προεκτάσεις ονείρων. Μισο-ονειρική κατάσταση μισο- αλήθεια. Κάπου μετεωρίζεται ο ποιητής και απρόσμενα επιστρέφει με άλλη αφορμή.
Πρόχειροι συλλογισμοί και αμοντάριστοι εντελώς. Αγαπημένοι όμως οι ποιητές και μου το συγχωρούν.

Στη Βηθανία πήγα, στον τάφο του δεν πήγα, η φωτογραφία όμως είναι από το γυναικείο μοναστήρι που βρίσκεται σε έδαφος παλαιστινιακό.

Σήμερα του Λαζάρου. Ελπίζω Θεέ μου, Φύση, Ενέργεια, να με αναστήσεις!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, [Αποσπάσματα], Τα ποιήματα Β’ (1979-1991), Ίκαρος


  • ΛΑΖΑΡΟΣ

    «Είν’ όλα νέα σήμερον
    έτος δωρήματα ελπίδες
    και μόνον την καρδίαν μου
    αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

    Βροχή μεσ’ στις στοές βροχή
    χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα
    με παγωμένα πόδια
    για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
    φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

    Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου

    Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
    σού κάνουν δώρο έναν τόπο μακρινό
    ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες
    ένα λιβάδι τρομερό
    σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
    Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ
    Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης
    γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας
    αγάπησε τη ζωή

    «Είν’ όλα νέα σήμερον»
    για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
    φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες
    «και μόνον την καρδίαν μου
    αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Παραλογαίς 1948, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος

    Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

    Απόηχος των ποιητικών ημερών και βροχερός απολογισμός



    «Είμαστε όλοι φτιαγμένοι από υλικά ονείρων.
    και η ασήμαντη ζωή μας περιβάλλεται από ύπνο.
    Κύριε, κάτι με τάραξε. σεβάσου την αδυναμία μου.
    το γέρικο μυαλό μου είναι συγχυσμένο.
    εσάς μη σας στενοχωρεί η αδιαθεσία μου.
    Πηγαίντε, σας παρακαλώ, λιγάκι να ξεκουραστείτε
    στη σπηλιά μου: εγώ θα περπατήσω για να ηρεμήσω
    το ταραγμένο μου μυαλό»

    Θυμάσαι να σου λεν πως είμαστε από την ύλη των ονείρων, όπως περίπου ο Πρόσπερος στον Σαίξπηρ. Θυμάμαι την ύλη των ονείρων τότε που την ξανασυνάντησα στο «Οριζόντιο» του κυρ Αργύρη Χιόνη, που μου γνέφει τώρα μες από τα λιόδεντρά του. Όχι, λέω, εμείς δεν είμαστε από την ύλη των ονείρων, ποτέ μας δεν ήμασταν και δυστυχώς ποτέ μας δεν θα γίνουμε. Ας την αφήσουμε την ύλη τούτη στην αστρική τροχιά της και ας υποταχτούμε εμείς στην καθημερινή τροχιά μας. Όχι, η ύλη των ονείρων είναι για αγγέλους που δεν είμαστε και που ποτέ μας δεν θα γίνουμε. Ανθρωπάκια είμαστε, στης τέχνης τους κύκλους μπαινοβγαίνουμε και ύστερα στην Εγνατία επιστρέφουμε δίχως Αχμάτοβα δίχως και τίποτα, χωρίς κανείς να είναι πια εκεί, σε παρουσιάσεις δίνουμε το φτωχικό παρόν μας, την ποίηση στη δούλεψή μας έχουμε, καθώς ολάνοιχτος ο κάμπος, χαμόγελα συμβατικά και υποκλιτικά, την τέχνη στάδιο την κάναμε, στάδιο όπου ελισσόμαστε και μεις σαν και τους άλλους κι ας μην κρυβόμαστε, μόνο πιο κομψά το κάνουμε, έτσι όπως σε πνευματικούς ανθρώπους αρμόζει και μέσα σε χαιρετούρες την ποίηση φυγαδεύουμε άθελά μας, καθώς αυτή είναι Κυρά και σηκώνεται και φεύγει, όποτε το θελήσει, μόνη της εξορίζεται, δεν παίρνει την άδειά μας να το κάνει κι αν νομίσαμε ότι μέσα σε στίχους την αιχμαλωτίσαμε, θαρρώ γελαστήκαμε μακράν [για να μην παρεξηγηθώ, μόνο για την Ποίηση μιλώ. Και ο πληθυντικός δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε και δηκτικός. Είναι απλός πληθυντικός αριθμός στον οποίο χωρούμε όλοι δίχως εξαιρέσεις]. Σηκώνεται και φεύγει, μ’ όσες πανηγύρεις κι αν οργανώσουμε για χάρη της, σηκώνεται και φεύγει, σ’ όσες πανηγύρεις κι αν συμμετέχουμε με τη σειρά μας, σηκώνεται και φεύγει, μ’ όσα βιβλία κι αν εκδώσουμε, όταν το ξέρει πως πιστά δεν την υπηρετούμε, σηκώνεται και φεύγει, όταν το ξέρει πως πρόσχημα είναι, το άσαρκο της ζωής μας πρόσχημα, της ζωής μας το πουκάμισο που αέρα το γεμίσαμε, το ονομάσαμε Ελένη. Σηκώνεται και φεύγει. Δεν την κατέχουμε. Δεν την κατείχαμε ποτέ. Μόνο τα προσωπεία μας διασώζουμε, που είναι πάνω απ’ όλους και απ’ όλα και αυτό πρέπει κάποτε να το παραδεχτούμε. Τα προσωπεία διασώζουμε και αυτά έχουν τον τρόπο τους πάντα να σώζονται και να μας κατευθύνουν. Πώς να τα αψηφήσεις; Πώς να μην τα λογαριάσεις; Όχι, μαριονέτες τους εμείς και αυτά παντοκράτορα. Αλλού οι ποιητές και ο ουρανός τους. Αλλού ο Σαραντάρης κι ο Παπαδιαμάντης. Σε άλλο γαλαξία. Εκεί, στους ποιητές αναπαμένοι. Εμείς μέσα στους άλλους. Τους ραγιάδες. Ραγιάδες λοιπόν. Μακάρι να υποχωρούσαμε, λυγίζοντας μέσα στο πνεύμα της θυσίας. Θα ήμασταν κάπως λυτρωμένοι. Μα όχι, μόνο τα προσωπεία διασώζουμε θαρρώ και γι’ αυτό ανάπαυση καμιά.

    Μέσα στις στοίβες λοιπόν των βιβλίων, που θεριεύουν μέρα τη μέρα και χρόνο το χρόνο, απενοχοποιούμε την υποταγή μας στις κοινωνικές συμβάσεις, συνηθίσαμε πια, εμείς που θά’ πρεπε να υψωθούμε εκεί που η στιγμή απροσδόκητα μάς έστησε, εκεί που και τα γραπτά μας μάς καλούσαν, ως να’ ταν τούτο το έκτακτο συμβάν η δικαίωσή τους, μα τα γραπτά μας μάς προδίδουν γι’ αυτό που δεν γίναμε, γιατί πρώτα τα προδώσαμε εμείς. Λαμπάς φωτός δεν γίναμε λοιπόν σε δύσκολους καιρούς και ανυπόδητοι δεν προχωρήσαμε, τουναντίον τα νώτα τα φυλάξαμε κατά πώς τους έπρεπε, τη φυγή εγκολπωθήκαμε και την ασφάλειά μας, τείχη υψώσαμε με τη δική μας την ευθύνη κι ας μην αναζητάμε πια τους οικοδόμους, καθώς θεμελιωτής τους ο εαυτός και μόνο αυτός, αφήνοντας την επανάσταση για άλλους, καθώς μια είναι η επανάσταση στη ζωή του ανθρώπου και το ξέρει καλά μόνο όποιος στάθηκε ενώπιόν της, άγγελος για κείνη την ώρα και αρχάγγελος. Έπειτα τη ζωή ενδυόμαστε, όπως περίπου την ενδύθηκε κι ο Αλεξανδρινός, ώσπου να μας γίνει σα μια νέα φορτική. Μη θρηνούμε λοιπόν, μην μπαίνουμε στον κόπο να θρηνήσουμε, μα ούτε και να αγαπήσουμε, και προπάντων -το λέω ξανά- όχι, μη νοσταλγήσουμε.

    Θυμάσαι να σου λεν πως κύκλος δεν είναι παρά είναι τρικυμία που άνθρωποι τη ζουν χαμένοι και βυθισμένοι μες σε θάλασσες συναισθημάτων και πυθμένες αδιεξόδων και ποταμούς λόγων. Μα αν ήταν έτσι κι αν δεν ήταν ο χρόνος και μόνο αυτός το απαντά το ερώτημα, θαρρώ όμως και ο ποιητής το έγραψε πια από καιρό πως κάποτε συγκατατίθεται και ο καιρός, γιατί και «πώς αλλιώς», όταν μιλάμε πράγματι για τρικυμία, μπορεί κανείς της τρικυμίας να εκφύγει, όχι λοιπόν, και το απάντησε θαρρώ ο ποιητής από καιρό πως κάποτε και ο καιρός υποχρεώνεται σε υποταγή, όταν με τρικυμία έχει να κάνει, καθώς η τρικυμία πάντα τρικυμία και δρόμους βρίσκει και μονοπάτια απάτητα, λιβάδια να μουσκέψει και κάμπους στεγνούς, θανάτω θάνατον πατώντας.

    Αυτά είχα να πω για τους κύκλους και τις τρικυμίες τους παραμονές μιας εορτής που πρέπει πάλι να γιορτάσεις. Θαρρώ πως τους πρωταγωνιστές δεν τους γνωρίζω πια, μα τους έχω διαφυλάξει σε μιαν άκρη. Την ώρα που ήταν υψωμένοι. Και αγαπημένοι. Εκεί τους αφήνω, άφθορους μέσα στην ύλη που κάποτε βρέθηκαν, άχραντους τους προσκυνώ και κάποτε και με τα μάτια της ψυχής καταφέρνω πάλι να τους αντικρίζω, να τους συγχωρώ, να τους συμπαθώ, να συμπάσχω μαζί τους και να μαλακώνω. Τον αέρα που ανασαίνουν πάλι να ανασαίνω, τη μορφή τους από μακριά να συναντώ κι ας «έχουν περάσει χρόνοι δέκα» που λέει κι ο Μίλτος Πασχαλίδης, κι έπειτα να επιστρέφω με τον εγωισμό να έχει για λίγο οπισθοχωρήσει κι έπειτα πάλι τη μάχη στήθος με στήθος να δίνει με κείνο που στην εκκλησιά λένε συγχώρεση. Τα βλέπω τα πρόσωπα από την αρχή ξανά, τα νιώθω διαμπερή και η ψυχή τους ορθάνοιχτη ξανά. Αναγνώσιμη. Νιώθω την ξενιτιά τους και την πρωτύτερη πατρίδα τους. Μα και πάλι αντιστέκομαι και από την αρχή οργίζομαι ξανά και το πρόσωπο εκ τούτων αποστρέφω. Και έπειτα πάλι τούμπαλιν δίχως νόημα από την αρχή. Μα τα όπλα τα’ χω ρίξει από καιρό και τούτο είναι μια στάση. Όλοι μια στάση κρατάμε απέναντι στα πρόσωπα μα και στα γεγονότα.

    Ξεφυλλίζω την "Τέταρτη Διάσταση". Τυχαία πέφτω στο ποίημα της ημέρας. Το αντιγράφω λοιπόν:

    Τίποτα δε θυμάμαι πια, δικά μου ή ξένα.
    Σα νάχουν γίνει σ’ έναν άλλο χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Σα να μην έγιναν-
    δεν έγιναν.
    Τίποτα πια δεν είναι ξένο ή δικό μου. Απ’ το πολύ που τα σκέφτηκα,
    τα ξέχασα όλα, τα διέλυσα ή τα αφομοίωσα –δεν ξέρω.
    Ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνα έμπαινε η πρόβλεψη και η πρόγευση
    προκαταβολικό γεφύρι –ένα γεφύρι εμπόδιο.-
    μια και μπορούσες να περάσεις από πριν, δεν περνούσες,
    δεν μπορούσες πια να περάσεις, κ’ έτσι ποτέ δεν ήξερες στα σίγουρα
    αν είταν στεριωμένο απ’ την άλλη μεριά το γεφύρι,
    κ’ η ιδέα του γεφυριού έμενε πάντα
    μια μεταμφίεση δεσμού ή απόστασης,
    μια απόδειξη αδοκίμαστη. Ποιος μπορεί να περάσει
    πάνω απ’ αυτό; Να πάει πού; Απ’ τη γη στον ουρανό ή αντίστροφα;
    Λείπουν ακόμη και τα λόγια. Όλα τ’ αφήσαμε στη μέση,
    όλα τ’ αφήσαμε στην τύχη. Κ’ έγιναν
    χωρίς εμάς. Εμείς μείναμε πίσω
    μετανιωμένοι ή αμετάνιωτοι –τι σημαίνει;
    ταπεινωμένοι ή αλαζόνες –το ίδιο κάνει.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού

    Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

    Λόγω της ποίησης ξανά






    Μέρες της ποίησης ήρθαν και φύγαν και ποιητές -δόκιμοι και μη (δηλ.;)- παρέλαση έκαναν στις πόλεις, τις κωμοπόλεις, ίσως και τα χωριά, και σίγουρα μες στο κλεινόν το άστυ, με τα βιβλία υπό μάλης, συλλογές και οπωσδήποτε ανέκδοτα, σε υποφακέλους και άπειρες σημειώσεις, δόκιμοι και μη δόκιμοι, μα μόνο η ποίηση είναι δόκιμη ή δεν είναι από την πρώτη ώρα, καθώς οι ποιητές της -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- κατώτεροι των στίχων τους αποδεικνύονται και είμαστε.
    Η ποίηση δεν κινείται -και πώς να κινείται, αφού ούτε οι ποιητές μπαίνουν στον κόπο ν’ αγοράζουν- οι ποιητές όμως όχι μόνο κινούνται, μα έρχονται τα πάνω-κάτω, όχι εντός των τάφων τους όπως ο Σαχτούρης, παρά εντός της εφήμερης λεωφόρου που τους έλαχε. Αλλού το λένε Bacaro, αλλού Ιανό κι αλλού, όπου αλλού, μικροί χώροι επιστρατεύονται, επαπειλούμενοι, όπως η πανίδα. Τα πάνω-κάτω λοιπόν, οι Θεσσαλονικείς κατεβαίνουν στην Αθήνα και οι Αθηναίοι στη νεφώδη Σαλονίκη. Τα πάνω-κάτω.
    Στους δρόμους περπατώ της παιδικής μου πόλης και ποιητές από παντού εισβάλλουν και στο σεργιάνι τους με παρασύρουν, λόγων και καφέ αντάμωμα, εις το επανιδείν απαραίτητα στο τέλος -για πότε άραγε; Μεταθέτουμε συνεχώς στο μέλλον σχέδια και συναντήσεις, βιβλία ανταλλάσσουμε και διευθύνσεις, διασταυρώσεις φίλων των φίλων και μπλέξαμε τους φίλους μας και τους στίχους μας και διαδικτυακά και κανονικά έχουμε γίνει γαϊτανάκι.
    Κάποια στιγμή έντρομη κοιτώ το κινητό μου. Πότε είναι το επόμενο λέω. Πότε μπορώ να φύγω. Γρήγορα να αποχωρήσω, να αποσυρθώ εγκαίρως, πίσω να γυρίσω στο καβούκι του χειμώνα και τα γνωστά υγρά υπόγεια και τους ανήλιαγους φεγγίτες. Τι τη ζορίζουμε την ποίηση έτσι δα, τι την σκορπίζουμε που είναι τα άγια της ζωής μας και ποια η ευθύνη των δόκιμων και η δική μου που είμαι αδόκιμη για όλο τούτο το θεαματικό της πανηγύρι. Καθώς Αγία την κάναμε και τη γιορτάζουμε, μα τι την ζορίζουμε που είναι Θεά εκείνη και εντελώς χαμαί εμείς; Κι εκεί που αυτολογοκρινόμουνα και ζοριζόμουνα και το’ χα φρικτά περίπου μετανιώσει –πώς βρέθηκα εντός του ενιαύσιου τούτου εορτασμού κι άφησα πίσω τα βουνά μου και πώς να τη διασύρω εγώ και μαζί μ’ αυτήν και τα ποιήματά μου που στέκονται εδώ και χρόνια πιο πάνω από μένα και εντελώς μα εντελώς δόκιμα, ενώ εγώ σε όλα μου αδόκιμη θα παραμείνω- το αεράκι σα να άλλαξε, όταν εισέβαλαν οι «ποιητές». Ποιητές πραγματικοί που ήταν και στη ζωή τους ποιητές, δηλ. το εντελώς προς εξαφάνιση είδος το «προπάντων άνθρωποι». Σεμνοί και γλυκύτατοι, οι εξαιρέσεις των εξαιρέσεων, τα άγια είπαμε των αγίων, μας πήραν και μας σήκωσαν και με την ποίησή τους και με τη ζωή τους. Ποιητές μελισσουργοί, αρτοποιοί και ταξιτζήδες, ποιητές ναυτικοί, άστεγοι και μη, ποιητές κανονικοί και άνθρωποι κανονικοί. Μια τέτοια ποίηση όπου και να τη βάλεις λάμπει. Τη γλυκύτητα, όπου τη συναντήσαμε την πήραμε και τη σεμνότητα επίσης, στις αποσκευές τις βάλαμε, συντροφιά για τις εποχές που απομένουν. Γιατί το φως πάντα πρέπει το σκοτάδι να νικά και ο αγώνας είναι μονάχα αυτός, πώς να νικηθεί πρώτα το ένδον σκοτάδι.
    Με τούτα ανεβαίνω και ανέβηκα και σαν έφτασα, ποίηση με περίμενε ξανά εντός του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τετράδιο άκοπο και αυτό, που το διέσχισα αμέσως, καθώς μού ήρθε από τη Χίο και με την υποσημείωση πως έχουμε και ένα blog που το’ χουμε από καιρό εγκαταλείψει. Και τότε είπα πως προσώρας ας το ανοίξω ξανά, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, λίγα λόγια παραπάνω, λίγος πόνος παραπάνω, έτσι να βασανιζόμαστε άνευ λόγου, μήπως για να περνά η ώρα; Ας το ανοίξουμε λοιπόν ξανά και ας γράψουμε ξανά και ας αδειάσουμε ξανά κι ύστερα πάλι μαζευόμαστε, σιωπή το λέμε τώρα και είναι κι άποψη. Ας γράψουμε λοιπόν πάλιν και πολλάκις κλπ. κλπ. δε χάθηκε κι ο κόσμος δα το τζάμι αν ραγίσει –το λέει κι ο μέγας Μάλαμας που είναι άπαιχτος. Κι αφού το λέει αυτός υποκλίνομαι, τι να πω.

    Παρένθεση απαράμιλλης ομορφιάς: η Άνοιξη των χαϊκού μες στο "Λεμόνι", νύχτα σε κήπο μικρούλη, με νερατζιές τριγύρω, υπό το φως κεριών μού φάνηκε -σίγουρα δεν ήταν το φεγγάρι- φωνές δειλές εντός του ημίφωτος να διαβάζουν χαϊκού σε ακάλυπτους που έγιναν κηπάκια. Φωνές καθημερνές από τις κάμαρες μπερδεύονται με στίχους που εκτοξεύονται και πάνε και κάθονται πάνω στο χώμα που είναι υγρό και βυθίζονται όμορφα τα παπούτσια μας. Ένα λιγνό δεντράκι σαν κορμάκι μού κρατάει αντίσταση και με παραστέκει συντροφούλα όμορφη. Χαϊκού να φωτίζουν τα πρόσωπα και τις ψυχές την ύστερη Παρασκευή του Ακαθίστου. Πιο πριν στον Άγιο Φίλιππο κάτω από το Ερέχθειο σχεδόν, τις δυο πρώτες Στάσεις πρόλαβες και ύστερα ανέβηκες προς το Θησείο, τρέχοντας σχεδόν, εντός του κήπου να βρεθείς, της ποίησης τον κήπο, που τελευταία δεν παύεις μέσα του να σεργιανάς, σχέση έλξης και άπωσης το δίχως άλλο. Παρένθεση δριμύτατης ομορφιάς, γιατί τα απλά είναι και όμορφα και τη λυγίζουν την ψυχή -δεν θα σκοντάψω να το λέω.
    Εκεί μέσα εξαγιάζεσαι συνεχώς, σε μια ύστατη προσπάθεια να ορθοποδήσεις εντός μιας δυσεύρετης ανθρωπιάς.
    Φτάνει ως εδώ.

    Από το ανθολόγιο Φ1 που έφτασε από τη Χίο επισυνάπτω το παρακάτω ποίημα του Χρήστου Μάρη και θα επανέλθω.

    Νοσοκομείο Φυλακών Κορυδαλλού
    “Ο Άγιος Παύλος” ΤΚ 18 110


    στον Κωνσταντίνο Τέλιο

    Θέλω να σου μιλήσω για το καλοκαίρι που
    πέρασε

    το ταξίδι στην Οδησσό με τον Β.
    τη Μαύρη Θάλασσα που είναι γκριζοπράσινη
    καθώς τη διασχίζεις, αρχαίοι δρόμοι
    σ’ οδηγούν σ’ αγκαλιές απρόθυμων γυναικών

    Θέλω να σου μιλήσω για το φθινόπωρο
    που γλεντούσε στο φως

    την απρόσμενη αναδοχή ενός γαλάζιου αγγέλου
    τους μεσήλικες μαθητές της πραγματικότητας
    κι ακόμη τις θεραπευτικές ιδιότητες της
    καθημερινότητας

    θέλω να σου μιλήσω για το χειμώνα
    που δεν σούγραψα

    τις ενοχές στα αψέλλιστα λόγια
    την ευπρόσδεκτη μοναξιά των ερωτήσεων
    πόσο ομόρφυνε η σιωπή την πόλη μας
    πόσο ασχήμυνε ο φόβος τους άλλους

    θέλω να σου μιλήσω για την άνοιξη
    που θέριεψε κι αγριεύει

    οι φίλοι μπροστά στα διλήμματα
    οι νύχτες άγριες στα χέρια τους
    άλλοι υποχωρώντας μπροστά στην ειρωνεία
    άλλοι σημαδεύοντας εντός

    θέλω να σου μιλήσω για το καλοκαίρι
    που έρχεται…όμως

    Η διαφορετική καταμέτρηση του χρόνου
    Η άνιση πρόσληψη της αναπνοής
    Οι λέξεις που καίνε σαν τις αγγίξεις
    Τα κάγκελα της φυλακής

    μ’ εμποδίζουν.

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΗΣ

    Από το δικό μου ανθολόγιο των ημερών επισυνάπτω ποίημα αγαπημένου ποιητή -όπως ο Λάσκαρης- του Τάσου Πορφύρη από την Νεμέρτσκα. Γιατί αυτός ο ποιητής όχι δεν είναι από την Ήπειρο. Είναι μονάχα από την Νεμέρτσκα.

    ΑΝΤΙ ΝΑ ΧΑΙΡΕΣΑΙ

    Αντί να χαίρεσαι που ξαναβρήκες την ησυχία σου την
    Τηλεόραση τις παντόφλες το καφεδάκι με το γλυκό του κουταλιού
    Την ορισμένη ώρα κάθεσαι και τρώγεσαι με το αν έπρεπε να
    Συνεχίσεις να τη βλέπεις να’ ρχεται ντυμένη καταχνιά
    Κι αξεδιάλυτο όνειρο εξαφανίζοντας την κυκλοφορία τα
    Γύρω μεγαθήρια ψυχή μου δάσος με τα δέντρα κοπαδιαστά
    Πού και πού μοναχική βελανιδιά προχωρημένο
    Φυλάκιο να τραβάει πάνω του θύελλες και κεραυνούς
    Γλυτώνοντας το κοπάδι που βόσκει αμέριμνο στην αγκαλιά
    Του βουνού και την ασφάλεια των σύννεφων πώς να
    Βολευτείς –σε καταλαβαίνω- στο διαμέρισμα με την
    Ανεξάρτητη θέρμανση το φούρνο μικροκυμάτων
    Μετρώντας το υπόλοιπο του βίου σου με κουταλάκια του καφέ;

    ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Έρημα, Ύψιλον 2008


    ΛΕΜΟΝΙ Βιβλιοπωλείο
    Κατεβαίνεις 4 ή 5 σκαλοπάτια, για να εισέλθεις. Όπως και στα σοβαρά πράματα της ζωής, κατεβαίνεις για να εισέλθεις. Και εισέρχεσαι λοιπόν. Στο βάθος κήπος με τραπεζάκια και βιβλία. Τσαγάκι σερβίρεται και οπωσδήποτε καφές. Χαμόγελα από οικεία πρόσωπα, που δεν είναι πάντα γραμμένα στα βιβλία.
    Ηρακλειδών 22 Θησείο και http://www.lemoni.gr/ φυσικά.
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗ:
    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
    Γιώτα Αργυροπούλου
    Σωτήρης Σαράκης
    οι δυο μας με τη Γιώτα
    στο BACARO Σάββατο και Κυριακή 20 και 21 Μαρτίου 2010