Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010



Μνήμη Πηνελόπης Δέλτα προχθές. Μνήμη Μαρίας Πολυδούρη σήμερα

«Σαν σήμερα πέθανε η Πηνελόπη Δέλτα…Σαν σήμερα λυτρώθηκε μια ψυχή» έγραφε το απρόσμενο μήνυμα φίλης αγαπημένης. Σαν προχθές δηλαδή. Έναν ολόκληρο χειμώνα πέρασες διαβάζοντας το "Αναμνήσεις 1920" και έναν επόμενο το "Αναμνήσεις 1940" που δεν το τέλειωσες ακόμη. Το άφησες για τον επόμενο. Γιατί οι Αναμνήσεις τούτες χειμώνα θέλουν και εστία, μες στη φλόγα το βλέμμα να ρίχνεις, να καίγεται μαζί με κείνα που διαβάζεις κι αργά-αργά να προχωράς, αργά και να κοντοστέκεσαι, να χαράσσεις τις λέξεις, φράσεις ολόκληρες να τις κυκλώνεις κι όταν στο όριο φτάνεις των λόγων, εκεί που παραπάνω δεν το αντέχεις, να σταματάς, το βλέμμα μετέωρο μες στις φλόγες να χάνεται, μέχρι να ξαναπιάσεις τούτη την ψυχή, να την ανοίξεις, πάνω της να σκύψεις, να τη συμπονέσεις από την αρχή ξανά.
Ανοίγεις τις "Αναμνήσεις 1940" (από το αρχείο Π.Σ.Δέλτα και με επιμέλεια του Α.Π.Ζάννα εκδ. Ερμής), το σημείο στο οποίο σταμάτησες την ανάγνωση, ένα σημείο-όριο. Το αντιγράφεις έτσι για τη μνήμη της ημέρας:

«Και κλονίζομαι στη θέλησή μου να σκοτωθώ. Όσο μ’ αγαπά έτσι, αφού μ’ αγαπά έτσι, πώς να μην ελπίζω πως μια μέρα, κάποτε, θα ξαναπαντηθούμε, θα ενωθούμε…
«Όνειρα. Δεν πιστεύω να σε δω πια. Αλλά το ελπίζω, με κάτι σα βεβαιότητα, γιατί τέτοια αγάπη πρέπει στο τέλος να νικήσει, και γι’ αυτό δε σκοτώνομαι απόψε….»


Μνήμη Μαρίας Πολυδούρη σήμερα. Από τα δικά της ημερολόγια (Άπαντα, εκδ.Αστάρτη)έρχεται αυτό της 19 Μαΐου:

"[…] Εζήτησα ν’ αγαπήσω κι’ αγάπησα τι άλλο θέλω πλέον; Όλα όσα κάνω είναι αγιασμένα από την αγάπη μου, δεν είμαι καθόλου το αδύνατο πλάσμα που ζητάει στήριγμα στην αγάπη σου, είμαι η ψυχή που υπομένει ανίκητη ένα μαρτύριο"

Και από την άλλη το απόλυτο βύθισμα στην αμφιβολία:

"Βλέπω μπροστά μου δροσερά λουλούδια ν’ ανθούν για μένα κι’ όμως δεν τα θέλω και δεν τα χαίρουμαι. Έλα εσύ και στρώσε με αγκάθια το δρόμο να πατήσω να χυθή στάλα τη στάλα όλο μου το αίμα και να σβήσω μπροστά σου, μισημένη από σε τον ίδιον κι’ ίσως περιφρονημένη.
Μα δε γυρνάς καθόλου…ποιος να ξέρη σε τι ευτυχίας με σκέφτεσαι λιμάνι και δεν τολμάς…ποιος ξέρει πάλι αν έχη ξανανθίσει εσέ η καρδιά σου κι’ ολότελα με ξέχασες…»

15 Ιουνίου 1925

Οι δυο γυναίκες ζούσαν την ίδια εποχή. Η Μαρία έφυγε δέκα χρόνια νωρίτερα της Πηνελόπης και πολύ νεότερή της. Όμως για κάποια χρόνια ζούσαν παράλληλα. Ίσως άγνωστες μεταξύ τους. Ωστόσο, οι ψυχές τους επιβίωσαν του χοϊκού τους πόνου. Και αυτό τις ενώνει και τις φέρνει κοντά. Τις σέβομαι απόλυτα.

http://www.youtube.com/watch?v=7ylNU4Bc_-0&feature=related

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ

Τρεις μέρες στο Κόσοβο. Αυτό ήταν. Ένας χάρτης και μια σκιά

Πόλη Istok. Για τα θυρανοίξια


Αθανάσιος Γιέφτιτς

Η οπισθοφυλακή

Pec. Στην Πατριαρχική Μονή






Εν παρόδω

Prizren. Η κλεισμένη Παναγιά







Με ψιλόβροχο ήρθαμε. Με ψιλόβροχο και φεύγουμε

Περί την του ηλίου δύσιν


ΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ: Κόσοβο το ξημέρωμα, Πτολεμαϊδα τα μεσάνυχτα

Θυρανοίξια εκκλησίας που καταστράφηκε στον πόλεμο. Εκεί ο εντελώς άπταιστα ελληνικός Μητροπολίτης Αθανάσιος Γιέφτιτς που μας προϋπάντησε με αυγά της Πασχαλιάς και σταματούσε τη Θεία Λειτουργία, για να κατέβει με τα μικρά παιδιά να τσουγκρίσει και να επιστρέψει πάλι στον τόπο των Αγγέλων. Παιδί μες στα παιδιά, μα γύρω μας ισχυρά μέτρα ασφαλείας, γύρω γύρω απ’ το ναό και μ’ όλο της μέρας το χαρμόσυνο η καρδιά σφιγμένη για αυτό που έρχεται ως αποκατάσταση του πολέμου. Πόλη Istok. Συγκινητική η ευλάβειά τους για μια ακόμα φορά μας καθήλωσε. Συγκινητική η φιλοξενία τους για μια ακόμα φορά νιώσαμε πως χρωστάμε. Πώς να ξεπληρώσεις τόση πληθωρική αγάπη. Το άκρατό της φοβίζει, μην είναι ψέμα, όμως τα μάτια ψέμα δεν λένε ποτέ, σ’ αυτά αφηνόμαστε ανέκαθεν άλλωστε.
Αναχωρούμε μέσω Prizren, που είναι η περίπου Αριδαία του Κοσόβου. Τόπος αναψυχής για τους ντόπιους, μα και για τους επισκέπτες. Στην καρδιά οροσειράς εισέρχεσαι και τα ποτάμια της διασχίζεις και την ομορφιά του τόπου απολαμβάνεις που όνομα δεν έχει. Είναι απλώς η ομορφιά. Εκκλησία της Παναγίας ψάχνουμε που τη βρίσκουμε εν τέλει. Πρώην τζαμί και τώρα προστατευμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άδεια θέλει ειδική και άδεια τρέχουμε να λάβουμε. Περίεργα μας κοιτούν οι περίοικοι. Όμως νιώθεις ότι θέλεις να εισέλθεις, σα να σε περιμένει η Παναγιά εκεί μες απ’ το χρόνο. Τα κλειδιά σκαλώνουν, τα κλειδιά σκουριασμένα και σκαλώνουν και λες δεν θ’ ανοίξει τώρα και κάποτε ανοίγει και μπαίνουμε. Η Παναγιά στο θόλο και γύρω της όλος ο τοίχος χτυπημένος και οι άγιοι χτυπημένοι κι αυτοί, για να πιάσει ο σοβάς, όταν έγινε τζαμί. Και τώρα τον καθάρισαν, τα πρόσωπα φαίνονται και είναι πληγωμένα παντού και τα σώματα το ίδιο και λυγίζεις κάπως σ’ αυτήν την εκκλησιά που ήρθε η ώρα και άνοιξε, μόνο η Παναγιά δεν είναι χτυπημένη, το πρόσωπο καθάριο και σε κοιτά και πολύ την έκλαψες εκεί μέσα που ήταν μονάχη και τη βρήκες.
Αφήνουμε πίσω τις φρουρές και τα συρματοπλέγματα και τα πεσμένα κτίρια του αύλειου χώρου, την αποχωριζόμαστε ίσως και για πάντα, αυτό το θανατηφόρο «Ποτέ πια» την Λένας Παππά θυμάσαι τώρα και σε αυτό σφαδάζει η ψυχή, γιατί δεν το αντέχει, γιατί από τα τρομερά όλα, το τρομερότερο είναι, αυτό που την εκμηδενίζει, που τη βουλιάζει αύτανδρη και που την αφανίζει.
Στην καρδιά της πόλης που τη διασχίζει ποταμός και κείνη αμφιθεατρικά τον κοιτά και λικνίζεται στα θολωμένα νερά του. Τζαμί στη μια μεριά, ο Άη Γιώργης στην άλλη. Αντάμα μας κοιτούν μες απ’ τους αιώνες. Συντροφιασμένοι αυτοί και μόνοι οι άνθρωποι χώρια. Προσκυνάμε τον καμένο ναό, που είχε στην αγκαλιά του προστατέψει όλα τα κειμήλια και ήρθε φωτιά άγνωστης είπανε αιτίας και τώρα τίποτα δεν υπάρχει πια, παρά το μάρμαρο το ολοκαίνουριο, κρύο και παγωμένο, όπως το παρόν, που καλείσαι να του δώσεις τη λάμψη του παρελθόντος με κάτι να το γεμίσεις, να το αφήσεις τη σειρά του στο μέλλον να πάρει.
Αυτό ήταν. Καιρός της επιστροφής. Με βροχή ήρθαμε με βροχή και φεύγουμε. Βουνά διασχίζουμε και κατεβασιές ποταμών και τα σύνορα αναζητάμε ως τη FYROM και έρχεται το βράδυ. Και κάπου εκεί να’ σου παλι ο Βαρδάρης, να και οι ράγες στο πλάι, το δρόμο να δείχνουν της επιστροφής. Μα τώρα είναι βυθισμένος μες στο σκοτάδι και σχεδόν τον μαντεύεις και εκεί στα σύνορα ένα αηδόνι από μακριά ακούγεται και αποχαιρετά.
11.30 πια στα ελληνικά σύνορα. Μετά τις 1 το πρωί στα Καϊλάρια. Με περιμένει γράμμα από το Άγιο Όρος και όχι από το Montenegro. Αυτή τη φορά ταξίδεψε μονάχο.

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΠΛΙΝΘΟΠΕΡΙΚΛΕΙΣΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΟΒΟΥ

Ιερά Μονή Δέτσανης-Pec ή Πέκιο








Montenegro. Μαυροβούνι


Manastir Moraca. Montenegro




Procletia Ορη


ΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: Κόσοβο, Μαυροβούνι και πάλι Κόσοβο

Χτυπούν τα τάλαντα, χτυπούν τα σήμαντρα, χτυπά ο όρθρος. Ανεβαίνει η Ανατολή και ένας-ένας κατηφορίζει την πλαγιά και εισέρχεται στο ναό. Πρόναος που σε μαγεύει. Μοναχικός, καθώς όλοι στο εσωτερικό, όμως εδώ τα καντηλέρια, εδώ οι σκιές, εδώ οι αγιογραφίες λυγισμένες στους τοίχους απάνω. Μέσα ψάλλουν ελληνικά, ψάλλουν σέρβικα, ψάλλουν εναγκαλιστικά. Το φως κατεβαίνει από ψηλά και μόνο από τα κεριά. Μπες- βγες με τα μικρά, μα Κριστός Βοσκρές δεν παύεις να ψελλίζεις. Αναστάσιμη η Λειτουργία της Πέμπτης της Διακαινησίμου, όπου τους θυμάσαι όλους όσους αγαπάς και τους προσεύχεσαι χωρίς προσδοκία και χωρίς ελπίδα, γιατί η αγάπη δεν είναι αλισβερίσι, γιατί έχει πάνω της κάτι από την άκρα ταπείνωση του Αναστημένου και Αγαπημένου.
Γυναίκες του τόπου σκεπασμένες με κεφαλόδεσμο, έτσι όπως το απαιτεί η ευλαβική συνήθεια των Σλάβων Ορθοδόξων. Νιώθω ασκεπής και κάπως περίεργα με τα μαλλιά στους ώμους. Μα εκείνοι δε σκοντάφτουν σε τέτοια. Μας υποδέχονται όπως είμαστε. Πλησιάζει να’ βγει ο Χριστός. Τότε τα χέρια τους στο στήθος σταυρώνουν και έτσι τον μεταλαβαίνουν. Με τα χέρια σταυρωτά, με τον κορμό λυγισμένο. Χορταίνεις την κατάνυξή τους. Μια χαρά εισβάλλει από παντού. Από τα παραθύρια, από το ιερό, από τον πρόναο, έρχεται και κάθεται ανάμεσά μας. Τα παιδιά σαν σπουργιτάκια στέκονται στο βημόθυρο, ζητούν αντίδωρο κι άλλο. Σαν πουλάκια ανάμεσά μας. Σβήνουν τα κεριά με τον τρόπο των αγιορειτών και σιγή απλώνεται στο Ναό, εκεί όπου πριν εισέβαλε χαρά εκ Παραδείσου. Οπισθοχωρούμε, μα κάτι μας έχει δέσει δια παντός. Αυτά συμβαίνουν στιγμές ελάχιστες στη ζωή του ανθρώπου. Αυτά είναι δώρα εξ ουρανού. Ναι.
Στα αυτοκίνητα ξανά και τούτη τη φορά τα σύνορα για Μαυροβούνι περνάμε. Τα φυσικά σύνορα, βουνά και ποτάμια, γίνονται και των ανθρώπων σύνορα. Διαδρομή μες στα Προκλέτια Όρη. Διασχίζουμε κομμάτια της οροσειράς, Άλπεις είναι κυριολεκτικά. Το χιόνι άλιωτο παραμένει, κρατά άλλωστε ακόμα η Άνοιξη. Βλέμματα απορίας μας σταματούν πάλι στα σύνορα. Διαβατήρια από Κόσοβο, μετά ξανά διαβατήρια στο Μαυροβούνι. Διαβατήρια παντού. Οδεύουμε εντός των ορέων του Montenegro. Μαυροβούνι με σήραγγες που θυμίζουν το πέρασμα του Mont Blanc, πάει καιρός που το διασχίσαμε. Άσπρο το βουνό τότε, Μαύρο τώρα, μα τα βουνά είναι βουνά και μας κρατάνε. Ποτάμια στη διαδρομή παντού. Ποτάμια να κατεβαίνουν και μπλέκονται οι ποταμοί μες στον ρου τους και ρυάκια σχηματίζουν κι άλλοτε χείμαρρος και κατεβαίνουν και οξιές και κορφές η μία δίπλα στην άλλη και η κορυφογραμμή εκεί, να δείχνει το δρόμο.
Μαυροβούνι λοιπόν και οδεύουμε προς το βυζαντινό μοναστήρι Moraca, Manastir Moraca γράφει στο χάρτη που τον ακολουθούμε, μόνο για να βλέπουμε από πού περνάμε. Το μοναστήρι σε λόφο ψηλά. Δεν είναι πια μοναστήρι, καθώς δεν έχει έγκλειστους μοναχούς ή μοναχές, μα είναι πέρασμα προσκυνηματικό. Στο κατάρτι του η σημαία του Μαυροβουνίου κυματίζει και κυματίζει όμορφα. Γύρω φέρνω την εκκλησιά, κάτι μνήματα στο λόφο επάνω μου θύμισαν τα μνήματα στο Μοναστήρι του Essex στην Αγγλία. Στέκομαι και τα κοιτώ, ανεμοδαρμένα, όπως τα ύψη της Έμιλι τότε που πήγες και τα είδες, και αυτά το ίδιο, μονάχα και ανεμοδαρμένα και στην κορφή επάνω. Χαζολογάμε, μπαίνουμε στην καθημερινότητα του τόπου, παιδιά εισβάλλουν, πίνουν νερό από τη Ζωοδόχο, στην εκκλησιά κατευθύνονται, τις σάκες τους στην είσοδο αφήνουν, φιλούν την πόρτα της εκκλησιάς και έπειτα εισέρχονται. Τα περιμένουμε για την έξοδο. Την πλάτη δεν γυρνούν, παρά πισωπατώντας πάνε, την πόρτα της εκκλησιάς ξανά φιλούν, φορτώνονται τις σάκες τους και φεύγουν. Μας συγκινούν.
Οδεύουμε. Παρατηρούμε συνεχώς. Μια στο χάρτη εκατό έξω. Και συμπορεύεται η ομορφιά του τόπου με το μούδιασμα που νιώθεις βλέποντας τα χνάρια του πολέμου. Μα τα χρόνια πέρασαν, οι μνήμες ισοφάρισαν με τη λήθη, τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο, τα ερείπια χορτάριασαν, οι φούρνοι βγάζουν κάθε μέρα ψωμί. Η ζωή συνεχίζεται. Όπως συνεχίζεται. Με την ψευδαίσθηση της λήθης, αφού τα σπίτια χορτάριασαν και οι μυγδαλιές βρίσκουν δρόμο και μπαινοβγαίνουν μες απ’ τα σπασμένα παράθυρα. Η καθημερινότητα έγινε συνήθεια πια, όμως κάπου εκεί καραδοκεί η μνήμη. Και επιστρέφει.
Μόλις που προλαβαίνουμε σύνορα να περάσουμε και να επιστρέψουμε δίχως να μας σκεπάσει η νύχτα. Η επιστροφή είναι πάντα πιο σύντομη και γρήγορα μπαίνουμε στην πόλη Pec που μάθαμε ως και τους δρόμους της, για να πάρουμε το μονοπάτι για τη Δέτσανη, ένα τέταρτο δρόμο πιο πέρα. Το σκοτάδι έπεσε, τράπεζα ετοιμάζεται ξανά, μα κανείς για ύπνο δεν πάει. Ξέρουμε τώρα ότι αύριο χωριζόμαστε και έτσι το καθυστερούμε όσο πάει. Τα παιδιά μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια, ακούγονται τα τρεξίματά τους στα ξύλινα πατώματα, οι υπόλοιποι ήδη έχουν βγάλει χάρτες και σχεδιάζουν την επόμενη εξόρμηση. Νιώθω την ανάγκη να κάνω το γύρο της εκκλησιάς, στην πίσω πλευρά του ιερού να βρεθώ και μες στο σκοτάδι, εκεί που ο άνεμος της νύχτας από τα Προκλέτια κατεβαίνει, σιγοκουβεντιάζει μες στα έλατα και συντροφιά κρατά στους γέροντες που αποσύρθηκαν. Νιώθω ότι αυτό πρέπει να γίνει τώρα. Γιατί δεν υπάρχει μετά. Μόνο τώρα υπάρχει. Και κατεβαίνω και στο σκότος εισέρχομαι και γύρο φέρνω την εκκλησιά και μια και δυο και τρεις. Την τρίτη πια θυμάμαι τους τρεις γύρους του Σκιαθίτη γύρω από τη Φαρμακολύτρια. Και μια και δυο και τρεις. Αύριο θα είμαστε ήδη αλλού. Μα το τώρα μας ανήκει.

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΠΛΙΝΘΟΠΕΡΙΚΛΕΙΣΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΟΒΟΥ

Ποταμός Λέπενετς

Σκόπια. Reka Vardar και Άγιος Δημήτριος

Γκρατσάνιτσα






Μετά την Πρίστινα

Ιερά Μονή Δέτσανης

Δηλ. ταξίδι σε τρεις μέρες και τρία κράτη μιας πρώην χώρας:
FYROM-KOSOVO-MONTENEGRO

ΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ 7 Απριλίου 2010: Εύζωνοι, Σκόπια, Κόσοβο

Φεγγάρι μισοφέγγαρο στη χαραυγή επάνω. Αφήνουμε πίσω μας τις μικρές μας πόλεις και οδεύουμε προς τα σύνορα. Σεργιάνι διακαινήσιμο βγήκαμε, στην Ανάσταση να μπούμε. Εύζωνοι. Ήδη βρεθήκαμε απέναντι. Παράλληλα πορευόμαστε με τη σιδηροδρομική γραμμή και με τον ποταμό Vardar που κατεβαίνει και διασχίζει τα εδάφη που μόλις πίσω μας αφήσαμε. Σύννεφα σκιάζουν τα βουνά. Ο ποταμός πάντα στο πλάι μας, τη μια δεξιά την άλλη ζερβά. Κάμποι ποτίζονται στο διάβα του, μα και η σιδηροδρομική γραμμή κάποτε πάνω του ακουμπά. Ποτίζεται κι αυτή.
Αχάραγα σηκωθήκαμε και είναι κιόλας μεσημέρι και εισερχόμαστε στην πόλη των Σκοπίων. Καιρός να τον δούμε από κοντά τον Vardar, να δούμε την ομορφιά του. Θολό το ποτάμι, όπως μας φάνηκε όπου τον απαντήσαμε. Χειμαρρώδης κατεβαίνει, τρέχει μες απ’ τις αψιδωτές γέφυρες, δείχνει τη δύναμή του. Τον ανεβαίνουμε και μας οδηγεί στον Άγιο Δημήτριο, τον καθεδρικό που βαστά από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Σκεπασμένες του καιρού τοιχογραφίες μας κοιτούν μες απ’ τους αιώνες. Σκύβουμε στο σινί με τα κεριά των κεκοιμημένων. Θυμόμαστε κείνους που μας αγκιστρώσανε με την απώλειά τους. Αυγά της Πασχαλιάς και η εικόνα του Ευαγγελισμού στο προσκυνητάρι. Για τους Σέρβους είναι του Ευαγγελισμού σήμερα. Γιορτή μεγάλη. Έξω πάλι, μετρηθήκαμε, φωτογραφηθήκαμε, φεύγουμε. Κεμπάπ στο πόδι στην πλατεία της πόλης. Μπούκοβο, ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι και πιπεριά τουρσί. «Βάλε απ’ όλα» δηλ. εκτός από τουρσί. Άσε το τουρσί για τα πολλά τα κρύα. Τώρα έρχεται αεράκι απ’ τα βουνά. Έρχεται καλοκαίρι.
12.55 μ.μ. στην border zone για Κόσοβο. Με τα διαβατήρια στο χέρι. Τρεις μέρες με τα διαβατήρια στο χέρι. Να τα δείχνεις, να τα βλέπουν, να τα μαζεύεις. Κάποτε να τα κρατούν κιόλας ως την επιστροφή. Μετράμε να μη χάσουμε κανένα. Βλέμματα απορίας για την πολυπληθή ακολουθία. Τρία αυτοκίνητα, σαν κομβόι. Ο ένας τα μάτια στον άλλον, μην τύχει και χαθούμε. Δρόμος για την Πρίστινα. Την άκουγες στον πόλεμο. Κάπως περίεργο σου φαίνεται να την πλησιάζεις. Ο ουρανός μουντός και ψιλόβροχο μας συνοδεύει, όπως το «Ψιλόβροχο» του Μέσκου που έχω μαζί μου.
Στάση για φωτογραφία και για ελάχιστη ματιά στον ποταμό Λέπενετς, εκεί που οι ράγες βρέχονται μες στην κατεβασιά του. Τους έχω πραγματικά μπερδέψει. Ο ένας τον άλλον διασχίζει και όλοι μαζί τούτη την έρημη χώρα. Μα τι σημασία έχει ποιος είναι ο καθένας τελικά; Όλοι κατεβαίνουν προς τη θάλασσα.
Παράκαμψη για την Γκρατσάνιτσα, λίγο πριν την Πρίστινα. Ήδη έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Έχουμε άλλωστε και ώρα Κοσόβου. Γυναικεία μονή προστατευμένη και απομονωμένη σε σέρβικο θύλακα. Ο πέτρινος περίβολος γίνεται ακόμα πιο απροσπέλαστος με τα συρματοπλέγματα να σκαρφαλώνουν στο τέρμα του. Αλβανοί Κοσοβάροι και Σέρβοι Χριστιανοί. Η εθνότητα είναι άτιμο πράγμα, μα και η θρησκεία το ίδιο. Στο DNA περνά. Εύκολα δεν τις παρακάμπτεις. Οι άνθρωποι τούτοι περπατάνε κάπως λυγισμένοι. Τους βλέπεις που είναι λυγισμένοι. Δεν είναι η ιδέα σου. Δεν είναι η ονειροφαντασιά σου. Δεν είναι πράγμα απλό το τι συμβαίνει στο Κόσοβο αυτή τη στιγμή. Είναι το χώμα που πατάς και είναι ζεστό ακόμη. Και το αίμα δεν έχει εθνότητα ούτε και θρησκεία. Είναι απλώς αίμα.
Φιλοξενία με γλυκίσματα, καφέ και τσάι. Έβγαζαν-έβγαζαν οι μοναχές. Ό,τι είχαν αναστάσιμο το έβγαλαν για χάρη μας. Ένα τους πήγαμε, δέκα μας έδωσαν. Εκ του υστερήματος μας φιλοξένησαν και με μια χαρά για το απρόσμενο της ελληνικής επίσκεψης. Ούτε πρεσβεία να ήμασταν. Μας έλεγξαν με την απλότητά τους, με την απλοχεριά τους. Καλοσύνη να σε αγκαλιάζει. Βλέμματα καθαρά από έναν τόπο σταυρωμένο. Φεύγοντας τάπερ ολόκληρο μας άφησαν στα χέρια με αυγά της Πασχαλιάς να έχουμε για τον δρόμο. Δεν μας εγκατέλειψαν παρά στην πύλη του Μοναστηριού. Βγαίνοντας η σουηδική φρουρά μας θύμισε ότι διατελούμε κάτω από πρώην εντελώς εμπόλεμες συνθήκες και εισχωρήσαμε ξανά στην καθημερινότητα της κωμόπολης.
Την Πρίστινα την περάσαμε και καθυστερήσαμε στην κίνησή της. Μνήματα παντού. Όλη η πόλη σκορπισμένα μνήματα. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσους νεκρούς, μέσα σε μνήμες που κυλούν μες στο χώμα, μες στο αίμα κυλούν και είναι τόσο πρόσφατο το αίμα. Πώς να πεις συνεχίζω, που οι κεκοιμημένοι αγκιστρώθηκαν στο πέτο σου, ζητούν τη συνέχειά τους. Αφήνουμε πίσω μας την πόλη, ξαναμπαίνουμε στο δρόμο. Κοιτάμε παντού και υποψιασμένοι από το παρελθόν που μας είναι γνωστό. Σκόρπια σπίτια στη διαδρομή, μπαρουτιασμένα σπίτια, και σπίτια καινούρια των γηγενών πια, μπλεγμένα μες στα ερειπωμένα των άλλων. Κάποιοι πρόσφυγες, κάποιοι πολίτες. Άλλοι φύγαν, άλλοι μείναν. Κανείς σχεδόν από αυτούς που φύγαν δεν είναι σε θέση να επιστρέψει. Πού να επιστρέψει. Σε ποια πατρίδα να επιστρέψει. Που και η πατρίδα χώμα θέλει και αέρα που ν’ αναπνέεις και να τον νιώθεις δικό σου.
Ξεκοιλιασμένες εκκλησιές στη διαδρομή καλούν σε βοήθεια, καθώς τις διασχίζεις με τη ματιά σου. Υποχρεώνεσαι σε άμεση στάση. Καμπαναριά πεσμένα στη γη χάσκουν με τις πληγές χαίνουσες προς τον ουρανό. Σώμα είναι αυτό μπροστά σου δεν είναι ερείπια εκκλησιάς. Σώμα είναι, πληγιασμένο και βουβό και αιμορραγεί ακόμα. Και να τ’ αναστηλώσει κανείς, οι πληγές κρατήρας έγιναν πάνω του και θα θυμούνται. Βουβοί το αντικρίζουμε και πέφτει σιωπή ανάμεσά μας. Πόλεμος ήταν εδώ. Δεν ήταν παίξε γέλασε. Σε κείνη την πεσμένη εκκλησιά ήθελα να πάω, να την ανοίξω, να την προσκυνήσω. Μες απ’ τα χορταριασμένα τούβλα την πόρτα της να βρω και να εισέλθω. Τους κομματιασμένους τοίχους της ν’ αγγίξω, μέσα μου μ’ ένα χάδι να τους βάλω. Να βρω τον Άγιό της. Να τον συντροφέψω. Να τον αφήσω έπειτα στη μοναξιά του. Να τον σκέφτομαι έτσι, πεσμένο εκεί κάτω απ’ τον ουρανό, περιμένοντας τον επόμενο που θα σταματήσει, για να του μιλήσει. Σε κείνη την εκκλησιά ήθελα να πάω. Να μπω και να την προσκυνήσω. Μα,

δεν έχουν μνήμη οι πέτρες
μόνο μέσα μας
οι μνήμες-πέτρες χτίζουνε μνημεία
[Λένα Παππά, Πέτρες]

Μνημεία πεσόντων στη διαδρομή. Μνημεία παντού. Και σημαίες παντού. Σημαίες ενός κράτους παράδοξου που στρατολογεί σημαίες αλλότριων κρατών, για να στεριώσει τη δική του. Που με τα δικά τους χρώματα τη δική του βάφει και στο δικό τους το κοντάρι τη δική του υποβαστάζει, μην τύχει και πέσει κάτω και χαθεί. Τα παρελθόν συνοδεύει τούτο το μέλλον. Και το παρελθόν ήταν σκληρό και ήταν άγριο. Προσπαθούν από τον πόλεμο να βγουν, αλλά τις μνήμες του πολέμου κρατούν, για να τροφοδοτούν την εχθρότητα. Λες και πρέπει να συντηρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο το μίσος. Έτσι, τα μνημεία των πεσόντων, Κοσοβάροι στρατιώτες με τα όπλα στο χώμα στραμμένα, είναι σπαρμένα παντού και στεφανωμένα με τις αλβανικές σημαίες που κυματίζουν σε όσες διαδρομές κι αν κάναμε. Μνημεία, περισσότερο ως διακήρυξη πεταμένη στα πεζοδρόμια, παρά ως αφορμή μνήμης και τιμής. Ήρωες θέλουμε να μας θυμίζουν. Καινούριο κράτος στεριώνεται πάνω στο αίμα τούτων και των άλλων. Τι κράτος είναι αυτό που χτίζεται πάνω στο αίμα. Και το αίμα ζεστό και τα σπίτια καπνισμένα και οι τάφοι ολάνθιστοι και είναι Απρίλης. Αλλού με σταυρό και αλλού δίχως, άνθρωποι μέσα, που έφυγαν νωρίτερα. Και το κράτος χτίζεται και έτσι τους θέλουμε τους ήρωες, τους έχουμε ανάγκη, το μίσος να συντηρούν, κάποτε να βάζουν όρια. Μην τύχει και διαβεί κανείς τα όρια. Μην τύχει και λησμονήσει πως πόλεμος έγινε εδώ και υπάρχει μίσος αξεπέραστο. Πώς να πεις η ζωή συνεχίζεται μες σε τόσους ξέφρενους θανάτους;
Η πρώτη μέρα φτάνει στο τέρμα της. Μας περιμένουνε στη Δέτσανη. Αδιαπέραστη οροσειρά και πλάι της σχεδόν οδεύουμε προς το ανδρικό μοναστήρι μες στα βουνά της. Την βλέπεις από μακριά και νομίζεις ότι σταματά ο κόσμος εκεί. Μα ο κόσμος συνεχίζεται. Είναι τα Procletia όρη, δηλ. τα Καταραμένα Βουνά. Οι Κοσοβάροι τα λένε και Αλβανικές Άλπεις. Δεν ζει κανείς εκεί. Είναι και εθνικός δρυμός άλλωστε. Όμως, μια από τις πόλεις που τα’ χει για σκέπη είναι η βυζαντινή πόλη Πέκιο, που σημαίνει και ασκητήριο, η σημερινή Pec. Ονομάστηκε έτσι γιατί από το 1253 έγινε έδρα του Σερβικού Πατριαρχείου. Εκεί βρίσκεται σήμερα η Πατριαρχική Μονή. Έχουμε λίγη ώρα πριν το σούρουπο και μας σταματά η ιταλική φρουρά που προστατεύει τη Μονή. Καθυστερούμε. Αδύνατο να μπούμε. Δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με τις μοναχές, που βρίσκονται σε εσπερινό, και έτσι παρά τα διαπιστευτήρια μας, δεν εισερχόμαστε. Αναβάλλουμε την επίσκεψη και οδεύουμε προς την Δέτσανη, όπου και θα καταλύσουμε στο ευρέως γνωστό Manastir Decani. Σημαίες ξανά παντού σε σαρδόνιο εναγκαλισμό και κυματισμό να εκκολάψουν την χάσκουσα ειρήνη. Ok.
Σούρουπο και ήδη βράδυ. Σκιές μπαινοβγαίνουν μες από τα κλαδιά και τον πέτρινο περίβολο και η φρουρά που είναι πάλι ιταλική και μας σταματά. Τούτη τη φορά είναι ειδοποιημένοι και εισερχόμαστε αμέσως ανακουφισμένοι. Χαμογελαστά πρόσωπα μας προϋπαντούν, λες και ήμασταν μέλη της οικογένειάς τους που τους ξανάβλεπαν μετά από καιρό. Ο πατήρ Βασίλειος είναι ο μόνος που μιλά ελληνικά και τα έμαθε μοναχός του. Δεν θα μας αφήσει παρά το τελευταίο πρωινό που αναχωρούμε. Πηγαίνουμε για το καλωσόρισμα στο καθολικό. Το Χριστός Ανέστη στα ελληνικά, στα σέρβικα. Οι φωνές μπερδεύονται αγαπητικά, το ανοίκειο γίνεται οικείο. Το φως των κεριών μονάχα φωτίζει τις εικόνες, τα πρόσωπα φωτίζει, και ο ένας τον άλλον ψάχνει και όλοι μαγεμένοι από το μπάσο Κριστός Βοσκρές που ακούγεται αντάμα με το δικό μας. Γαληνεύει η ψυχή, γαληνεύει η ψυχή, σαν κάποιος βάλσαμο να της ρίχνει ανέλπιστο. Εξερχόμαστε και απλώθηκε μια νύχτα ακύμαντη, ανοιξιάτικη σχεδόν, κι ούτε ψιλόβροχο ούτε και τίποτα. Φωνές των παιδιών που τρέχουν παντού και φοβάσαι μην τα χάσεις, δωμάτια μοιράζονται στα γρήγορα που να χωράμε όλοι και ευθύς στην τράπεζα που μας περιμένει. Μες στο σκοτάδι οδηγούμαστε στη ζεστή τους καρδιά. Για τις επόμενες μέρες η τράπεζά τους και η καρδιά τους ανοίγουν και τους ανοίγουμε και εμείς. Τόσο που πια αδύνατο να μην επιστρέψουμε, αδύνατο, που νιώθουμε πως δικούς μας αφήσαμε εκεί και όχι ξένους. Μας αγκάλιασαν με ό,τι είχαν και ό,τι είχαν ήταν αγνό και ήταν ανυπόκριτο και ένιωθες πως οι μοναχοί τούτοι, που θα’ ταν παιδιά στον πόλεμο, καθώς ο μεγαλύτερος είναι 51 και οι υπόλοιποι 24 ακολουθούν προς τα κάτω, δεν ξεχώριζαν σαν μας μίλαγαν, αν σε άντρα μίλαγαν ή σε γυναίκα, παρά σαν παιδιά μας είχαν όλους μαζί και ένιωθες κάπως την κοινωνία των αγγέλων και κοντά τους λίγο καλύτεροι γίναμε, λίγο μαλακώσαμε, και γι’ αυτό η απώλεια τούτης της γαλήνης έρχεται κοντά μας σαν γλυκιά νοσταλγία. Πότε ξαπλώσαμε και πότε κοιμηθήκαμε δεν το καταλάβαμε. Σκοτάδι πηχτό είχε πέσει γύρω από το καθολικό της Αναλήψεως. Τα πεύκα στο ιερό σκίαζαν τα μνήματα των γερόντων και έριχναν σκιές στο ρυάκι που τριγύριζε την εκκλησιά. Αύριο θα τα βλέπαμε όλα με το φως της μέρας.